Νικόλας Κυριάκου
Νικόλας Κυριάκου

Νικόλας Κυριάκου

Οι κίνδυνοι από τη μη λύση. Του Νικόλα Κυριάκου

Η βαρετή καθημερινότητα του Κυπριακού καλά κρατεί. Η ειδησεογραφία της περιόδου φτάνει σε εμάς κομμένη, ραμμένη και γραμμένη με την παλιά τέχνη του ηθικού πανικού...

Χοντροκομμένα ψέματα, μισοειπωμένες αλήθειες και ασύγγνωστη ημιμάθεια συνθέτουν ένα σκηνικό πόλωσης, διχασμού και ακρότητας. Θα ήθελα να αποπειραθώ σε λίγες γραμμές να σκιαγραφήσω μια εκτίμηση για το τι ενδέχεται να ακολουθήσει μια ενδεχόμενη κατάρρευση της παρούσας διαδικασίας. Κι αυτό γιατί η ανέξοδη πολεμική εναντίον των διαπραγματεύσεων όχι μόνο δεν γίνεται με αντιπρόταση σοβαρής εναλλακτικής, αλλά αγνοεί ταυτόχρονα τους άμεσους κινδύνους που ελλοχεύουν.

Κίνδυνος πρώτος: ένα μικρής έντασης και διάρκειας επεισόδιο στην πράσινη γραμμή. Μια τέτοια εξέλιξη θα καταδείξει ότι η σημερινή κατάσταση δεν είναι βιώσιμη και ικανή να συνεχιστεί στο διηνεκές. Πέρα από τις απώλειες, την αναταραχή και την κινητοποίηση όλων των λανθασμένων πολιτικών αντανακλαστικών, ένα τέτοιο επεισόδιο θα ανοίξει τη συζήτηση για μια πραγματική ομαλοποίηση της κατάστασης στο νησί. Όπως μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να δημιουργηθεί εύκολα και εκβιαστικά από την Τουρκία, με σκοπό να αλλάξει τις συνθήκες συζήτησης και να τη μεταφέρει στο επίπεδο του βελούδινου διαζυγίου ή έστω της θεσμοθέτησης όρων συνύπαρξης απλής γειτονίας.

Κίνδυνος δεύτερος: η αναγνώριση του ψευδοκράτους από μικρό αριθμό κρατών, που βρίσκονται κάτω από την πολιτικοοικονομική επιρροή της Τουρκίας. Το πολιτικό πλήγμα για την Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι σοβαρό και θα ανοίξει μια νέα περίοδο νομικών μαχών σε διεθνή δικαστήρια. Η έκβασή τους είναι αμφίβολη, ακόμα και αν το ψευδοκράτος είναι το δημιούργημα της παράνομης χρήσης βίας. Πέρα από τους νομικούς κινδύνους, θα υπάρξει και μια σοβαρή μετατόπιση στη συζήτηση του προβλήματος, αφού το ζητούμενο της λύσης θα υποχωρήσει υπό το βάρος της αντιμετώπισης του κινδύνου που θα θέτουν επιτακτικά οι πραγματικές και δυνητικές αναγνωρίσεις. Στο τοπικό επίπεδο, αυτή η εξέλιξη θα νομιμοποιήσει τη λογική των δύο κρατών και θα απελευθερώσει εκείνη τη μερίδα των πολιτικών που προτιμούσαν μια Κύπρο ελληνική, έστω και μισή.

Κίνδυνος τρίτος: η επάνοδος του ενδεχόμενου του απευθείας εμπορίου ΕΕ-κατεχομένων και η πολιτική ομαλοποίηση των σχέσεών τους. Όπως και με τον δεύτερο κίνδυνο, η Κύπρος θα αναγκαστεί να εμπλακεί σε νομικές μάχες με αβέβαιη έκβαση. Είτε με θετικές είτε με αρνητικές αποφάσεις, η δαπάνη πολιτικού κεφαλαίου για την αντιμετώπιση αυτού του θέματος θα καταστήσει την Κύπρο ένα κράτος σε διαρκή άμυνα ακόμα και μέσα σε έναν οργανισμό που θα έπρεπε να ήταν το κατ' εξοχήν προνομιακό πεδίο δραστηριοποίησής της. Χωρίς συμμάχους και σοβαρά ερείσματα, η Κύπρος θα είναι ο ενοχλητικός επαίτης της ΕΕ, που θα περιπέσει σταδιακά σε ανυποληψία.

Κίνδυνος τέταρτος: ο οριστικός μετασχηματισμός της ελληνοκυπριακής κοινωνίας σε μια κοινωνία που θα είναι ή θα πιστεύει ότι είναι υπό διαρκή πολιορκία. Η πολιτική ατζέντα θα έχει μόνο το ζήτημα της αντιμετώπισης όλων των εξωτερικών κινδύνων και η σημερινή μιζέρια θα πολλαπλασιαστεί και θα καταστεί η καθημερινότητά μας, θάβοντας οριστικά όλα τα αλλά ζητήματα και οδηγώντας τη χώρα σε συνολική οπισθοδρόμηση.

Οι κίνδυνοι αυτοί δεν καταγράφονται για να προωθηθεί το επιχείρημα ότι θα πρέπει να συναινέσουμε σε μια οποιαδήποτε λύση, αλλά για να καταδειχθεί ότι η μη λύση και η υπονόμευση, με όρους πολιτικής αθλιότητας, της παρούσας διαδικασίας δεν είναι επιλογή. Σε αυτές τις σκέψεις να προσθέσω και την κατακλείδα: κάποιος πρέπει επιτέλους να υπερασπιστεί την πολιτική επιλογή της λύσης απέναντι στον τόσο προφανή συντονισμό μερίδας των κομμάτων, των ΜΜΕ και του οικονομικού κατεστημένου.

Μετεξέλιξη και η κανονιστική δύναμη του πραγματικού

Στο βαθύ καλάθι απ’ όπου ανασύρονται οι λόγοι απόρριψης της ομοσπονδιακής λύσης βρίσκεται και το περιώνυμο ζήτημα της μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το επιχείρημα αναφέρει ότι η συμφωνία λύσης θα πρέπει να προβλέπει ρητά ότι το κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας θα συνεχίσει την ύπαρξη και λειτουργία του. Και συνεχίζει ότι η απουσία ρύθμισης του θα δώσει την ευκαιρία στη μελλοντική τουρκοκυπριακή πολιτεία να αποσχιστεί και να διεκδικήσει αυτόνομη κρατική υπόσταση.

Το ζήτημα της μετεξέλιξης είναι, επίσης, ένα από τα αγαπημένα mind games της τουρκοκυπριακής πλευράς. Είναι άλλωστε γνωστή η πάγια θέση περί της “defunct”, βλέπε εκλιπούσας, Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε τον κύκλο αλληλοτροφοδότησης μεταξύ της τουρκικής θέσης και της λεγόμενης απορριπτικής σχολής. Με αυτό εννοώ ότι οι τουρκικές θέσεις αποτελούν τη βάση της επιχειρηματολογίας για την απόρριψη της ομοσπονδίας. Από πλευράς διαπραγματευτικής τακτικής αυτό είναι αυτοκτονικό: αντί η προσπάθεια να επικεντρώνεται στη διαμόρφωση θέσεων που θα εξουδετερώνουν το επιχείρημα του συνομιλητή και θα πείθουν τους εμπλεκόμενους τρίτους, η απορριπτική σχολή νομιμοποιεί στην κοινωνία μας και στο διεθνές επίπεδο την όποια θέση εκφράζεται από την άλλη πλευρά. Κατά την άποψη μου αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: ο πρώτος είναι η εκπληκτική αδυναμία κατανόησης του περιβάλλοντος των διαπραγματεύσεων. Και ο δεύτερος είναι η πολιτική θέση που πρεσβεύουν οι θιασώτες της απόρριψης, που δεν είναι άλλη από την επιθυμία διατήρησης μιας αμιγώς ελληνοκυπριακής κρατικής υπόστασης, στο νότιο μέρος του νησιού.

Το ζήτημα της μετεξέλιξης, ωστόσο, πιστεύω ότι επιδέχεται σαφών, θετικών και συγκεκριμένων απαντήσεων. Η μετεξέλιξη δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά μια εσωτερικού χαρακτήρα αλλαγή της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τη συνταγματική της αναδιάρθρωση. Η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960 θα συνεχίσει να υφίσταται , όπως ισχύει σήμερα. Ας μην ξεχνάμε ότι στο πρώτο κιόλας Άρθρο της, η Συνθήκη αυτή προβλέπει τη διατήρηση της κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου επί των περιοχών που σήμερα αποτελούν τις βρετανικές βάσεις. Μία ενδεχόμενη κατάργηση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης (που δεν είναι καν ζήτημα προς συζήτηση σήμερα) ή η τροποποίηση της από τη μελλοντική συμφωνία επίλυσης του Κυπριακού, ένα πράγμα επιβεβαιώνουν: ότι η Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 συνεχίζει να είναι το μόνο νόμιμο κράτος. Άλλωστε στη βάση αυτής της αντίληψης η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση με όλη την επικράτεια της. Η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή ηγεσία της εποχής είχε προβάλει τότε τα ίδια επιχειρήματα που προβάλει και σήμερα στις διαπραγματεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι σε όλους γνωστό.

Η μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας επιβεβαιώνεται και από άλλα επιχειρήματα: τη συνέχιση ισχύος των διεθνών συμφωνιών της, την απουσία ανάγκης υποβολής νέας αίτησης ένταξης σε διεθνείς οργανισμούς, το Πρωτόκολλο αρ. 10 στην πράξη προσχώρησης μας στην ΕΕ και το προηγούμενο παράδειγμα του Βελγίου, το οποίο προχώρησε σε μια αντίστοιχη συνταγματικής εμβέλειας αναθεώρηση του 1993, όντας κράτος-μέλος της ΕΕ, χωρίς να θεωρηθεί ότι αυτό συνιστούσε ίδρυση νέου κράτους.

Συμπερασματικά, το ζήτημα της μετεξέλιξης είναι ήδη επιλυμένο προτού καν τεθεί ως ζήτημα στις ίδιες τις διαπραγματεύσεις ή την εσωτερική πολιτική ατζέντα. Και κάτι τελευταίο: όσοι επιμένουν να ισχυρίζονται ότι μία μελλοντική λύση θα οδηγήσει στη δημιουργία των συνθηκών για την ίδρυση ενός ή περισσοτέρων νέων κρατών στο νησί, ξεχνούν ότι η συνέχιση της σημερινής πραγματικότητας θα μεταμορφωθεί αργά ή γρήγορα σε νομιμότητα. Εν ολίγοις, μπορούν να επιλέξουν να αγνοούν την κανονιστική δύναμη του πραγματικού. Το πραγματικό όμως δεν θα τους αγνοήσει επ’ ουδενί.

* Ο Νικόλας Κυριάκου είναι διδάκτωρ του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας. Το θέμα της διατριβής του αφορούσε τις καταναγκαστικές εξαφανίσεις στο διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι κάτοχος των τίτλων LLM in European Community Law (Leiden, 2005) και LLM in International, Comparative and European Law (EUI, 2008). Έχει εργαστεί ως διπλωματικός ακόλουθος στο κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών (2005-2007), ως δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων (2007-2008) και ως δικηγόρος στους τομείς του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (2011 - σήμερα).

 

Γιατί ομοσπονδία; Μια απόπειρα προβληματισμού

  1. Εισαγωγή

 

Ο υπότιτλος στις διαπραγματεύσεις που έχουν λάβει χώρα από το 1974 και μετά για την εξεύρεση μιας λύσης στο κυπριακό πρόβλημα θα μπορούσε να είναι η φράση: «δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας που θα εδράζεται στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως αυτή καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών». Μέσα σε αυτές τις 29 λέξεις περικλείεται ο πολιτικός ορίζοντας των διαπραγματεύσεων τις τελευταίες 4 δεκαετίες.

Ο σκοπός της παρούσας παρέμβασης δεν είναι να ανασυντάξει την ιστορική διαδρομή των διαπραγματεύσεων ούτε και να προσφέρει μια καινούργια νομική ανάλυση των χαρακτηριστικών των μορφών ομοσπονδίας, που κατά καιρούς έχουν συζητηθεί στις συνομιλίες. Αντίθετα, η επιδίωξη είναι να ξαναθέσει στο προσκήνιο τους λόγους για τους οποίους η λύση υπό μορφή ομοσπονδίας είναι η μόνη πολιτικά ρεαλιστική και εφαρμόσιμη επιλογή, έχοντας υπόψη τα ιδιοσυγκρασιακά δεδομένα του κυπριακού προβλήματος. Σε αυτή την απόπειρα προβληματισμού, θα γίνει αναφορά σε τρία κύρια ζητήματα:

 

1) την ομοσπονδία ως πολιτειακό σύστημα οργάνωσης της επανενωμένης Κύπρου και την αναγκαιότητα δια-εθνοτικής συνεργασίας σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων,

2) στο ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στο πρόβλημα και τη ρητορική που έχει αναπτυχθεί, ειδικά μετά το 2004, γύρω από αυτόν και

3) στο ζήτημα της συνεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του νησιού και από τις δύο κοινότητες.

 

  1. Ομοσπονδία: το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης

 

Μετά τα χωριστά δημοψηφίσματα του 2004, η πολιτική επιλογή της εξεύρεσης ομοσπονδιακής λύσης έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από ορισμένα πολιτικά κόμματα στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Κατά ένα τρόπο, η εμπειρία του δημοψηφίσματος λειτούργησε απελευθερωτικά για ένα κομμάτι της πολιτικής ελίτ, που δεν είχε πιστέψει ποτέ σε αυτόν το διακηρυγμένο στόχο της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας και της πλειοψηφίας των πολιτικών κομμάτων από το 1977 και μετά.

Η αμφισβήτηση αυτή τίθεται με έμμεσους κυρίως τρόπους, όπως για παράδειγμα με την απόρριψη της διζωνικής μορφής μιας μελλοντικής λύσης, της εκ περιτροπής ανάληψης της προεδρίας, των ομοσπονδιακών μηχανισμών και της εν γένει πολιτειακής αρχιτεκτονικής που παραπέμπουν σε αυτή τη λύση. Πιο πρόσφατα, ένας τουλάχιστον κομματικός σχηματισμός απέρριψε ευθέως τη μορφή της επιδιωκόμενης λύσης.

Αυτό το κύμα αμφισβήτησης έχει κατορθώσει να καπηλευτεί το πολιτικό νόημα της έννοιας της «ευρωπαϊκής λύσης» και να διαμορφώσει στρεβλούς όρους συζήτησης για το πώς συμβαδίζει μια μελλοντική ομοσπονδία με το lato sensu ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό κεκτημένο. Ειδικά για το ζήτημα της «ευρωπαϊκής λύσης», θα γίνει αναφορά στη συνέχεια.

Ένα ζήτημα που συχνά παροράται στις πολιτικές συζητήσεις εντός της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι ότι η δέσμευση της πλευράς αυτής στην εξεύρεση μιας ομοσπονδιακής λύσης αποτελεί μια πολιτική σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η πολιτική δέσμευση και αφοσίωση αποτυπώνεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και του 1979,[1] το περιεχόμενο των οποίων έχει επαναληφθεί στην πορεία των δεκαετιών που ακολούθησαν. Η ενδεχόμενη ολική αμφισβήτηση του πλαισίου λύσης με επίσημο τρόπο από την ελληνοκυπριακή πλευρά θα σηματοδοτούσε μια μεταστροφή που θα άλλαζε άρδην τα δεδομένα των διαπραγματεύσεων και θα δημιουργούσε ένα νέο πλαίσιο αναφοράς, το οποίο θα οδηγούσε σε συνομοσπονδιακού τύπου λύση ή ακόμα και σε οριστική de jure διχοτόμηση. Άρα, ένας σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να διαμορφώνει και να αποτελεί βάση για την αξιολόγηση των πολιτικών απόψεων είναι η πολιτική δέσμευση στην ομοσπονδία, η οποία όχι μόνο δεν είναι διακηρυκτικού χαρακτήρα, αλλά έχει σαφές πολιτικό αντίκρισμα και συνέπειες.

 

Ένας ορισμός της ομοσπονδίας

 

Τι είναι όμως η ομοσπονδία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της; Για τους σκοπούς της παρέμβασης αυτής, με τον όρο ομοσπονδία εννοούμε ένα πολιτειακό σύστημα συνύπαρξης και συνεργασίας δύο τουλάχιστον πολιτικών οντοτήτων στη βάση ενός γραπτού συντάγματος, που αποδίδει κατά ρητό τρόπο εξουσίες στην κεντρική και στις περιφερειακές κυβερνήσεις, διαρθρωμένη με ένα σύστημα άμεσων εκλογών για τα δύο επίπεδα κυβέρνησης. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί μιας τέτοιας πολιτειακής διάρθρωσης καθορίζονται με σαφήνεια και συχνά κατά εξαντλητικώς απαριθμούμενο τρόπο. Το σύστημα συμπληρώνεται με την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο κέκτηται τη δυνατότητα να επιλύει κατά τρόπο τελεσίδικο τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την ενάσκηση των εξουσιών αυτών των κυβερνήσεων. Ένα ειδοποιό χαρακτηριστικό της ομοσπονδίας είναι ότι η αυτονομία των περιφερειών είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, χωρίς αυτό να μπορεί να τροποποιηθεί, πόσω δε μάλλον να καταργηθεί, με μονομερή ενέργεια της κεντρικής κυβέρνησης.

 

Κύριοι λόγοι επιλογής του ομοσπονδιακού μοντέλου

 

Η επιλογή του πολιτειακού συστήματος ενός κράτους δεν γίνεται μέσα σε ένα ιστορικό και πολιτικό κενό. Αντίθετα, αποτελεί απότοκο της ιστορικής εξέλιξης μιας ή περισσοτέρων πολιτικών οντοτήτων και δημιούργημα των περιβαλλουσών συνθηκών. Μπορεί να ειπωθεί, λοιπόν, ότι η υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού μοντέλου έρχεται σε συνέχεια μιας προηγούμενης περιόδου αυτοκυβέρνησης ή καθορίζεται καταλυτικά από το περιεχόμενο μιας προηγούμενης διεθνούς ή εσωτερικής σύγκρουσης.

Οι κύριοι λόγοι που οδηγούν στην επιλογή της ομοσπονδίας είναι η συλλογική ασφάλεια, η οικονομική ευμάρεια και η διεύρυνση της αγοράς με την άρση των εμποδίων στη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, καθώς, επίσης, και η υιοθέτηση από τα πολιτικά υποκείμενα μιας ομοσπονδίας ενός κοινού πολιτικού αξιακού κώδικα που έχει ως κοινό παρονομαστή την ειρηνική συνύπαρξη.

Αν οι λόγοι που παρατέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο φαίνονται γνώριμοι, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι παραπέμπουν στα πολιτικά θεμέλια της ίδρυσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη δεκαετία του 1950. Η εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι τη σημερινή μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα εξέχον παράδειγμα μιας πορείας προς τη διαρκή ομοσπονδιακή ολοκλήρωση. Άρα, το πολιτικό σχέδιο που ονομάζεται ομοσπονδία έχει έναν κατεξοχήν ευρωπαϊκό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τα όσα λανθασμένα πρεσβεύουν οι ευαγγελιστές της «ευρωπαϊκής λύσης».

Δύο είναι τα πλεονεκτήματα που ξεχωρίζουν στην υιοθέτηση μιας ομοσπονδιακής δομής για ένα κράτος. Το πρώτο είναι ότι αυτή λειτουργεί εξ ορισμού προστατευτικά προς την κουλτούρα, την ιδιοπροσωπία, το χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα των μερών που τις αποτελούν.[2] Ανεξάρτητα από το αν η ετερότητα αυτή εδράζεται στη διαφορετική εθνική, θρησκευτική, πολιτική, γλωσσική ή άλλη ταυτότητα των πολιτικών υποκειμένων της, η ομοσπονδία αποτελεί φόρουμ συνύπαρξης αλλά και προστασίας και προαγωγής των διαφορετικών συνιστωσών μερών της. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα της ΕΕ, αξίζει να θυμηθεί κανείς την πολυποίκιλη συνύπαρξη και προστασία των πάσης μορφής διαφορετικών ταυτοτήτων εντός της, καθώς και το ευρύ πλέγμα προστασίας που παρέχει σε αυτές, άμεσα ή παρεμπιπτόντως, μέσα από τις διάφορες πολιτικές της.

Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ότι, αντίθετα με ό,τι ενδεχομένως διαισθητικά πιστεύει κάποιος, το ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα λειτουργεί ενισχυτικά προς τη δημοκρατική αρχή. Κι αυτό γιατί αυξάνει τις ευκαιρίες πολιτικού ανταγωνισμού και πολιτικής συμμετοχής σε τουλάχιστον τρία επίπεδα (κεντρική και δύο περιφερειακές κυβερνήσεις). Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα σε πληθυσμιακά ισχνότερες ομάδες να εκπροσωπούνται κατά αναλογικότερο (ή ακόμα και ευθέως ανάλογο) τρόπο στα θεσμικά όργανα, συντείνοντας έτσι στην εμβάθυνση της ποιότητας της δημοκρατίας και στη δημιουργία περισσότερων τοπικών πολιτικών αγορών.

 

  1. Μετα-συγκρουσιακή ομοσπονδιοποίηση

 

Η επιλογή της ομοσπονδίας μετά από μια σύγκρουση, διεθνούς ή μη διεθνούς χαρακτήρα, μπορεί να λειτουργήσει κατευναστικά προς τη σύγκρουση και τις εξ αυτής απορρέουσες αποσχιστικές τάσεις. Εξίσου πειστικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μπορεί να αποτελέσει και λόγο αναζωπύρωσης της σύγκρουσης, ειδικά όταν η διευθέτηση ανάμεσα στα μέρη δημιουργεί το αίσθημα αδικίας ή ενσωματώνει και συστηματοποιεί στοιχεία της σύγκρουσης στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Μαζί με την ετερότητα του κάθε πολιτικού υποκειμένου, που λειτουργεί ως prima facie αιτία της σύγκρουσης, δημιουργείται και ένα περαιτέρω πεδίο σύγκρουσης που αφορά στο πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης.

Το κύριο χαρακτηριστικό μιας μετα-συγκρουσιακής ομοσπονδιοποίησης είναι η δημιουργία εσωτερικών διοικητικών συνόρων, τα οποία οριοθετούν γεωγραφικές περιοχές με ομοιογενή ή σημαντικά πλειοψηφούσα ομάδα κατοίκων. Μαζί με την αριθμητική της πλειοψηφία, είναι σημαντικό αυτή η ομάδα να μην υπόκειται σε μηχανισμούς πολιτικού ελέγχου από την πλειοψηφούσα στο κράτος ομάδα και να μπορεί να προστατεύεται από τον κίνδυνο να τεθεί σε δυσμενέστερη οικονομική ή πολιτική θέση. Οπωσδήποτε, μια τέτοια ομοσπονδιοποίηση έχει προφανή σκοπό να ελέγξει ή και να τερματίσει τη σύγκρουση.

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η ίδια η έννοια του κράτους μεταλλάσσεται σε ένα άθροισμα συμβιβασμών που απαιτούνται για να διατηρηθεί το κράτος ως πλαίσιο αναφοράς, μέσα στο οποίο το κύριο ζήτημα της συνταγματικής πολιτικής θα είναι ποιοι είναι οι όροι της πολιτικής συνύπαρξης και συνεργασίας μεταξύ των συνιστώντων πολιτικών υποκειμένων.

Η δημιουργία ενός κράτους με τουλάχιστον δύο διακριτές συνιστώσες μονάδες δυνατόν να παρουσιάσει τα εξής προβλήματα:

 

1) εντονότερη προβολή των περιφερειακών μονάδων,

2) τον πολλαπλασιασμό των εθνικών ταυτοτήτων,

3) την ενίσχυση των περιφερειών κατά τρόπο που να τους παρέχεται ένα θεσμικό οπλοστάσιο προς χρήση εναντίον του κεντρικού κράτους και

4) στις περιπτώσεις εκείνες όπου προβλέπεται ένα ενισχυμένο δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο), να μειώνεται η δυνατότητα ή να αποδυναμώνεται ο μηχανισμός λήψης αποφάσεων.

 

Στο σύνολό τους αλλά και ξεχωριστά το καθένα από αυτά τα προβλήματα, μπορούν να αποτελέσουν δυνητικά γενεσιουργές αιτίες νέων συγκρούσεων. Ωστόσο, η εκτίμηση της πραγματικής τους απήχησης πρέπει να γίνεται με αναφορά στα πραγματικά στοιχεία μιας δεδομένης κατάστασης και για αυτό το λόγο δεν θα αναλυθούν περαιτέρω.

Συναινετική και ομοσπονδιακή λύση

 

Η συναινετική (consociational) δημοκρατία αποτελεί αναφορά σε ένα πολιτικό σύστημα που δημιουργείται με τη συνεργασία διαφορετικών, συχνά ανταγωνιστικών ομάδων, στη βάση ενός κοινά αποδεκτού διαμοιρασμού εξουσίας.[3] Τέτοιου είδους διευθετήσεις προκύπτουν από την επίτευξη μιας δημοκρατικής ειρήνης μέσω μιας συνολικής συμφωνίας όλων των εμπλεκομένων. Τα στοιχεία μιας τέτοιας συμφωνίας είναι ο λεπτομερής διαμοιρασμός της εξουσίας και των ρόλων των θεσμικών οργάνων, η ενισχυμένη τοπική/γεωγραφική αυτονομία σε θέματα ταυτότητας, η αναλογική εκπροσώπηση και τα αμοιβαία veto σε καίρια ζητήματα πολιτικής (συνηθέστερα στα εξής ζητήματα: εξωτερικές σχέσεις, οικονομία, άμυνα και εσωτερική ασφάλεια). Τα μοντέλα διακυβέρνησης μπορούν να είναι αυτά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, της συλλογικής προεδρίας ή της εκ περιτροπής άσκησης της προεδρίας. Στις τελευταίες δύο περιπτώσεις είναι σημαντικό, αν προνοείται ισχυρή εκτελεστική προεδρία, το πρόσωπο που ασκεί τα καθήκοντα αυτά να λαμβάνει μια ελάχιστη υποστήριξη ή να τυγχάνει αποδοχής από όλες τις συνιστώσες ομάδες.

Στην περίπτωση της Κύπρου είναι αναγκαίο, κατά την άποψη του του γράφοντος, να γίνει όχι μόνο η τελική επιλογή ανάμεσα στα δύο μοντέλα, αλλά να γίνει, επίσης, και η «μετα-συνταγματική» συζήτηση για το ποιο συνταγματικό όραμα θα επικρατήσει. Η σκέψη αυτή εγγράφεται στον ορίζοντα αυτού που έχει αποκληθεί ως «Clausewitz in reverse».[4] Σε αυτή την περίσταση, το ζητούμενο είναι να μεταφερθεί το επίκεντρο από την ένοπλη σύγκρουση στην αρένα της συνταγματικής πρακτικής, με απώτερο, φυσικά, στόχο τον πλήρη τερματισμό της πρώτης. Προς το σκοπό αυτό, δεν είναι αρκετό να υπάρξει μια λεπτομερής και εξαντλητική απαρίθμηση αρμοδιοτήτων, εξουσιών και μηχανισμών στο συνταγματικό κείμενο. Είναι επιπλέον αναγκαίο να δημιουργηθεί και ένα πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες, που θα τις ωθεί προς τη συνεργασία και την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων. Ένας ικανός τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσα από τη συνεργασία των πολιτικών κομμάτων της ομοσπονδιακής πολιτείας.

 

  1. Ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων: δυναμικές και προκλήσεις

 

Έχει ήδη υποστηριχθεί πιο πάνω ότι ακόμα και ο πιο λεπτομερής σχεδιασμός των διάφορων θεσμών και μηχανισμών αποφάσεων, καθώς και επίλυσης διαφορών, δεν μπορεί να αποτελέσει συνθήκη ικανή να προσδώσει σταθερότητα και βιωσιμότητα στην όποια διευθέτηση. Η περίπτωση του ζυριχικού μοντέλου αποτελεί par excellence περίπτωση μιας τέτοιας εξαντλητικής απαρίθμησης, η οποία εδραζόταν στην προσδοκία ότι η εξαιρετικά τεχνική λεκτική αποτύπωση θα οδηγούσε σε μηχανική εφαρμογή των προνοιών του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην αποφυγή αδιεξόδων. Η αποτυχία του κυπριακού συνταγματικού μοντέλου οφείλεται στην αδυναμία των συντακτών του να αντιληφθούν ότι οποιοδήποτε συνταγματικό κείμενο επηρεάζεται από τις πολιτικές συνθήκες της εποχής και ότι ακόμα και αυτή η προικοδότησή του με σωρεία διατάξεων που δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στην καταλυτική δυναμική των διακοινοτικών σχέσεων. Η αντίστροφη ανάγνωση της θέσης αυτής είναι ότι οι ίδιες οι κοινότητες θα έπρεπε να το εφαρμόσουν με καλή πίστη και την αναγκαία προσαρμοστικότητα που θα εξυπηρετούσε τη λειτουργικότητά του κράτους.

Το κυπριακό συνταγματικό μοντέλο λειτούργησε σε μια κοινωνία που παρά το ότι μέχρι το 1963 δεν υφίστατο γεωγραφικό διαχωρισμό, ήταν διαιρεμένη στη βάση εθνοτικών γραμμών. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην οργάνωση των πολιτικών κομμάτων κατά μήκος των γραμμών αυτών, με –ανεπαρκή – εξαίρεση το ΑΚΕΛ, γεγονός που απέτρεψε τον πολιτικό συγκερασμό και τη σύγκλιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η πρακτική στο επίπεδο του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και η λειτουργία σε στεγανά των κοινοτικών συνελεύσεων, οδήγησε σε οξείς ανταγωνισμούς εντός των δύο πρώτων σωμάτων, που αναπόφευκτα αντικατοπτρίστηκαν και μεταφέρθηκαν σε όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής του τόπου. Η παρουσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του δρος Κιουτσιούκ στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου αντίστοιχα, λειτούργησε επιβαρυντικά, αφού και οι δύο υπήρξαν εμβληματικές μορφές για τα συγκρουόμενα πολιτικά οράματα των κοινοτήτων τους.[5]  

Τα πιο πάνω οδηγούν σε δύο συμπεράσματα που, κατά την άποψη του γράφοντος, κάθε μελλοντική λύση θα πρέπει να ρυθμίζει. Το πρώτο είναι ότι απαιτείται να τεθούν σαφείς κανόνες για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και για τη διενέργεια εκλογών, οι οποίοι θα ρυθμίζουν τη διακοινοτική πολιτική εκπροσώπηση και τη διακοινοτική συμμετοχή στις εσωκομματικές διεργασίες και στη θέση υποψηφιοτήτων για τις εκλογές. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω της υποχρέωσης δημιουργίας διακοινοτικών κομμάτων ή μέσα από την υποχρέωση παρουσίασης υποψηφίων σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες, πρόνοια που θα διασφάλιζε την έμμεση συμμόρφωση προς το διακοινοτικό ζητούμενο. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος υποστηρίζει μια ακόμα πιο ευρεία διακοινοτική «οργάνωση και λειτουργία των θεσμών της λαϊκής κυριαρχίας σε επίπεδο ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον μέσα από τα ενιαία πολιτικά κόμματα και τους ενιαίους φορείς ομαδικής δράσης (σωματεία, συνδικάτα κλπ). Χωρίς ενιαίους φορείς οργάνωσης της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορούμε να συζητάμε για διασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας σε επίπεδο ομοσπονδιακού κράτους».[6]

Η πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς για την εισαγωγή της διασταυρούμενης ψήφου σε συνδυασμό με την εκ περιτροπής ανάληψη της προεδρίας του κράτους από τις δύο κοινότητες κινείται σε αυτό τον άξονα και αποτελεί μια καινοτόμο προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Η πρόταση διαφοροποιείται από το ζυριχικό μοντέλο, αλλά και από τις κατά καιρούς προτάσεις λύσης που διαχώριζαν την πολιτική δράση των δύο κοινοτήτων σε επίπεδο εκλογικού σώματος και ανάδειξης πολιτειακών οργάνων.

Το δεύτερο, και ανεξαρτήτως του πρώτου συμπεράσματος, είναι ότι θα πρέπει να επιτευχθεί η διάδραση και η διασύνδεση των κεντρικών θεσμών εξουσίας με την περιφερειακή πολιτική σκηνή. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη διενέργεια άμεσων εκλογών για την Άνω Βουλή, καθώς και με το συγχρονισμό της διενέργειας εκλογών τόσο για την κεντρική όσο και για την περιφερειακή κυβέρνηση. Τα δύο αυτά θέματα έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στην επικράτηση των μετριοπαθέστερων πολιτικών ομάδων, στην προώθηση μιας ρεαλιστικής και συναινετικής πολιτικής ατζέντας και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την επίτευξη συγκλίσεων μέσα στην ίδια την κοινωνία. Ουσιαστικά, αυτό που επιδιώκεται είναι η δημιουργία μιας νέας πολιτικής αγοράς όπου τα κόμματα θα ενεργούν ως φορείς και πολλαπλασιαστές της συνάντησης και της συνεργασίας μεταξύ των πολιτών μιας ομοσπονδιακής Κύπρου.

 

 

 

  1. Η φενάκη της ευρωπαϊκής λύσης

 

Η αντίστροφη όψη της αναγκαιότητας να υπάρξει διακοινοτική συνεργασία μέσα από τα πολιτικά κόμματα στο πλαίσιο μιας επανενωμένης ευρωπαϊκής Κύπρου αντικατοπτρίζεται στην παρούσα πολιτική συγκυρία στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Πιο συγκεκριμένα, η κριτική απευθύνεται σε εκείνους τους πολιτικούς σχηματισμούς και σε εκείνους τους πολιτικούς δρώντες, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, που ευαγγελίζονται την «ευρωπαϊκή λύση». Η ουσία του πολιτικού τους προτάγματος συμπυκνώνεται στην εκμετάλλευση της συμμετοχής της Κύπρου στην ΕΕ, ώστε να εξαναγκαστεί η Τουρκία να συναινέσει σε μια μορφή λύσης που θα ανταποκρίνεται στις «ευρωπαϊκές αρχές και αξίες». Είτε άμεσα είτε έμμεσα, οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής επιδιώκουν την απεμπλοκή της ελληνοκυπριακής πλευράς από την αναζήτηση ομοσπονδιακής λύσης και απορρίπτουν τη διζωνικότητα, καθώς και το μηχανισμό εξουσίας που τη συνοδεύει. Αντίθετα, υποστηρίζεται στην ουσία η επικράτηση ενός πλειοψηφισμού, ως κεκαλυμμένη κατοχύρωση της δημοκρατικής αρχής, η ολοκληρωτική επιστροφή και αποκατάσταση εκτοπισμένων και περιουσιών και η συνεπαγόμενη υποβίβαση της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε μειονότητα, με εκχώρηση δικλίδων νομικής προστασίας για αυτό το μειονοτικό καθεστώς της.

Έχει πειστικά υποστηριχθεί αλλού ότι η ΕΕ μπορεί να υποδεχθεί στο νομικό της πλαίσιο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας ομοσπονδιακής λύσης.[7] Η ΕΕ έχει διακηρύξει ότι θα δείξει την αναγκαία ευελιξία για να υποδεχθεί στους κόλπους της μια επανενωμένη Κύπρο, όπου ορισμένες από τις τέσσερις βασικές ελευθερίες θα υφίστανται περιορισμούς και αναπροσαρμογές. Το σημαντικό για την ΕΕ, ωστόσο, είναι να εξασφαλίζεται από την τελική διευθέτηση ότι η Κύπρος θα έχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου (και αντίστοιχα, μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας σε περίπτωση που αποτύχει να το πράξει). Επίσης, θα πρέπει η Κύπρος να μιλάει με μία φωνή σε εκείνους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όπου συμμετέχει, ή κατ’ ελάχιστο να μην αποτελεί η αδυναμία της να εκφέρει άποψη και να ψηφίζει, τροχοπέδη στη λειτουργία αυτών των θεσμών. Ήδη, το Πρωτόκολλο αρ. 10 δίνει το μηχανισμό μετάβασης προς αυτή την κατεύθυνση.

Σε σχέση με την περιώνυμη αντιστοιχία της λύσης με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο σκληρός πυρήνας των αρχών αυτών είναι η δημοκρατία, η ειρήνη, το κράτος δικαίου, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αρχή της μη διάκρισης και η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη. Το πλαίσιο που καθορίζεται από τις γενικές αυτές συντεταγμένες είναι αρκούντως ευρύ και ευέλικτο ώστε να υποδεχθεί μια λύση με προσωρινούς ή μόνιμους περιορισμούς στην άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών, που με τη σειρά τους θα τεθούν, ώστε να μπορέσει η τελική συμφωνία να είναι αποδεκτή από τα μέρη και να λειτουργήσει σωστά.

Συχνά αποσιωπάται το γεγονός ότι η ΕΕ δεν είναι ούτε και έχει τη δυνατότητα να γίνει ο κύριος διαπραγματευτής ή μεσολαβητής στην κυπριακή διένεξη, ούτε και να γίνει το κύριο forum επίλυσης της διαφοράς. Παρά το συγκροτημένο πλαίσιο νομικά δεσμευτικών κανόνων, η ΕΕ δεν παρέχει ένα και μοναδικό πλαίσιο λειτουργίας προς το οποίο υπέχουν υποχρέωση συμμόρφωσης όλα τα κράτη μέλη. Μια τέτοια θέση θα δημιουργούσε μια μη ρεαλιστική κατάσταση δυσκαμψίας και δυσλειτουργικότητας για την ίδια την Ένωση, και προφανώς και για τα ίδια τα κράτη μέλη. Παίρνοντας τη θέση ένα βήμα παραπέρα: η ΕΕ δεν δημιουργήθηκε για να επιλυθεί το Κυπριακό, αλλά μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό forum συνύπαρξης και συνεργασίας των δύο κοινοτήτων, όπου οι σκοποί και η ωφέλεια θα εξυπηρετούν τα κοινά τους συμφέροντα.

Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ίδια η ΕΕ είναι το δημιούργημα της πολιτικής κατάστασης που προέκυψε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συνεργασία των πρώην εχθρών κατόρθωσε να δημιουργήσει μια ισχυρή εσωτερική αγορά και να προσδέσει στο οικονομικό της άρμα ένα μακρόπνοο πολιτικό project, που όμοιό του σε σχεδιασμό, αλλά κυρίως απτά αποτελέσματα, δεν υπάρχει σε άλλη περιοχή του κόσμου. Η ίδια η ΕΕ είναι το πολιτικό πείραμα μια πορείας προς τη διαρκή ολοκλήρωση και ομοσπονδιοποίηση κι αυτός είναι ο κατεξοχήν συμβολικός δεσμός με την επιδίωξη μιας ομοσπονδιακής λύσης στο Κυπριακό.

Αντιστρέφοντας τη φενάκη της ευρωπαϊκής λύσης, πρέπει να λεχθεί το εξής: αν υπάρχει κάτι που είναι απαράδεκτο για το ευρωπαϊκό πολιτικό ήθος, αυτό είναι η ίδια η διαίρεση του νησιού και όχι η επιδίωξη λύσης ομοσπονδίας που σκοπό έχει να θέσει ένα τέλος στην ανώμαλη αυτή κατάσταση.

 

  1. Συνεκμετάλλευση φυσικών πόρων

Η ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας προσθέτει μια νέα σημαντική παράμετρο στο κυπριακό πρόβλημα. Ως γενική θέση, μπορεί να ειπωθεί ότι η ανακάλυψη οικονομικά σημαντικών και εκμεταλλεύσιμων φυσικών πόρων μπορούν είτε να αναζωπυρώσουν τη σύγκρουση είτε να χρηματοδοτήσουν την ειρήνη. Η κατεύθυνση που θα αποφασίσουν τα μέρη θα καθορίσει την έκβαση και αυτού του κεφαλαίου.

Τα ζητήματα της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, του είδους που έχουν ανακαλυφθεί στην ΑΟΖ της Κύπρου, εισάγουν συνήθως τρία διακριτά ζητήματα:

1) της ιδιοκτησίας,

2) της διαχείρισης και

3) της συλλογής και αναδιανομής του κέρδους.

Τα πιο πάνω πρέπει να συναρτηθούν με την προ της λύσης και μετά τη λύση εποχή. Στην προ λύσης εποχή που διανύουμε είναι καίριο να υπάρξει ένας τέτοιος χειρισμός που να εξασφαλίζει ότι η αναδιανομή του κέρδους εντός της Κύπρου θα ωφελεί και την τουρκοκυπριακή κοινότητα είτε μέσω της δημιουργίας ενός πάγιου ταμείου όπου θα κατατίθεται το μερίδιο της τ/κ κοινότητας είτε με την εκπόνηση πολιτικών για την ενίσχυση των δράσεων της ΕΕ προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Για την μετά λύση εποχή, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι και τα τρία προαναφερθέντα ζητήματα θα ελέγχονται όχι μόνο από τις δύο κοινότητες από κοινού, αλλά και ότι θα αναληφθούν από διαφορετικά θεσμικά όργανα με σκοπό να αποφευχθούν αχρείαστα συγκεντρωτικές και μονοπωλιακές καταστάσεις, αλλά αντίθετα να διαχέεται η ευθύνη και η λογοδοσία σε περισσότερα όργανα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια το διαρκή αλληλοέλεγχο και τη διασφάλιση της διαφάνειας σε όλα τα στάδια εκμετάλλευσης.

Το ζήτημα των φυσικών πόρων έχει, μαζί με την ευρωπαϊκή προοπτική, τη δυνατότητα να αποτελέσει ακόμα ένα ισχυρό κίνητρο για την καλή τη πίστει συνεργασία εντός της επανενωμένης Κύπρου. Αυτό που προέχει στο παρόν στάδιο είναι να αποφευχθεί και να απορριφθεί η ρητορική και το αίσθημα οικονομικής ανωτερότητας στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Με άλλα λόγια, να μην εδραιωθεί στην κοινωνία η άποψη ότι η αλλαγή των οικονομικών δεδομένων επιτρέπει στην ελληνοκυπριακή πλευρά να καθυστερήσει τη λύση για να προσποριστεί περισσότερα οφέλη από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων ή να θεωρηθεί ότι της δίνουν πλεονέκτημα στις συνομιλίες. Και αντιστρόφως, ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πειθαναγκαστεί στην αποδοχή μιας λύσης, ακριβώς λόγω του ενεργειακού πλούτου που φαίνεται ότι έχει η Κυπριακή Δημοκρατία.

 

  1. Καταληκτικές σκέψεις

 

Η παρέμβαση αυτή ήταν μια απόπειρα να σκιαγραφηθούν ορισμένες πτυχές της επιλογής για μια ομοσπονδιακή λύση μέσα από την ανάδειξη των ζητημάτων που βρίσκονται πίσω από την καθημερινή πολιτική πρακτική και ρητορική. Είναι η άποψη του γράφοντος ότι ένα μέρος της προσπάθειας για απεμπλοκή από τις επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες προσπάθειες πρέπει να επενδυθεί στην απάντηση των ερωτημάτων που τίθενται σε αυτή την παρέμβαση. Ωστόσο, υπάρχουν δύο ζητήματα που θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ως καταληκτικές σκέψεις.

Το πρώτο είναι ότι πέρα από τους λόγους που προβλήθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο αναφορικά με τα πλεονεκτήματα και τη «μηχανική» της ομοσπονδίας, πρέπει να υπενθυμίζεται ότι μια ομοσπονδιακή λύση μπορεί να δημιουργήσει τους όρους που απαιτούνται για την επίτευξη σοβαρής κοινωνικής αλλαγής και προόδου στο νησί. Χωρίς αυτή, το πολιτικό σύστημα είναι καταδικασμένο να αναπαράγει τον εαυτό του, ειδικά στις συνθήκες κομματικού πατριωτισμού που χαρακτηρίζουν το εκλογικό σώμα, τουλάχιστον στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Κατ’ επέκταση, αυτό θα συντελέσει στη διατήρηση του κοινωνικού status quo, χωρίς σοβαρές αναταράξεις. Είναι αυτή μια επιθυμητή επιλογή; Το βέβαιο είναι ότι θα είναι αναπόδραστη συνέπεια της έλλειψης λύσης.

Το δεύτερο είναι ότι, χωρίς την επίτευξη λύσης, ο γράφων θα διακινδυνεύσει την πρόβλεψη ότι οι πολιτικές ελίτ και τα μέλη των δύο κοινοτήτων θα εξωθηθούν αναπόφευκτα σε πιο ακραίες και πιο συγκρουσιακές μορφές πολιτικών, τόσο έναντι της άλλης κοινότητας, όσο και στα interna corporis της κάθε μιας. Συνθήκες, δηλαδή, που μπορούν να οδηγήσουν σε κυκλικές αναζωπυρώσεις της στάσιμης σύγκρουσης στην Κύπρο, με δυσμενείς συνέπειες και για τις δύο κοινότητες.  

 

Νικόλας Κυριάκου

 

[1] Τα κείμενα των συμφωνιών είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών: http://www.cyprus.gov.cy/moi/pio/pio.nsf/All/0A0E34F65017B4A8C2256D7C0035E364?OpenDocument

[2] Υπό αυτή την έννοια η σχετική αναφορά στην παράγραφο 1 του κοινού ανακοινωθέντος Αναστασιάδη-Έρογλου είναι θετική: «Οι ηγέτες διαβεβαίωσαν ότι η λύση θα έχει θετική επίδραση σε ολόκληρη την περιοχή, πρωτίστως όμως θα είναι επωφελής για τους Τουρκουπρίους και τους Ελληνοκυπρίους, με σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, καθώς και στη διακριτή ταυτότητα και ακεραιότητα αμφοτέρων, διασφαλίζοντας το κοινό τους μέλλον σε μια ενωμένη Κύπρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

[3] Ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του consociationalism είναι ο Arend Lijphart. Τα σημαντικότερα έργα του στα οποία παραπέμπεται ο αναγνώστης είναι: «Democracy in plural societies» (New Haven, Yale University Press, 1977) και «Patterns of democracy: Government Forms and Performance in Thirty-Six Countries» (New Haven, Yale University Press, 1999).

[4] Christine Bell, «On the Law of Peace, Peace Agreements and the Lex Pacificatoria» (Oxford, Oxford university Press, 2008).

[5] Δηλωτικό των ανταγωνισμών σε κάθε επίπεδο είναι και το περιεχόμενο των επιστολών ανάμεσα στους δύο ηγέτες. Βλ. Stella Soulioti, Fettered independence, Cyprus 1878-1964, Vol. Two: The Documents, pp. 379-389.

[6] Ευάγγελος Βενιζέλος, Ιδιομορφίες της συνταγματικής πτυχής του Κυπριακού και προοπτικές μιας ομοσπονδιακής δομής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην έκδοση «Το Κυπριακό Ζήτημα, η κυπριακή συνταγματική τάξη και η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση», σελ. 37

[7] Nikos Skoutaris, «The Cyprus Issue - The four freedoms in a Member State Under Siege» (Hart, 2011).

Περιουσιακό: νομικές παράμετροι, πολιτικές εκτιμήσεις και οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού

Περιουσιακό: νομικές παράμετροι, πολιτικές εκτιμήσεις και οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

 

Αποτελεί κοινό τόπο ότι ένα από τα πιο πολύπλοκα κεφάλαια του Κυπριακού προβλήματος είναι αυτό του περιουσιακού. Η διακοινοτική σύγκρουση του 1963-4 και η τουρκική εισβολή του 1974 οδήγησαν εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριωτών μας στον εκτοπισμό, την εγκατάλειψη των οικιών και των περιουσιών τους και στην αποστέρηση του ανθρώπινου δικαιώματος στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. Η διαμόρφωση των νομικών και των πολιτικών δεδομένων στη διάρκεια αυτών των δεκαετιών υπήρξε σύνθετη και πολυποίκιλτη, καθώς περιλαμβάνει νομικά μέτρα εθνικού δικαίου (π.χ. ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμος, Ν. 139/1991) και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ).

Η παρούσα παρέμβαση έχει ως σκοπό να χαρτογραφήσει grosso modo τις νομικές παραμέτρους και να εισαγάγει ορισμένους από τους βασικότερους προβληματισμούς στο ζήτημα της αντιμετώπισης του περιουσιακού. Το κυριότερο θεμέλιο της παρέμβασης είναι η νομολογία του ΕΔΑΔ (δηλαδή το σύνολο των σχετικών δικαστικών αποφάσεων), αφού οι δύο πλευρές την επικαλούνται στις διαπραγματεύσεις και επειδή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, παρά τις διαφωνίες που μπορεί να αρθρώσει κάποιος έναντι των αποφάσεων του, παραμένει θεσμικά ο αυθεντικός ερμηνευτής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).[1]

Σε σχέση με αυτή την εισαγωγική παρατήρηση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δεσμευτικότητα των αποφάσεων και των ερμηνειών του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναρτάται με το κατά πόσον αυτές ενισχύουν τη θέση μίας πλευράς, αλλά θα πρέπει στο σύνολο τους να γίνονται αποδεκτές και να καθοδηγούν την πορεία των διαπραγματεύσεων.

 

 

 

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

 

Μία πρόσφορη αφετηρία για την περιγραφή του δικαιώματος στην ιδιοκτησία καταγράφεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι πρώτες παράγραφοι του άρθρου 23 του Συντάγματος μας προβλέπουν:

 

«1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ’ άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. […].

  1. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  2. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων.

Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.”.

Η νομοτυπική διατύπωση του άρθρου επιτρέπει δύο βασικές επισημάνσεις: πρώτον, τη σαφή πρόβλεψη του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, καθώς και τον ατομικό χαρακτήρα του δικαιώματος. Δεύτερον, τη δυνατότητα στέρησης ή περιορισμού του δικαιώματος αυτού, σύμφωνα με όρους και λόγους που προβλέπονται με σαφήνεια στη σχετική νομοθεσία. Η στέρηση αυτή μπορεί να πάρει μόνιμη ή προσωρινή μορφή και να έχει διαφοροποιημένη επίδραση πάνω στο δικαίωμα. Μέτρα όπως η απαλλοτρίωση, η επίταξη και η επιβολή ορισμένων περιορισμών ως προς τον τρόπο χρήσης και διάθεσης της ιδιοκτησίας εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο που διαγράφει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη.  

Η παρατήρηση ότι το δικαίωμα δύναται να υπόκειται σε στέρηση ή περιορισμό είναι σημαντική, αφού αντικρούει έναν από τους πιο βαθιά ριζωμένους μύθους του Κυπριακού ότι το δικαίωμα στην περιουσία είναι ιερό, απαράγραπτο και αναπαλλοτρίωτο. Ο μύθος αυτός δεν έχει έρεισμα στο κυπριακό ή το διεθνές δίκαιο, ούτε και ανταποκρίνεται στην καθιερωμένη αντίληψη του πεδίου εφαρμογής, την ερμηνεία και την εν τοις πράγμασι προστασία του δικαιώματος. Αντίθετα, η διατήρηση του μύθου απευθύνεται στην ιδιάζουσα διασύνδεση της κυπριακής κοινωνίας με την ακίνητη ιδιοκτησία και επιχειρεί να την εκμεταλλευτεί με αλλότρια κίνητρα. Παρά τον εύηχο και σαγηνευτικό χαρακτήρα του περιεχομένου αυτού του μύθου, παραμένει ένα ρητορικό σχήμα άνευ αντικρύσματος και άνευ πρακτικής εφαρμογής στα δεδομένα του κυπριακού προβλήματος και της νομικής επιστήμης γενικότερα.

Αντίθετα, έχει προκαλέσει αρκετές στρεβλώσεις στην αντίληψη του προβλήματος και έχει ως αναγκαία συνέπεια την περιχαράκωση σε στενά διαπραγματευτικά πλαίσια, που δεν επιτρέπουν ουσιαστική συζήτηση της πτυχής του περιουσιακού. Με τον αυτοεγκλωβισμό στα στενά σύνορα αυτού μύθου, η τ/κ πλευρά ήταν σε θέση να προβάλει πιο σύνθετες και ευέλικτες εισηγήσεις και ρυθμίσεις, γεγονός που της επέτρεπε να βελτιώνει την αξιοπιστία της και να κερδίζει πόντους καλής πίστεως.

Αντίστοιχος αυτοεγκλωβισμός της τ/κ πλευράς μπορεί να θεωρηθεί η θέση του κ. Έρογλου για συνολική ανταλλαγή περιουσιών. Αυτού του είδους οι αυτοεγκλωβισμοί, οι οποίοι δεν επιτρέπουν τη συνολική συζήτηση των πραγματικών δεδομένων και των νομικών επιχειρημάτων, οδηγεί στην οχύρωση πίσω από διαπραγματευτικές θέσεις που επιτρέπουν στη μια πλευρά να εκθέτει την άλλη, λόγω έλλειψης ρεαλισμού, νομικής συνέπειας και πολιτικής βούλησης για ουσιαστικό διάλογο.

Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 23 του κυπριακού Συντάγματος στην ΕΣΔΑ, είναι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 που προβλέπει:

 

“Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

 

Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.”.

 

Αντίστοιχες διατάξεις απαντώνται και σε άλλα συντάγματα φιλελεύθερων, αστικών δημοκρατιών.[2] Και είναι εξίσου σημαντικό να τονιστεί ότι και στις περιπτώσεις εκείνες ο συνταγματικός νομοθετής προκρίνει τη χρηματική αποζημίωση ως μία αποδεκτή μορφή αποκατάστασης της αποστέρησης και ζημιάς που υφίσταται ο ιδιοκτήτης. Αυτό συνδέεται άμεσα με την φύση του ίδιου του δικαιώματος στην ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία είναι ένα αγαθό, η αξία του οποίου μπορεί να αποτιμηθεί με χρηματικούς όρους.

Συνεπώς, σε σχέση με τη φύση του δικαιώματος είναι σημαντικό να συγκρατηθεί ότι-

(α) το δικαίωμα είναι σχετικό και όχι απόλυτο,

(β) επιδέχεται σημαντικών περιορισμών,

(γ) ένα πρόσωπο μπορεί να αποστερηθεί της ιδιοκτησίας του κάτω από όρους που τίθενται εκ των προτέρων στη σχετική νομοθεσία, και

(δ) η χρηματική αποζημίωση είναι μία αποδεκτή μορφή θεραπείας της επέμβασης πάνω στο δικαίωμα.

Συνοψίζοντας, είναι χρήσιμο να θυμίσουμε ως ερμηνευτική και πραγματιστική αρχή στο ζήτημα αυτό που έχει αναφερθεί στη συνταγματική θεωρία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ότι «η νομική έννοια της ιδιοκτησίας ούτε δεδομένη ούτε απόλυτη είναι, αλλά το περιεχόμενο και η λειτουργία της μπορούν και πρέπει να προσαρμόζονται στην αλλαγή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών». [3]

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΔΑΔ

 

Στην ενότητα αυτή θα γίνει μία απόπειρα συνοπτικής παρουσίασης της νομολογίας του ΕΔΑΔ σε υποθέσεις όπου ελληνοκύπριοι αιτητές προσέφυγαν εναντίον της Τουρκίας για την παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ.

 

ΛΟΪΖΙΔΟΥ

 

Η πλέον γνωστή υπόθεση Λοϊζίδου εναντίον Τουρκίας αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες νομικές νίκες ενώπιον αυτού του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση αυτή είναι σημαντική για μία σειρά λόγων. Ένας από αυτούς είναι η επιβεβαίωση από το ίδιο το Δικαστήριο ότι η σχετική διάταξη στο ψευδοσύνταγμα της «ΤΔΒΚ», η οποία προνοούσε ότι όλες οι εγκαταλειφθείσες περιουσίες (κατ’ ουσίαν όλες οι ελληνοκυπριακές περιουσίες) περιέρχονταν στην κυριότητα της «ΤΔΒΚ», δεν είχε ως συνέπεια την απώλεια του νόμιμου τίτλου στην ιδιοκτησία για την κ. Λοϊζίδου. Οι σχετικές παράγραφοι της απόφασης αναφέρουν:

“46. Accordingly, the applicant cannot be deemed to have lost title to her property as a result of Article 159 of the 1985 Constitution of the "TRNC". No other facts entailing loss of title to the applicant’s properties have been advanced by the Turkish Government nor found by the Court. In this context the Court notes that the legitimate Government of Cyprus have consistently asserted their position that Greek Cypriot owners of immovable property in the northern part of Cyprus such as the applicant have retained their title and should be allowed to resume free use of their possessions, whilst the applicant obviously has taken a similar stance.

  1. It follows that the applicant, for the purposes of Article 1 of Protocol No. 1 (P1-1) and Article 8 of the Convention (art. 8), must still be regarded to be the legal owner of the land.”

           Εξίσου σημαντική ήταν και η αναφορά σε σχέση με την ευθύνη της Τουρκίας για την παρεμπόδιση της κ. Λοϊζίδου από το να έχει πρόσβαση και έλεγχο της περιουσίας της:

 

“57. It follows from the above considerations that the continuous denial of the applicant’s access to her property in northern Cyprus and the ensuing loss of all control over the property is a matter which falls within Turkey’s "jurisdiction" within the meaning of Article 1 (art. 1) and is thus imputable to Turkey.”

 

Τέλος, είναι σημαντικό να επισημανθεί και η παρ. 64 της ίδιας απόφασης, όπου το ΕΔΑΔ αναφέρει:

“It has not, however, been explained how the need to rehouse displaced Turkish Cypriot refugees in the years following the Turkish intervention in the island in 1974 could justify the complete negation of the applicant’s property rights in the form of a total and continuous denial of access and a purported expropriation without compensation. Nor can the fact that property rights were the subject of intercommunal talks involving both communities in Cyprus provide a justification for this situation under the Convention. In such circumstances, the Court concludes that there has been and continues to be a breach of Article 1 of Protocol No. 1”.

Το Δικαστήριο επιδίκασε τα ποσά των 300 χιλ. κυπριακών λιρών για την απώλεια χρήσης και 20 χιλ. κυπριακών λιρών για την ηθική ζημιά. Αυτή είναι η μόνη περίπτωση στην οποία η Τουρκία πράγματι κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό, μετά από άσκηση πολλών διεθνών πιέσεων και με αντάλλαγμα την απόδοση σε αυτήν της ιδιότητας της υποψήφιας προς ένταξη στην ΕΕ.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΗ

Η απόφαση στην υπόθεση Λοϊζίδου ήταν σημαντικός σταθμός και το ΕΔΑΔ επανήλθε σε αυτή στην υπόθεση Κύπρος εναντίον Τουρκίας (4η διακρατική), καταλήγοντας στο εξής:

“189. For the above reasons the Court concludes that there has been a continuing violation of Article 1 of Protocol No. 1 by virtue of the fact that Greek-Cypriot owners of property in northern Cyprus are being denied access to and control, use and enjoyment of their property as well as any compensation for the interference with their property rights.”.

Η αναφορά αυτή ήταν μία επιβεβαίωση της νομικής θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και μία πολύτιμη κατοχύρωση όλων των Ελληνοκυπρίων που είχαν αποστερηθεί παράνομα την πρόσβαση, έλεγχο, χρήση και απόλαυση των περιουσιών τους, καθώς και οποιασδήποτε αποζημίωσης για την επέμβαση στα περιουσιακά τους δικαιώματα. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε εκ νέου στην χρηματική αποζημίωση ως μεθόδου θεραπείας.

ΞΕΝΙΔΗ-ΑΡΕΣΤΗ

Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή στηρίχθηκε στα νομολογιακά προηγούμενα των αποφάσεων στη Λοϊζίδου και την 4η Διακρατική. Ωστόσο, το νέο στοιχείο που εντοπίζεται στο κείμενο της απόφασης είναι η καθοδήγηση του Δικαστηρίου ως προς την αντιμετώπιση των υποθέσεων με όμοιο περιεχόμενο:

«40. The Court considers that the respondent State must introduce a remedy which secures genuinely effective redress for the Convention violations identified in the instant judgment in relation to the present applicant as well as in respect of all similar applications pending before it, in accordance with the principles for the protection of the rights laid down in Article 8 of the Convention and Article 1 of Protocol No. 1 and in line with its admissibility decision of 14 March 2005. Such a remedy should be available within three months from the date on which the present judgment is delivered and redress should be afforded three months thereafter.”.

Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο υπέδειξε ότι η Τουρκία είχε την υποχρέωση να εισαγάγει έναν αυθεντικά αποτελεσματικό μηχανισμό θεραπείας για τις περιπτώσεις Ελληνοκυπρίων που είχαν ήδη προσφύγει στο ΕΔΑΔ, προβάλοντας αξιώσεις που αφορούσαν την παραβίαση του δικαιώματος τους στην περιουσία. Οι τουρκικές αρχές πράγματι προχώρησαν στην ετοιμασία νέας νομοθεσίας και στην εγκαθίδρυση ενός οργάνου. Σε μετέπειτα απόφαση του Δικαστηρίου επί της δίκαιης ικανοποίησης στην ίδια υπόθεση, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι:

“The Court notes that the new compensation and restitution mechanism, in principle, has taken care of the requirements of the decision of the Court on admissibility of 14 March 2005 and the judgment on the merits of 22 December 2005.”.

Ουσιαστικά, η απόφαση αυτή είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Immovable Property Commission, η οποία αναφέρεται αδόκιμα και λανθασμένα στην κυπριακή επικαιρότητα ως «Επιτροπή Αποζημιώσεων»).

Η λογική της απόφασης είναι σε αρμονία με τη συνολική προσέγγιση του Δικαστηρίου και του συστήματος προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εγκαθίδρυσε η ΕΣΔΑ. Η λογική αυτή στοχεύει στη θεραπεία των παραβιάσεων σε εθνικό επίπεδο από το ίδιο το κράτος, του οποίου οι πράξεις και οι παραλείψεις οδήγησαν στην παραβίαση. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, μειώνονται οι δυνητικές εστίες παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποφορτίζεται το Δικαστήριο από υποθέσεις με συστημικό ή διαρκή χαρακτήρα.

Η προσέγγιση αυτή σχετίζεται και με άλλη μία στρεβλή θέση που ακούγεται συχνά στην κυπριακή δημόσια σφαίρα, δηλαδή ότι δεν είναι δυνατόν ο θύτης (δηλ. η Τουρκία) να επιλαμβάνεται και να αποφασίζει επί των δικών του παραβιάσεων. Αυτή η θέση, ωστόσο, δεικνύει είτε μία κραυγαλέα άγνοια του διεθνούς δικαίου και ειδικά του συστήματος προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε μία α λα καρτ προσέγγιση της νομολογίας του Δικαστηρίου. Σε οποιοδήποτε από τα δύο ενδεχόμενα, ο λανθασμένος και ο συνακόλουθος αναξιόπιστος χαρακτήρας της θέσης είναι δεδομένος και δεν αντέχει στη βάσανο της κριτικής και του νομικού ελέγχου.

ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

           Στην υπόθεση αυτή κρίθηκαν σημαντικά νομικά ζητήματα, τα οποία άπτονταν της νομιμότητας της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας, της αποτελεσματικότητας της και της αμεροληψίας της. Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς που στόχευαν να αποδείξουν ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω προχώρησε σε μία σειρά από σημαντικές διαπιστώσεις, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες πιο κάτω:

“111. This has led to the situation that individuals claiming to own property in the north may, in theory, come to the Court periodically and indefinitely to claim loss of rents until a political solution to the Cyprus problem is reached. At the present point, many decades after the loss of possession by the then owners, property has in many cases changed hands, by gift, succession or otherwise; those claiming title may have never seen, or ever used the property in question. The issue arises to what extent the notion of legal title, and the expectation of enjoying the full benefits of that title, is realistic in practice. The losses thus claimed become increasingly speculative and hypothetical. There has, it may be recalled, always been a strong legal and factual link between ownership and possession (see, for example, J.A. Pye (Oxford) Ltd and J.A. Pye (Oxford) Land Ltd v. the United Kingdom [GC], no. 44302/02, ECHR 2007‑III concerning extinction of title in adverse possession cases) and it must be recognised that with the passage of time the holding of a title may be emptied of any practical consequences.

  1. This is not to say that the applicants in these cases have lost their ownership in any formal sense; the Court would eschew any notion that military occupation should be regarded as a form of adverse possession by which title can be legally transferred to the invading power. Yet it would be unrealistic to expect that as a result of these cases the Court should, or could, directly order the Turkish Government to ensure that these applicants obtain access to, and full possession of, their properties, irrespective of who is now living there or whether the property is allegedly in a militarily sensitive zone or used for vital public purposes.
  2. The Court can only conclude that the attenuation over time of the link between the holding of title and the possession and use of the property in question must have consequences on the nature of the redress that can be regarded as fulfilling the requirements of Article 35 § 1 of the Convention.
  3. The Court’s case-law indicates that if the nature of the breach allows restitutio in integrum, it is for the respondent State to implement it. However, if it is not possible to restore the position, the Court, as a matter of constant practice, has imposed the alternative requirement on the Contracting State to pay compensation for the value of the property. This is because the Contracting Parties to a case are in principle free to choose the means whereby they will comply with a judgment in which the Court has found a breach. This discretion as to the manner of execution of a judgment reflects the freedom of choice attaching to the primary obligation of the Contracting States under Article 1 of the Convention to secure the rights and freedoms guaranteed under the Convention (see, among many authorities, Papamichalopoulos and Others v. Greece (Article 50), 31 October 1995, § 34, Series A no. 330-B). The Court notes that it has consistently applied the above approach even to cases of manifestly unlawful and flagrant expropriations of property (see, for example, Papamichalopoulos and Others, cited above, and Iatridis v. Greece (just satisfaction) [GC], no. 31107/96, ECHR 2000‑XI); it does not perceive that any difference of principle arises where the illegality is on an international level. While it goes without saying that Turkey is regarded by the international community as being in illegal occupation of the northern part of Cyprus, this does not mean that when dealing with individual applications concerning interference with property, the Court must apply the Convention any differently.
  4. The Court must also remark that some thirty-five years after the applicants, or their predecessors in title, left their property, it would risk being arbitrary and injudicious for it to attempt to impose an obligation on the respondent State to effect restitution in all cases, or even in all cases save those in which there is material impossibility, a suggested condition put forward by the applicants and intervening Government which discounts all legal and practical difficulties barring the permanent loss or destruction of the property. It cannot agree that the respondent State should be prohibited from taking into account other considerations, in particular the position of third parties. It cannot be within this Court’s task in interpreting and applying the provisions of the Convention to impose an unconditional obligation on a Government to embark on the forcible eviction and rehousing of potentially large numbers of men, women and children even with the aim of vindicating the rights of victims of violations of the Convention.
  5. It is evident from the Court’s case-law that while restitution laws implemented to mitigate the consequences of mass infringements of property rights caused, for example, by communist regimes, may have been found to pursue a legitimate aim, the Court has stated that it is still necessary to ensure that the redress applied to those old injuries does not create disproportionate new wrongs. To that end, the legislation should make it possible to take into account the particular circumstances of each case (see, for example, Pincová and Pinc v. the Czech Republic, no. 36548/97, § 58, ECHR 2002‑VIII). Thus, there is no precedent in the Court’s case-law to support the proposition that a Contracting State must pursue a blanket policy of restoring property to owners without taking into account the current use or occupation of the property in question.
  6. Thus, the Court maintains its view that it must leave the choice of implementation of redress for breaches of property rights to Contracting States, who are in the best position to assess the practicalities, priorities and conflicting interests on a domestic level even in a situation such as that pertaining in the northern part of Cyprus. No problem therefore arises as regards the impugned discretionary nature of the restitutionary power under Law no. 67/2005.”.

Συνοψίζοντας τηλεγραφικά τις πιο πάνω θέσεις του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι:

(α) με το πέρασμα του χρόνου η κατοχή ενός τίτλου ιδιοκτησίας μπορεί να μην έχει πρακτικές συνέπειες,

(β) ο νόμιμος τίτλος δεν χάνεται μεν, αλλά δεν θα ήταν ρεαλιστικό για το Δικαστήριο να διατάξει την Τουρκία να επιστρέψει όλες τις περιουσίες, ασχέτως του ποιός ζει σήμερα σε αυτές,

(γ) η επιλογή ανάμεσα στην αποκατάσταση (δηλαδή την επιστροφή της περιουσίας) και τη χρηματική αποζημίωση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του κράτους,

(δ) δεν θεμελιώνεται γενική υποχρέωση πλήρους αποκατάστασης (δηλ. επιστροφής της περιουσίας), ειδικά χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παρούσα χρήση ή κατοχή της επίδικης περιουσίας.

ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ

Με την απόφασή του στην υπόθεση Δημόπουλος, το ΕΔΑΔ ολοκλήρωσε τον κύκλο που άνοιξε στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη, αφού κατέστησε σαφές ότι η εισαγωγή και λειτουργία της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της ΕΣΔΑ και εισαγάγει τη γνωστή διάκριση ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και το χρήστη, χωρίς να προχωρά σε οποιαδήποτε εξειδίκευση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων τους, στα πλαίσια της κυπριακής διένεξης.

Η απόφαση του Δικαστηρίου φαίνεται να επιχειρεί μία ρεαλιστική εξισορρόπηση της πραγματικής κατάστασης επί του εδάφους με την προσήλωση στις νομικές αρχές και το πλαίσιο της Σύμβασης. Μέσα από αυτό το φακό μπορεί να γίνει κατανοητή η προσπάθεια του Δικαστηρίου να προστατεύσει αφενός τους ιδιοκτήτες[4] και από την άλλη να αποφύγει την πολιτική και κοινωνική αναταραχή που θα επέφερε η επιβολή της υποχρέωσης της επιστροφής όλων ανεξαιρέτως των περιουσιών.[5]Η απόφαση στη Δημόπουλος άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα της νομικής συζήτησης του περιουσιακού. Κατά μία έννοια, στα πιο πάνω αποσπάσματα, προοικονομείται ένα σημαντικό μέρος της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις δύο πλευρές και δίδεται μία διέξοδος αντιμετώπισης της πτυχής αυτής.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αντιμετώπιση του περιουσιακού μπορεί να γίνει με διαφορετικούς όρους και με διαφορετική νομική ερμηνεία των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών και των χρηστών. Απομένει για τους υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης και τους στείρους αρνητές της προσέγγισης του Δικαστηρίου να αντιπροτείνουν ένα συνολικό τρόπο αντιμετώπισης του περιουσιακού, κατά τρόπο νομικά ασφαλή, πολιτικά ρεαλιστικό και κοινωνικά υλοποιήσιμο, στα πλαίσια μιας μελλοντικής λύσης.

Με άλλα λόγια, η προσέγγιση του Δικαστηρίου ενδεχομένως να μην είναι η μόνη ορθόδοξη και εφικτή λύση του περιουσιακού, ωστόσο παραμένει στο προσκήνιο ως μία λύση, που παρέχει ένα γενικό πλαίσιο αντιμετώπισης. Όσοι απορρίπτουν την προσέγγιση του, υποπίπτουν στην αντίφαση της επιλεκτικής προτίμησης των παλαιότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου έναντι των νεότερων. Περαιτέρω, φαντάζει ανορθόδοξη και μάλλον ανοίκεια η προσπάθεια από τις ομολογουμένως πυκνές στρατιές κυπρίων νομικών να εξηγηθεί στη διεθνή κοινότητα, ώστε αυτή επιτέλους να πεφωτισθεί και να αντιληφθεί, ποιά είναι η σωστή και σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο ερμηνεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το σύνθημα «Όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους» αποτέλεσε ένα από τα εμβληματικότερα των πρώτων δεκαετιών μετά την εισβολή. Με αυτό διεκδεικείτο η συνολική και πλήρης αποκατάσταση των περιουσιακών δικαιωμάτων και η επιστροφή όλων των ελληνοκυπρίων στις πατρογονικές τους εστίες. Το πρόβλημα ήταν, ωστόσο, ότι, όπως κάθε σύνθημα, έτσι και αυτό διακήρυσσε μεν τον στόχο, αλλά δεν πρότεινε τα μέσα επίτευξης του.

Η απόφαση του Δικαστήριου στην υπόθεση Δημόπουλος ήρθε ως μια επώδυνη σύγκρουση με την πραγματικότητα για όσους πίστεψαν γνήσια στο σύνθημα, αλλά και για όσους το πρόταξαν χρησιμοθηρικά και σήμανε την ολοκληρωτική χρεωκοπία του ιδεολογήματος του μακροχρόνιου. Αποτέλεσε, επίσης, μία συντριπτική ήττα της νομικίστικης, μαξιμαλιστικής και κενόδοξης προσέγγισης που είχε ξεκινήσει με την απόφαση Λοϊζίδου. Παρά το γεγονός ότι όσοι είχαν εμπλακεί άμεσα σε εκείνη την υπόθεση δεν εξέφρασαν ποτέ ευσεβοποθισμούς αναφορικά με τις δυνατότητες του μηχανισμού του ΕΔΑΔ να δώσει νομικές, οικονομικές ή πολιτικές λύσεις, μια σημαντική μερίδα πολιτικών και νομικών υπηρέτησαν πρόθυμα το απατηλό όραμα του να γονατίσουμε πολιτικά την Τουρκία στο ΕΔΑΔ και να τη στραγγαλίσουμε με τις αποζημιώσεις που θα καλείτο να καταβάλει. Η κατάχρηση του μηχανισμού του ΕΔΑΔ δεν έγινε τυχαία, αλλά καλλιεργήθηκε και ευνοήθηκε από κινήσεις, πολιτικούς σχηματισμούς και δικηγόρους που προσπορίστηκαν ίδιον όφελος από τις ρητορικές κορώνες τους ενώπιον του ημεδαπού ακροατηρίου.

Όταν το ΕΔΑΔ άρχισε να διαφοροποιεί τη στάση του από την απόφαση στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη και στη Δημόπουλος, το ρεπερτόριο των διαπρύσιων κηρύκων άλλαξε: το ΕΔΑΔ ήταν πια ένα επιρρεπές στην πολιτικοποίηση δικαστήριο που εξυπηρετούσε την Τουρκία και πωλούσε εκδούλευση στους ξένους, που μας είχαν βάλει στο μάτι. Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον ακόμα μιας περίπτωσης της ευγενούς τύφλωσης και ομαδικής ψύχωσης, όπου οι προσδοκίες και η απόρριψη του συμβιβασμού στο όνομα μιας φευγαλέας αξιοπρέπειας και πατριωτισμού, μας έχουν οδηγήσει σε άλλη μια περιφανή ήττα.

Υπό μορφή κατακλείδας σε αυτή την ενότητα, αξίζει να συγκεφαλαιωθούν τα πιο πάνω στις ακόλουθες 59 λέξεις: ακόμα και αν όλες οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ επιτύγχαναν, ακόμα και αν όλοι οι ιδιοκτήτες περιουσίας κυνηγούσαν τον κάθε τωρινό χρήστη σε όλα τα διαθέσιμα δικαστικά fora, το πρόβλημα θα παρέμενε αναλλοίωτο, αφού ούτε ένα εκατοστό της κατεχόμενης γης μας δεν θα επέστρεφε στο νόμιμο ιδιοκτήτη και κανείς δεν θα χρησιμοποιούσε την περιουσία του κατά τον τρόπο που επιθυμεί. Αυτό, ωστόσο, μπορεί να επιτεχυθεί μέσα από τη συνοική επίλυση του προβλήματος.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ

Η τρέχουσα διαδικασία διαπραγμάτευσης περιλαμβάνει ασφαλώς το ζήτημα του περιουσιακού. Η μεθοδολογική προσέγγιση της συζήτησης γίνεται σε τρία επίπεδα: στην ομάδα εργασίας του περιουσιακού, όπου συμμετέχουν τεχνοκράτες από τις δύο πλευρές, στο επίπεδο των δύο διαπραγματευτών και στο επίπεδο των ηγετών. Οι δύο ηγέτες έχουν συμφωνήσει σε ορισμένες βασικές καθοδηγητικές αρχές, οι οποίες παρατίθενται στην πιο κάτω παράγραφο:

«Regarding property, the leaders agreed that the individual’s right to property is respected. There shall be different alternatives for the regulation of the exercise of this right. Dispossessed owners and current users shall have various choices regarding their claims to affected properties. These different choices shall include compensation, exchange and reinstatement. The exercise of any such choice shall be subject to agreed criteria. There shall be a list of categories of affected properties. There shall be an independent Property Commission mandated to resolve property claims based on mutually agreed criteria. The Property Commission shall comprise of equal number of Turkish Cypriot and Greek Cypriot members.”[6]

Η παράγραφος αυτή θέτει το πλαίσιο της συζήτησης και συμπυκνώνει σημαντικές παραμέτρους, οι οποίες ανταποκρίνονται στο σύνολο της νομολογίας του ΕΔΑΔ. Το κυριότερο κέρδος και για τις δύο πλευρές είναι η αναγνώριση του σεβασμού του ατομικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Το κέρδος αυτό αφορά τόσο τους Ελληνοκύπριους όσο και τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι η συζήτηση για το περιουσιακό γίνεται συχνά στη βάση της λανθασμένης αντίληψης ότι αυτό αφορά μόνο τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες, παραγνωρίζοντας τη σημαντική “αντίστροφη” διάσταση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων ιδιοκτητών γης στις ελεύθερες περιοχές.

Η αναφορά στο σεβασμό του ατομικού δικαιώματος θα πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνει τη σύζευξη του περιεχομένου των διαπραγματεύσεων με το διεθνές δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το “κεκτημένο” της απόφασης του ΕΔΑΔ στην Λοϊζίδου. Επίσης, δεν είναι άνευ σημασίας η αναγνώριση εκ μέρους της τουρκοκυπριακής πλευράς της ιδιότητας των ιδιοκτητών (‘owners’), ενώ από την άλλη η αναφορά σε ‘current users’ αποτελεί περιγραφή της σημερινής κατάστασης.

Περαιτέρω, το πλαίσιο αυτό σκιαγραφεί τη διαδικαστική πτυχή της αντιμετώπισης των αξιώσεων που έχουν οι ιδιοκτήτες και οι χρήστες, επί της περιουσίας. Τα ουσιαστικά ζητήματα σε αυτό το πλαίσιο είναι η ύπαρξη συμφωνημένων κριτηρίων για την προβολή αξιώσεων επί της ιδιοκτησίας και τριών ισότιμων, εναλλακτικών θεραπειών. Η σημασία των δύο αυτών ζητημάτων δεν πρέπει να παραγνωρίζεται: αυτά θα επιτρέψουν τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος δικαίου, όπου οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα ουσιαστικά και διαδικαστικά βήματα που οφείλουν να ακολουθήσουν για να διεκδικήσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Παράλληλα, οι σαφείς και συγκεκριμένοι κανόνες λειτουργίας της μελλοντικής Επιτροπής και ειδικά τα κριτήρια θα επιτρέψουν στις δύο πολιτικές κοινότητες να βρουν ένα κοινά αποδεκτό τρόπο επίλυσης, χωρίς να υπάρχει η ανησυχία οποιουδήποτε αιφνιδιασμού ή ανατροπής των συμφωνηθέντων. Και τέλος, το συνολικό πλαίσιο λειτουργίας όλου του μηχανισμού, θα βρίσκεται κάτω από την επίβλεψη του ΕΔΑΔ. Οποιοδήποτε πρόσωπο κρίνει ότι το δικαίωμα του παραβλάθηκε, τότε θα έχει το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.

Η συζήτηση του περιουσιακού περιλαμβάνει πολλούς παράγοντες, οι οποίοι απαιτούν εξειδικευμένη γνώση, συνολική εποπτεία των πραγματικών δεδομένων επί του εδάφους, νομική αντίληψη και ανάλυση στατιστικών στοιχείων που αφορούν την πληθυσμιακή και γεωγραφική συνάρτηση της πτυχής αυτής.

Τι εννοείται με τις πιο πάνω αναφορές; Ενδεικτικά και μόνο αναφέρεται ότι η συζήτηση του περιουσιακού απαιτεί γνώση των ποσοστών της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας γης, το είδος της χρήσης και ανάπτυξης που έχει υπάρξει στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών (στέγαση, τουρισμός, κοινωφελή έργα), διασύνδεση με το κεφάλαιο του εδαφικού, γνώση των σχετικών δικαστικών αποφάσεων και πραγματική αποτύπωση των σημερινών δικαιούχων (αφού ένας σημαντικός αριθμός εκτοπισμένων έχει πεθάνει και τα δικαιώματα τους θα ασκηθούν από τους διαδόχους τους).

Η πιο πάνω παράθεση ορισμένων μόνο από τις παραμέτρους γίνεται για να καταδειχθεί ότι η απόρριψη του σημερινού πλαισίου των διαπραγματεύσεων είναι διπλά προβληματική: αφενός υποστηρίζει μία φαινομενικά δίκαιη αντιμετώπιση, αφού αξιώνει την επιστροφή όλων των περιουσιών στους νόμιμους ιδιοκτήτες, αλλά αποτυγχάνει να εντάξει τα νομικά και πραγματικά δεδομένα, που αναφέρονται σε αυτήν παρέμβαση, στην επίλυση του προβλήματος. Ουσιαστικά, αυτό που αξιώνεται δεν είναι η επιστροφή στη γη, αλλά η επιστροφή στο χρόνο, δηλαδή στο χρονικό σημείο πριν την επέλευση των παραβιάσεων, κάτι που προφανώς εγγράφεται στον ορίζοντα της πολιτικής φαντασίας. Αφετέρου, η απόρριψη ενός τρόπου λύσης, θα πρέπει επιτέλους να συνοδευθεί και από ένα ρεαλιστικό και αρκούντως σαφές εναλλακτικό σχέδιο. Η στάση που θέλει την Κύπρο ως τον αδύναμο που περιφέρει το δίκιο του, ζητώντας την αποκατάστασή του, είναι μια δημοφιλής προσέγγιση, που απευθύνεται στο θυμικό των Ελληνοκυπρίων, πλην όμως ιδωμένη στο πλαίσιο του Κυπριακού προβλήματος είναι αποδεδειγμένα αναποτελεσματική και μάλλον ζημιογόνος.[7]

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Η παρούσα παρέμβαση είχε ως σκοπό να σκιαγραφήσει σε αδρές γραμμές ορισμένες από τις νομικές και πραγματικές παραμέτρους που συναπαρτίζουν το πρόβλημα του περιουσιακού. Οι αναφορές στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ έγινε κατά τρόπο ενδεικτικό, ώστε να δοθεί το κύριο στίγμα τους. Η ανάλυση έγινε με στόχο να εξηγηθεί η ιστορική, νομική και πολιτική προέκταση τους, ώστε να ερμηνευθούν και να ενταχθούν συστηματικά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι το πλαίσιο συζήτησης στην παρούσα διαπραγματευτική διαδικασία κινείται εντός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου, παρά τις περί του αντιθέτου κριτικές, οι οποίες εξακολουθούν να μην έχουν ένα σοβαρό υπόβαθρο τεκμηρίωσης.

Το περιουσιακό έχει αποκτήσει σύνθετες νομικές και πολιτικές όψεις και κάθε απόπειρα ανάλυσης θα χρήζει πάντοτε συμπλήρωσης και διευκρινίσεων. Το βέβαιο είναι ότι δεν επιδέχεται υπεραπλουστεύσεων και εύκολων απαντήσεων, ενώ από την άλλη η όποια λύση του συνεπάγεται την ανάγκη συνειδητοποίησης ότι η αντιστροφή των δυσμενών συνεπειών της παρανομίας απαιτεί χρόνο και κόστος, μα πάνω από όλα γνήσια θετική πρόθεση για την αλλαγή της σημερινής κατάστασης.

Η επίλυση του περιουσιακού δεν θα αποτελέσει μια σημαντική στιγμή στην αποκατάσταση των παραβιάσεων, αλλά έχει παράλληλα τη δυνατότητα να αναδιατάξει τον κοινωνικο-οικονομικό συσχετισμό εντός της κυπριακής κοινωνίας. Αυτό μπορεί να γίνει με άμεσο τρόπο, αφού η νομική ασφάλεια που θα επιτευχθεί ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς θα συντείνει στη διεύρυνση της διαθέσιμης γης, ενώ θα σταματήσει την ανισότητα που δημιούργησε η απώλεια γης στα κατεχόμενα και η αύξηση της αξίας της στις ελεύθερες περιοχές. Μπορεί, επίσης, να γίνει με έμμεσο τρόπο, αφού ένα μέρος της οικονομικής ανάπτυξης θα αφορά την εν ευρεία εννοια αγορά γης.

Η ανάλυση αυτή δεν διεκδικεί τις δάφνες της μοναδικής αλήθειας. Η μόνη φιλοδοξία είναι παρουσιάσει και να εξηγήσει σημαντικά ορόσημα στο πεδίο του περιουσιακού, χωρίς νεφελώδεις νομικούς όρους και να αξιολογήσει κριτικά το περιεχόμενο των θέσεων όσων απορρίπτουν τη διευθέτηση του περιουσιακού, μέσα από την τρέχουσα, αλλά και παλαιότερες, διαδικασία διαπραγμάτευσης.

Πέραν των ουσιαστικών ζητημάτων, αυτό που αναδεικνύεται είναι η αποσπασματικότητα του δημοσίου διαλόγου και η διεξαγωγή του με όρους λαϊκισμού, ηθικού πανικού και μικροπολιτικής υστεροβουλίας, παρά με πολιτικούς και στρατηγικούς όρους. Δυστυχώς, καλλιεργήθηκε για χρόνια η αντίληψη ότι μπορεί να υπάρξει μόνο μία νομικά ορθή λύση του περιουσιακού, αλλά αυτή δεν έρχεται, αφού η ελληνοκυπριακή ηγεσία δεν έχει τα εχέγγυα πατριωτισμού ή οι ξένοι απεργάζονται διαρκώς δόλιες μεθόδους για να μας εξαπατήσουν στην αποδοχή μίας λύσης που δεν θα ανταποκρίνεται στα πρότυπα του διεθνούς δικαίου. Ίσως θα ήταν καλύτερο αυτός ο διάλογος να γίνει, επιτέλους, όπως περιγράφει ένα παλιό ελληνικό τραγούδι, δηλαδή με “λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά”.

 

Νικόλας Κυριάκου*

 

[1] Υπάρχουν, σαφώς, και άλλες πηγές του διεθνούς δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν επίκλησης κατά τις διαπραγματεύσεις, προς ενίσχυση των επιχειρημάτων. Ένα παράδειγμα προέρχεται από τα Ηνωμένα Έθνη: “PRINCIPLES ON HOUSING AND PROPERTY RESTITUTION FOR REFUGEES AND DISPLACED PERSONS”, γνωστές και ως αρχές Pinheiro (http://www.unhcr.org/50f94d849.html).

[2] Βλ. χάριν παραδείγματος, τις ομόλογες διατάξεις στο Σύνταγμα της Ελλάδος: http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/article-17/ και στο γερμανικό Σύνταγμα: https://www.bundestag.de/blob/284870/ce0d03414872b427e57fccb703634dcd/basic_law-data.pdf

[3] Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 3η έκδ. (2006), σ. 362.

[4] βλ. την αναφορά: “This is not to say that the applicants in these cases have lost their ownership in any formal sense; the Court would eschew any notion that military occupation should be regarded as a form of adverse possession by which title can be legally transferred to the invading power.”

[5] βλ. την αναφορά: “It cannot be within this Court’s task in interpreting and applying the provisions of the Convention to impose an unconditional obligation on a Government to embark on the forcible eviction and rehousing of potentially large numbers of men, women and children even with the aim of vindicating the rights of victims of violations of the Convention.”

[6] http://www.unficyp.org/nqcontent.cfm?a_id=6745

[7] Η στάση αυτή έχει σαφή συγγένεια με το ιδεολόγημα της «μικράς και πτωχής, πλην τιμίας Ελλάδος» που κυριάρχησε για μία περίοδο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Το ιδεολόγημα ηττήθηκε ιστορικά και πολιτικά, οδηγώντας στην αύξηση της επικράτειας του Ελληνικού Κράτους και στην ισχυροποίηση της παρουσίας του στη βαλκανική.

* Ο Νικόλας Κυριάκου είναι διδάκτωρ του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας. Το θέμα της διατριβής του αφορούσε τις καταναγκαστικές εξαφανίσεις στο διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι κάτοχος των τίτλων LLM in European Community Law (Leiden, 2005) και LLM in International, Comparative and European Law (EUI, 2008). Έχει εργαστεί ως διπλωματικός ακόλουθος στο κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών (2005-2007), ως δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων (2007-2008) και ως δικηγόρος στους τομείς του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (2011 - σήμερα).

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι