Σώτος Κτωρής
Σώτος Κτωρής

Σώτος Κτωρής

Ενταφιάζεται το «όραμα» Ντενκτάς

Ο Ραούφ Ντενκτάς είχε θέσει ως «όραμα» ζωής την επίτευξη ενός αμιγώς τουρκικού «χώρου» στο βόρειο μέρος του νησιού. Ουδέποτε πίστεψε στην προοπτική της επανένωσης της Κύπρου, στον στόχο μιας ομοσπονδιακής λύσης. Αντιθέτως, επιδίωξε με συνέπεια, είτε τη διαιώνιση του στάτους κβο, είτε μια λύση συνομοσπονδίας. Η ευόδωση των επιδιώξεων Ντενκτάς προϋπέθετε, όμως, ότι ακόμη και αν επιτυγχανόταν μια πολιτική συμφωνία στο Κυπριακό, αυτή θα έπρεπε να περιλαμβάνει μόνιμους περιορισμούς στην ενάσκηση των βασικών ελευθεριών (διακίνησης, εγκατάστασης, απόκτησης περιουσίας), καθώς και των θεμελιωδών ελευθεριών, ήτοι, της ελευθερίας διακίνησης προσώπων και αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Και ότι αυτές οι ρυθμίσεις θα ενσωματώνονταν στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ. Ο Ντενκτάς επιδίωξε να ελαχιστοποιήσει ή και να εκμηδενίσει τον αριθμό των Ελληνοκυπρίων που θα εγκαθίσταντο στον βορρά, προκειμένου να επιτύχει την αποξένωση των Τουρκοκυπρίων από τους Ελληνοκυπρίους και να αποτρέψει τη διαμόρφωση συνεργειών ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Ο στρατηγικός στόχος του Ραούφ Ντενκτάς υπήρξε, ουσιαστικά, η οικοδόμηση δύο απολύτως διακριτών «κόσμων». Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου καθίσταται πλέον ανέφικτη, καθότι στο πλαίσιο τής παρούσας διαπραγματευτικής διαδικασίας, η πλήρης εφαρμογή των βασικών και των θεμελιωδών ελευθεριών καταγράφεται, ήδη, ως συμφωνημένη σύγκλιση.  
 
Όλοι οι Κύπριοι, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής, θα διαθέτουν το δικαίωμα να εγκαθίστανται, να αποκτούν περιουσία, να εργάζονται, να εγκαθιδρύουν επιχείρηση ή να ασκούν οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα οπουδήποτε στην κυπριακή επικράτεια. Όλοι, μηδενός εξαιρουμένου. Αυτές οι ελευθερίες διασφαλίζονται με τη σύγκλιση που σχετίζεται με το «δικαίωμα διαμονής», το γνωστό ως right of abode, το οποίο θα ασκείται, από την πρώτη μέρα, από όλους του Κύπριους πολίτες.  Η συγκεκριμένη έννοια δεν είναι νεοφανής. Στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, για παράδειγμα, η ενάσκηση των βασικών ελευθεριών προσδιορίζεται από την αναφορά, στη σχετική νομοθεσία, πως «all British citizens have the right of abode in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland». Ο ισχυρισμός, επομένως, ότι ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα μπορούν να εγκατασταθούν στον βορρά δεν θα υπερβαίνει το 20% του πληθυσμού της τ/κ πολιτείας είναι παντελώς αναληθής. Η ποσόστωση «20%» αναφέρεται στον αριθμό των Ελληνοκυπρίων που θα διαβιούν στην τ/κ πολιτεία διαθέτοντας το καθεστώς «Domicile» (διεύθυνσης διαμονής), βάσει του οποίου θα τους δίδεται το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, εντός της τ/κ πολιτείας, για τις δημοτικές εκλογές και τις ευρωεκλογές. Όσοι, πέραν αυτών που θα διαθέτουν το καθεστώς «Domicile», επιλέξουν να εγκατασταθούν στην τ/κ πολιτεία θα ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα στην ε/κ πολιτεία. Με ένα καθεστώς που θα προσομοιάζει με αυτό του ετεροδημότη. Οι ρυθμίσεις αναφορικά με την άσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων είναι απολύτως συμβατές με όσα ορίζονται από το διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και τα Πολιτικά Δικαιώματα.

Η μοναδική παρέκκλιση που θα ισχύσει, στο πλαίσιο της συμφωνίας, θα αφορά το δικαίωμα στην απόκτηση περιουσίας. Όπου, για μια μεταβατική περίοδο, θα ορίζεται πως για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας πέραν μιας συγκεκριμένης έκτασης θα απαιτείται η συγκατάθεση και των πολιτειακών αρχών. Αυτή η ρύθμιση, ωστόσο, δεν θα επηρεάζει το δικαίωμα οποιουδήποτε να αποκτήσει, από την επόμενη μέρα της λύσης, μια κατοικία ή και ένα οικόπεδο ή και μια επαγγελματική στέγη οπουδήποτε στην Κύπρο. Αυτά θα είναι, εξ υπαρχής, κατοχυρωμένα. Η εν λόγω παρέκκλιση κρίνεται επιβεβλημένη προκειμένου να αντιμετωπιστούν, βασικά, οι ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων, ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θα επιχειρήσουν να «απορροφήσουν» την οικονομικά ασθενέστερη τ/κ κοινότητα. Μια ανησυχία που έχει βαθιά ιστορικότητα μέσα στην τ/κ κοινότητα συνεπεία της «τραυματικής» συνύπαρξης στα ογδόντα δύο χρόνια της αποικιακής περιόδου. Όταν οι Τουρκοκύπριοι μετατράπηκαν από μια δεσπόζουσα κοινότητα σε μια μειονότητα με περιθωριακή συμμετοχή στα οικονομικά πεπραγμένα του νησιού. Αυτό που έχει σημασία, πάντως, είναι ότι αυτή η ρύθμιση θα είναι προσωρινή. Και θα παύσει να ισχύει, είτε με την παρέλευση μιας συγκεκριμένης μεταβατικής περιόδου, είτε όταν το κατά κεφαλήν εισόδημα στην τ/κ κοινότητα φτάσει στο 85% του αντίστοιχου ελληνοκυπριακού.

Οι συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί στις διαπραγματεύσεις αναφορικά με τις βασικές ελευθερίες είναι ιστορικής σημασίας. Η ενωμένη ομοσπονδιακή Κύπρος θα είναι είναι σύγχρονο κράτος η λειτουργία του οποίου θα εδράζεται στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Κατανοητές και αναμενόμενες οι υστερικές αντιδράσεις των Γκρίζων Λύκων και των άλλων εθνικιστικών δυνάμεων στα κατεχόμενα. Ευρίσκονται, πλέον, σε κατάσταση πανικού, αφού διαπιστώνουν ότι το «όραμα» του πολιτικού τους μέντορα, Ραούφ Ντενκτάς, ενταφιάζεται οριστικά.

Η ώρα της αλήθειας για εδαφικό και εγγυήσεις. Tου Σώτου Κτωρή

Σύμφωνα με όσα δημοσίως δηλώνει ο ΠτΔ, έχουν επιτευχθεί σημαντικότατες συγκλίσεις, στις συνομιλίες, στα τέσσερα από τα έξι διαπραγματευτικά κεφάλαια. Ασφαλώς, αυτό κατέστη εφικτό επειδή η νυν τ/κ ηγεσία μετακινήθηκε από παλαιότερες -και εντελώς απαράδεκτες- διεκδικήσεις για λύση συνομοσπονδίας, για πληθυσμιακά ομοιογενείς περιοχές, για συνολική ανταλλαγή περιουσιών, για περιορισμούς στην ενάσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών και για μόνιμες παρεκκλίσεις οι οποίες θα ενσωματώνονταν στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ. Σε ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργικότητα του κράτους, τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης και των πολιτειών, τη συνομολόγηση διεθνών συμφωνιών, την ενοποίηση της οικονομίας, την αστυνόμευση, τη δημογραφική σύνθεση κ.ο.κ. καταγράφονται, πλέον, ευρύτατες συγκλίσεις.
Μόρφου

Με δεδομένες, επομένως, τις συγκλίσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί, είναι σχεδόν βέβαιο πως οι δύο πλευρές θα προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο, της διαδικασίας που αφορά τη συζήτηση του εδαφικού. Και εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως είναι η πρώτη φορά, από το 1974, που μια τ/κ ηγεσία αποδέχεται να συζητήσει -και με την υποβολή χαρτών- αυτήν την πτυχή του Κυπριακού. Δεν συνεπάγεται, ασφαλώς, πως θα είναι εύκολη η εξεύρεση μιας συμβιβαστικής φόρμουλας. Κάθε άλλο. Οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται, προς το παρόν, ανυποχώρητοι στο ενδεχόμενο σοβαρών εδαφικών αναπροσαρμογών. Εμμένουν στη θέση για περιορισμένες «επιστροφές» εδαφών ισχυριζόμενοι ότι η συμφωνία στο εδαφικό δεν θα πρέπει να αγνοεί την υπάρχουσα κοινωνική κανονικότητα και τα τετελεσμένα που διαμόρφωσε επί του εδάφους η παρέλευση του χρόνου. Ειδικότερα από το 2004 και εντεύθεν. Η τ/κ οπτική γωνία φωτογραφίζει, προφανώς, τη Μόρφου.

Έναντι αυτού του αφηγήματος ο ΠτΔ προτάσσει ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί συμφωνία η οποία θα διαλαμβάνει ότι η εδαφική πτυχή θα είναι δυσμενέστερη από αυτήν που προέβλεπε το σχέδιο Ανάν. Και νομιμοποιείται να εμμείνει σε αυτή τη θέση. Ακόμη και αν κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται την κατάρρευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Ο ΠτΔ ορθώς ισχυρίζεται πως ένας χάρτης που δεν θα περιλαμβάνει τη Μόρφου ανατρέπει την -καθόλα λογική- ε/κ επιδίωξη για επιστροφή εκατόν χιλιάδων προσφύγων υπό ε/κ διοίκηση, και επιδεινώνει την οικονομική παράμετρο της λύσης, αφού θα συμβάλει σε εκτόξευση του κόστους που θα απαιτηθεί για τη διευθέτηση του περιουσιακού.
Συμβιβασμός με Καρπασία;

Με δεδομένες επομένως τις κόκκινες γραμμές των μερών, απομένουν δύο εναλλακτικές επιλογές. Πρώτον, η Μόρφου να υπαχθεί σε ε/κ διοίκηση και να δοθούν αυξημένα δικαιώματα στους τ/κ χρήστες που έχουν προβεί σε σημαντικές βελτιώσεις σε ακίνητα στην περιοχή. Δεύτερον, η Μόρφου να υπαχθεί σε ομοσπονδιακή διοίκηση με τους νυν χρήστες να διατηρούν, και σε αυτή την περίπτωση, τον πρώτο λόγο για τις περιουσίες που έχουν αναπτύξει. Με την προϋπόθεση, ωστόσο, πως σε ένα τέτοιο σενάριο θα υπαχθούν, σε ανάλογο καθεστώς, και τα τέσσερα χωριά της Καρπασίας (Ριζοκάρπασο, Γιαλούσα, Αγία Τριάδα, Μελάναγρα). Με την υπαγωγή της Καρπασίας και της Μόρφου σε ομοσπονδιακό καθεστώς αντιμετωπίζεται, επίσης, το ζήτημα της ανισορροπίας στην κατανομή των ακτογραμμών, ενώ θα δημιουργηθούν άμεσα και δύο περιοχές πραγματικής συμβίωσης Ε/Κ και Τ/Κ.
Ακιντζί και Τουρκία

Ο Μουσταφά Ακκιντζί γνωρίζει ότι χωρίς συμβιβασμό στο εδαφικό δεν θα υπάρξει πολυμερής. Άρα ούτε και συμφωνία. Κατανοεί, επίσης, ότι η τ/κ πλευρά δεν θα πρέπει, εμμένοντας σε μαξιμαλιστικές θέσεις, να επωμιστεί την ευθύνη ενός ναυαγίου, και αντιλαμβάνεται ότι οι όποιες αποφάσεις για «επιστροφές» εδαφών θα προκαλέσουν, ούτως ή άλλως, κοινωνική και πολιτική αναταραχή εντός της τ/κ κοινότητας. Με αυτές τις παραμέτρους κατά νουν θα μπορούσε, εν τέλει, να αποδεχθεί έναν χάρτη με ομοσπονδιακές περιοχές, νοουμένου, όμως, ότι μια τέτοια απόφαση θα φέρει και τη «σφραγίδα» της Τουρκίας. Ουδείς μπορεί να είναι, ασφαλώς, απόλυτα βέβαιος για τη στάση που θα τηρήσει η Άγκυρα, με δεδομένη τη ρευστή πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας. Όμως η εμμονή σε μιαν άτεγκτη στάση που θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της διαδικασίας, λόγω του κάμπου της Μόρφου, φαντάζει εντελώς «ανορθολογική». Κυρίως επειδή μέσω της επίλυσης του Κυπριακού η Τουρκία θα μπορούσε να αποκομίσει οφέλη σε πολλαπλά επίπεδα, με πιο άμεσα αυτά που σχετίζονται με την προώθηση και ευόδωση των ενεργειακών της φιλοδοξιών.
Εγγυήσεις, εκ περιτροπής και ενέργεια

Ωστόσο, η διασύνδεση των τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων με την επίλυση του Κυπριακού δεν σημαίνει πως η Άγκυρα θα συγκατανεύσει εύκολα στην πλήρη και άμεση ακύρωση της στρατιωτικής της παρουσίας στην Κύπρο. Παραταύτα, αποδεχόμενη να συζητήσει την αναθεώρηση της συνθήκης εγγυήσεων του ’60, η Τουρκία βρίσκεται ήδη ένα βήμα μπροστά από την ε/κ πλευρά. Ανεξαρτήτως αν αυτή η τουρκική «μετακίνηση» ακόμη δεν αντανακλάται σε προτάσεις που να ικανοποιούν τις μίνιμουμ ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων. Ο ΠτΔ ορθώς διαμηνύει σε όλους τους εμπλεκομένους ότι η συμφωνία θα πρέπει να προνοεί για την κατάργηση των μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων. Και την αποχώρηση των στρατευμάτων κατόπιν, έστω, μιας μεταβατικής περιόδου. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, οφείλει να συζητήσει, αν απαιτηθεί, την εκ περιτροπής προεδρία, καθώς και τη διέλευση του ενεργειακού αγωγού μέσω Τουρκίας. Και αν δεν καταστεί ούτε σε αυτή την περίπτωση εφικτή η επίτευξη ενός αποδεκτού συμβιβασμού, τότε ο ΠτΔ ίσως να μην έχει άλλη επιλογή παρά να μην πάει σε συμφωνία.

 
Κατσουρίδης και διζωνική

Είναι αξιοπερίεργο γιατί ο Νίκος Κατσουρίδης υιοθέτησε, εσχάτως, επιχειρηματολογία και ρητορική η οποία ουσιαστικά αμφισβητεί, αυτήν καθεαυτή, τη φιλοσοφία της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Την οποία ο βετεράνος πολιτευτής, ως γνωστόν, αποδέχεται. Σε πρόσφατο άρθρο του αποφάνθηκε πως, δεδομένου ότι θα επιστραφεί «ικανός αριθμός προσφύγων υπό ε/κ διοίκηση» και, ως εκ τούτου, το ποσοστό των Ελληνοκυπρίων που θα εγκατασταθούν στην τ/κ πολιτεία πιθανόν να μην υπερβαίνει το 20%, δεν υπάρχει «κανένας» λόγος που να επιβάλλει τον «περιορισμό» των πολιτικών δικαιωμάτων αυτών των ανθρώπων. Εν πρώτοις, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πως δεν θα υπάρξει κανένας «περιορισμός», αλλά ρύθμιση των πολιτικών δικαιωμάτων μόνο ως προς τον τόπο που αυτά θα ασκούνται. Και αυτό νοουμένου ότι το ποσοστό των Ε/Κ που θα εγκατασταθούν στον βορρά θα υπερβαίνει το 20% του πληθυσμού της τ/κ πολιτείας. Οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι απόλυτα συμβατές με το κεκτημένο και τις διεθνείς συμφωνίες για τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα. Ο Νίκος Κατσουρίδης γνωρίζει ότι η διζωνικότητα, η ύπαρξη, δηλαδή, δύο πολιτειών στην ομοσπονδία, με την κάθε κοινότητα να διοικεί μία πολιτεία, μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με δύο τρόπους. Είτε με την αποδοχή της θέσης Ντενκτάς για εγγυημένες πλειοψηφίες πληθυσμού, είτε με τη ρύθμιση των πολιτικών δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων που θα εγκατασταθούν στον βορρά. Ούτως ώστε ακόμη και αν -σε οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον- οι Ελληνοκύπριοι καταστούν η πλειοψηφία στην τ/κ πολιτεία οι Τουρκοκύπριοι δεν θα απολέσουν τον έλεγχο των θεσμικών σωμάτων της πολιτείας. Οι Τουρκοκύπριοι ζητούν, για ευνόητους λόγους, αυτό το ζήτημα να διασφαλίζεται από τις πρόνοιες της συμφωνίας. Προκειμένου να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα να «διολισθήσουν» στο μέλλον σε καθεστώς «μειονότητας». Αυτό το ζήτημα συμφωνήθηκε, από το 1977, και επαναβεβαιώθηκε από όλους τους Προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, μηδενός εξαιρούμενου. Γιατί, αίφνης, ο Νίκος Κατσουρίδης, άλλοτε «θεωρητικός» της διζωνικής ομοσπονδίας, υιοθετεί τις απόψεις πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στη λύση ομοσπονδίας; Πρόκειται περί μιας παρεξήγησης ή για πολιτικό «άνοιγμα» στον ενδιάμεσο χώρο ενόψει των προεδρικών του 2018;
Δρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Πηγή: http://politis.com.cy/article/i-ora-tis-alithias-gia-edafiko-ke-engiisis-tou-sotou-ktori

Τουρκία: Τα διλήμματα της επόμενης μέρας. Του Σώτου Κτωρή

Θα ήταν παρακινδυνευμένο να γίνουν απόλυτες προβλέψεις και εκτιμήσεις ως προς την επόμενη μέρα στην Τουρκία.

Πολλά θα εξαρτηθούν από την στάση που θα τηρήσει ο ίδιος ο Ταγίπ Ερτογάν. Εάν ο τούρκος πρόεδρος θα σταθεί με σωφροσύνη και μετριοπάθεια απέναντι στην πρωτόγνωρη πολιτική κρίση που βιώνει η χώρα ή εάν θα εργαλειοποιήσει τις εξελίξεις προκειμένου να καταστεί ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης σε ένα απολυταρχικό καθεστώς. Εάν ο κλονισμός της βεβαιότητας που, μέχρι πρότινος, τον διακατείχε ως προς το εύρος και την ισχύ της εξουσίας του, εντός της χώρας, θα τον ωθήσει σε μια δημοκρατική «υπέρβαση» στο πλαίσιο της οποίας η εξουσία του δεν θα εδράζεται, αποκλειστικά, στην εκλογική υπεροχή της συντηρητικής παράταξης, αλλά που θα αντλεί νομιμοποίηση (και) μέσα από την εδραίωση και λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Στόχος ο Γκιουλέν.

Οι πρώτες κινήσεις του Ερτογάν δείχνουν πως βασικός του στόχος σε βραχυπρόθεσμο, τουλάχιστον, ορίζοντα είναι η εξάρθρωση κάθε εστίας «απειλής», προερχόμενης, από το κίνημα του Φετχουλλάχ Γκιουλέν. Η μαζικότητα των συλλήψεων προκαλεί εύλογες ανησυχίες για ευρύτατες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού χιλιάδες άνθρωποι ενδεχομένως να διωχθούν επί την βάση υπονοιών και μόνο για διασυνδέσεις με το κίνημα Γκιουλέν και χωρίς να στοιχειοθετείται η οποιαδήποτε εμπλοκή τους σε πραξικοπηματικές ενέργειες. Η προσωρινή άρση της ισχύος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε αυτό, κυρίως, αποβλέπει. Στην μαζική αποπομπή, με συνοπτικές διαδικασίες, γκιουλενιστών από τον κρατικό μηχανισμό.

Οι φορείς του πραξικοπήματος.

Ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά απίθανο το πραξικόπημα να οργανώθηκε μόνο από τους Γκιουλενιστές. Η διακήρυξη, άλλωστε, της πραξικοπηματικής επιτροπής παρέπεμπε στην γνωστή κεμαλική φρασεολογία, ενώ αρκετοί από τους εμπλεκόμενους στρατιωτικούς είναι γνωστοί σκληροπυρηνικοί κεμαλιστές. Εντούτοις, ο Ερτογάν προκειμένου να μην νομιμοποιήσει την πραξικοπηματική απόπειρα, εντός της κεμαλικής παράταξης, αλλά και για να αποφύγει, σε μια εξαιρετικά εύθραυστη περίοδο, να φέρει απέναντι του ομάδες του στρατού, που δεν συμμετείχαν στην εκτέλεση του πραξικοπήματος. απέφυγε, μέχρι στιγμής, επιμελώς να αναφερθεί σε πιθανή εμπλοκή Κεμαλιστών. Ο χρόνος θα δείξει κατά πόσον αυτή η στάση του τούρκου Προέδρου αποβλέπει στην αποφυγή μιας ταυτόχρονης και ριψοκίνδυνης ρήξης με «όλους», εάν τελικά δεν υπήρξε, όντως, συγκροτημένη εμπλοκή Κεμαλιστών, ή εάν η εσωτερικοποίηση του τρόμου μιας απροσδόκητης και οδυνηρής «πτώσης» θα τον οδηγήσει σε μια θεμελιακή αναθεώρηση και στην αναζήτηση μιας πιο λειτουργικής «σχέσης» με το κεμαλικό μπλοκ.

Δυναμικές συνεννόησης… και περιορισμοί.

Είναι γεγονός, πάντως, ότι η απόφαση για την επιβολή τρίμηνης περιόδου κατάστασης εκτάκτου ανάγκης κινείται στο πλαίσιο της συνταγματικής νομιμότητας. Και είχε την στήριξη ή την ανοχή των πολιτικών δυνάμεων και της πλειοψηφίας των ΜΜΕ. Είναι, επίσης, γεγονός πως η τοποθέτηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης κατά του πραξικοπήματος και η καθοριστική «συνδρομή» των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ, απελευθερώνει κάποιες δυναμικές συνεννόησης, ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Σε βραχυπρόθεσμο, τουλάχιστον, ορίζοντα. Το ερώτημα, ασφαλώς, είναι αν αυτές οι δυναμικές αρκούν για την διαμόρφωση μιας μίνιμουμ, έστω, διαπαραταξιακής συνεννόησης η οποία θα αποβλέπει στην εμβάθυνση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην υιοθέτηση ενός δημοκρατικού συντάγματος και στην εδραίωση ενός κράτους δικαίου. Ή εάν η επαναφορά της συζήτησης για το προεδρικό σύστημα θα τορπιλίσει κάθε προοπτική συνεννόησης. Ενδεικτικές της προσπάθειας, πάντως, να συντηρηθούν οι «γέφυρες», μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, είναι η πρωτόγνωρη απόφαση του ΑΚΡ να συμμετάσχει με αντιπροσωπεία του στο συλλαλητήριο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), κατά του πραξικοπήματος, καθώς και η «κατανόηση» που το κόμμα επέδειξε στην απόφαση του CHP και του φιλοκουρδικού κόμματος (HDP) να καταψηφίσουν την πρόταση για κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, διατυπώνοντας, μάλιστα, την «συμπάθειά του για τα επιχειρήματα των κομμάτων της αντιπολίτευσης υπέρ των ελευθεριών και δικαιωμάτων».

Θα ήταν, ασφαλώς, υπερβολή να αναμένεται, ακόμη και αν επιβεβαιωθούν τα θετικότερα για την χώρα σενάρια, ότι η βαθιά κοινωνική και πολιτική πόλωση θα εκλείψουν ή ότι η Τουρκία θα μετατραπεί σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Κάτι τέτοιο είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο δεδομένων των κάθετων διαιρετικών τομών εντός της τουρκικής κοινωνίας, των συγκρουσιακών δυναμικών που αναπαράγουν δύο διαφορετικοί αξιακοί «κόσμοι» και της αυταρχικής «παράδοσης» που διαχέει οριζόντια το πολιτικό σύστημα της χώρας. Η άμβλυνση των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων και οι δυναμικές εκδημοκρατισμού στην Τουρκία θα ενισχυθούν μόνο εάν η χώρα παραμείνει σταθερά προσανατολισμένη στην ΕΕ. Μια τέτοια προοπτική φαντάζει, πλέον, ως η μοναδική διέξοδος, τουλάχιστον, για την κεμαλική αντιπολίτευση προκειμένου να «οχυρωθεί» έναντι της αυταρχικότητας του ΑΚΡ αλλά και για να «συντηρηθεί» στο δημόσιο χώρο ένα ισχυρό πλαίσιο κοσμικής αναφοράς. Το ίδιο ισχύει και για το πολιτικό κίνημα των Κούρδων νοουμένου ότι η διεκδίκηση τους παραμένει η διασφάλιση των πολιτικών και δημοκρατικών τους δικαιωμάτων στο πλαίσιο του τουρκικού κράτους.

Οι σχέσεις με ΕΕ και ΗΠΑ.

Ούτε και για το ΑΚΡ είναι εύκολο, όμως, να εγκαταλείψει την ενταξιακή διαδικασία παρά τον εκνευρισμό που προκαλεί, στην Άγκυρα, η εκλαμβανόμενη ως «χλιαρή» καταδίκη του πραξικοπήματος, από τις Βρυξέλλες, σε συνάρτηση και με τις «φορτικές» υποδείξεις ευρωπαίων αξιωματούχων για την ανάγκη η τουρκική κυβέρνηση να μείνει προσήλωση στις αρχές της νομιμότητας. Είναι γεγονός πως ο αυταρχικός «κατήφορος» του Ταγίπ Ερτογάν, την τελευταία τριετία, δημιούργησε ένα κλίμα απέχθειας, έναντι του, στον ευρωπαϊκό χώρο. Με αποτέλεσμα, τις τελευταίες ημέρες, να διατυπώθηκαν (και) υπερβολές ως προς τα τεκταινόμενα στην Τουρκία. Όπως είναι, για παράδειγμα, οι εμφανώς «τραβηγμένες» εκτιμήσεις που αναπαράγονται από δυτικά ΜΜΕ περί υπαρκτού κινδύνου αμφισβήτησης του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και διολίσθησης της χώρας σε ένα ισλαμικό καθεστώς. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εξαιρετικά απομακρυσμένο λόγω της ισχυρής κοσμικής παράδοσης στην Τουρκία οι επιδράσεις της οποίας «αγγίζουν», με την πιο συντηρητική τους «εκδοχή», μέρος τόσο της πολιτικής ελίτ όσο και της εκλογικής βάσης του ΑΚΡ. Μια τέτοια ενέργεια, άλλωστε, θα νομιμοποιούσε την εκδήλωση ενός νέου πραξικοπήματος το οποίο, μάλιστα, θα είχε την στήριξη της διεθνούς κοινότητας και μιας μεγάλης μερίδας της τουρκικής κοινωνίας. Εάν από τις τελευταίες εξελίξεις προκύπτει αβίαστα ένα συμπέρασμα είναι πως, παρά τη διαδεδομένη αντίληψη ότι το ΑΚΡ κατάφερε να ελέγξει απόλυτα τον στρατό, αυτό αποδείχτηκε, εν τέλει, μία πλάνη. Το ΑΚΡ δεν έχει κανένα λόγο, επομένως, να διακινδυνεύσει την πολιτική του ύπαρξη δεδομένης, μάλιστα, της πολιτικής και ιδεολογικής του υπεροχής μέσα στο εκλογικό σώμα, καθώς και της εδραίωσης της πολιτισμικής του υπεροχής σε κοινωνικό επίπεδο.

Ούτε και διαθέτει, ασφαλώς, την πολυτέλεια μιας ολικής ρήξης με την ΕΕ ή την Δύση γενικότερα. Η δαμόκλειος σπάθη του Κουρδικού και ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το ζήτημα δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Ούτε και οι πολλαπλές γεωστρατηγικές και οικονομικές συνέργειες ανάμεσα στην Τουρκία και την Δύση. Ειδικότερα με την ΕΕ οι οικονομικές εξαρτήσεις είναι εξαιρετικά ισχυρές για να αγνοηθούν. Το ΑΚΡ εδραίωσε την πολιτική του ηγεμονία στην πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη που επέφεραν οι πολιτικές του μετά το 2002. Βασικοί πυλώνες των οποίων υπήρξαν η πολιτική σταθερότητα και η σημαντική προσέλκυση ξένων απευθείας επενδύσεων, εκ των οποίων ένα ποσοστό πέραν του 65% προέρχονται από κράτη-μέλη της ΕΕ. Η διαιώνιση, επομένως, συνθηκών πολιτικής αστάθειας στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και η καταφυγή σε πρακτικές καθολικής καταστολής των «αντιφρονούντων» και υπονόμευσης του κράτους δικαίου ή και η επαναφορά της θανατικής ποινής θα επιδεινώσουν τις ευρωτουρκικές σχέσεις και ενδεχομένως να υπονομεύσουν και την αναπτυξιακή δυναμική της τουρκικής οικονομίας. Οι συνεχείς δηλώσεις του Μεχμέτ Σιμσέκ, υπουργού των οικονομικών, για τήρηση των δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου, αποβλέπουν, ακριβώς, να καθησυχάσουν τους ξένους θεσμικούς επενδυτές. Υπό αυτή την έννοια η οικονομική παράμετρος και οι ισχυρές συνέργειες με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, ενδεχομένως, να λειτουργήσουν με σταθεροποιητικούς όρους ως προς την διατήρηση της πολιτικής ομαλότητας εντός της χώρας και να συμβάλουν στον περιορισμό της αυταρχικότητας του καθεστώτος Ερτογάν. Σε αντίθετη περίπτωση η τουρκική οικονομία θα κλονιστεί, περαιτέρω, και μαζί της, ίσως, και η πολιτική ηγεμονία του τούρκου προέδρου.

Οι επιπτώσεις στην Κύπρο.

Η «επόμενη μέρα» φαινομενικά δεν επηρεάζει, ουσιωδώς, την Κύπρο. Ούτως ή άλλως οι δυσχέρειες που παρατηρούνται, για την ώρα, στις διαπραγματεύσεις οφείλονται, κυρίως, σε διαφωνίες επί κεφαλαίων που αφορούν τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού. Στο ενδεχόμενο, ωστόσο, που η Τουρκία διολισθήσει σε συνθήκες πλήρους πολιτικής αστάθειας ή σε μια σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων της με την ΕΕ και ειδικότερα με τις ΗΠΑ οι προσπάθειες για αναζήτηση εναλλακτικών προσεγγίσεων στο ζήτημα των εγγυήσεων θα βραχυκυκλωθούν. Και σε μια τέτοια περίπτωση η προσπάθεια αναζήτησης μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης, θα καταρρεύσει. Την ίδια στιγμή οι εξελίξεις στην Τουρκία έχουν κάποιο αντίκτυπο στην τ/κ Κοινότητα. Εν πρώτοις, η έγκαιρη τοποθέτηση του Μουσταφά Ακκιντζί κατά του πραξικοπήματος είναι βέβαιο πως έχει καταγραφεί από τον Ταγίπ Ερτογάν και το ΑΚΡ. Και θα επιδράσει θετικά στις σχέσεις της τουρκοκυπριακής «προεδρίας» με την τουρκική κυβέρνηση συμβάλλοντας στην βελτίωση της σχέσης του Μουσταφά Ακκιντζί με τον Ταγίπ Ερτογάν. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ Τουρκοκυπρίων και «Μητέρας Πατρίδας» διευρύνεται, γεγονός που θα ενισχύσει τις δυναμικές αυτονόμησης της κοσμικής τ/κ Κοινότητας από την Τουρκία. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, επηρεάζεται, εν μέρει, και το Κυπριακό.

Η μουσουλμανική ελίτ του Γκιουλέν.

Ο Ερτογάν διαπίστωσε το βράδυ της 15ης Ιουλίου ότι οι συστηματικές διώξεις κατά των Γκιουλενιστών, την περίοδο 2013 -2016, απέτυχαν να εκριζώσουν το κίνημα Γκιουλέν από τους κρατικούς θεσμούς. Η «ανθεκτικότητα» που επέδειξε το κίνημα των γκιουλενιστών δεν θα έπρεπε να εκπλήττει έχοντας υπόψη την μακρόχρονη και μεθοδική προσπάθεια του Φετχουλλάχ Γκιουλέν να αλώσει εκ των έσω το τουρκικό κράτος. Το κίνημα των Γκιουλενιστών εμφανίζεται συγκροτημένα, ως ένα ηθικοκοινωνικό κίνημα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και έκτοτε επιδίωξε να έχει ρόλο στις τουρκικές πολιτικές διεργασίες. Στις εκλογές του 1987 δραστηριοποιείται υπέρ του φιλοισλαμιστή πολιτικού Τουργκούτ Οζάλ, στις εκλογές του 1999 πριμοδοτεί το κόμμα της «Δημοκρατικής Αριστεράς» του Μπουλέντ Ετζεβίτ, ενώ στις εκλογές του 2002 υποστηρίζει σθεναρά το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης». Η πολιτική και ιδεολογική επικράτηση του ΑΚΡ, το 2002, διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την ραγδαία ανάπτυξη του κινήματος Γκιουλέν. Ο Γκιουλέν αντλούσε την επιρροή του από τις εκατοντάδες προπαρασκευαστικές/φροντιστηριακές σχολές στις οποίες η φοίτηση αποτελούσε, περίπου, απαραίτητη προϋπόθεση για εισδοχή στις πιο ανταγωνιστικές σχολές των τουρκικών πανεπιστημίων. Ως πτυχιούχοι των καλύτερων πανεπιστημιακών σχολών οι Γκιουλενιστές διέθεταν ισχυρά εφόδια προκειμένου να εργοδοτηθούν σε νευραλγικά πόστα του κρατικού μηχανισμού. Έτσι επεξηγείται και η ευρύτατη παρουσία τους στις δομές του τουρκικού κράτους. Ο Γκιουλέν μέσω της εργαλειοποίησης της παιδείας επιδίωξε, ουσιαστικά, τη διαμόρφωση μιας νέας μουσουλμανικής ελίτ βασικός στόχος της οποίας υπήρξε ο έλεγχος των θεσμών εξουσίας στην Τουρκία. Αυτή η μουσουλμανική «άρχουσα τάξη» υπήρξε, μέχρι και το 2011, το «μακρύ χέρι» του Ερτογάν στην προσπάθεια αποδόμησης του βαθέως κεμαλικού κράτους. Το σχίσμα εντός της μουσουλμανικής παράταξης προέκυψε όταν ο Ερτογάν φοβούμενος την αυξανόμενη επιρροή του Γκιουλέν νομοθέτησε τον Νοέμβριο του 2013 για το κλείσιμο αυτών των σχολών. Τα όσα επακολούθησαν γνωστά. Ο Γκιουλέν επιχείρησε να «ρίξει» τον Ερτογάν διαρρέοντας στοιχεία που τον ενέπλεκαν σε σκάνδαλα διαφθοράς. Έκτοτε η αντιπαράθεση με το ΑΚΡ υπήρξε εξοντωτική.

Ο Όζερσαϊ και η παρασιτική κοινωνία των Τουρκοκυπρίων. Του Σώτου Κτωρή

Η συνομολόγηση της «κυβέρνησης» της Δεξιάς, στα κατεχόμενα, καθώς και τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης της εταιρείας Γκεζιτζί προκαλούν προβληματισμό, σε ε/κ κύκλους – αφενός ως προς τις πραγματικές προθέσεις της Άγκυρας στο Κυπριακό, αφετέρου ως προς τις ισορροπίες που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της τ/κ κοινότητας ενόψει, κυρίως, πιθανών ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων στις διαπραγματεύσεις μετά τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου.

 

Είναι γεγονός πως η κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) δεν επιχείρησε καν να αποτρέψει την κατάρρευση του «κυβερνητικού» συνασπισμού, του οποίου ο μεγάλος εταίρος ήταν το κόμμα της τ/κ Αριστεράς.

 

Αυτή η στάση, ωστόσο, δεν σχετίζεται με κάποια διαφαινόμενη μεταβολή της ακολουθούμενης πολιτικής στο Κυπριακό, αλλά συνιστά απόρροια των εκτιμήσεων κύκλων της τουρκικής κυβέρνησης πως το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (CTP) απέτυχε να λειτουργήσει ως ο φορέας του κοινωνικοοικονομικού επαναπροσδιορισμού της τ/κ κοινότητας, όπως αυτός ορίζεται από το AKP. Οι πλέον ενδεικτικές εκφράσεις αυτής της «αποτυχίας» υπήρξαν οι παλινδρομήσεις του CTP αναφορικά με τη συμφωνία για τον αγωγό του νερού και η κωλυσιεργία που επιδείχθηκε για την υπογραφή του οικονομικού πρωτοκόλλου ανάμεσα στην «ΤΔΒΚ» και την Τουρκία. Η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί αδιαπραγμάτευτη την προσαρμογή της τ/κ οικονομίας με την, εφαρμοζόμενη στην Τουρκία, οικονομική πολιτική. Είτε επειδή θεωρεί πως έτσι θα επιτευχθεί η «εξυγίανση» της τ/κ οικονομίας, η οποία, καθ’ ομολογίαν, εδράζεται σε ένα κρατικοδίαιτο μοντέλο ανάπτυξης, είτε επειδή επιδιώκει, μέσω της εφαρμογής ενός νεοφιλελεύθερου οικονομικού προγράμματος, την εντονότερη διείσδυση, στην τ/κ οικονομία, του τουρκικού – ισλαμικού κεφαλαίου, η κυβέρνηση του ΑΚΡ θα εμμείνει στην αυστηρή εφαρμογή του πρωτοκόλλου. Αποβλέποντας μέσω αυτής της εξέλιξης στη διεύρυνση (και) της πολιτικής της επιρροής στον τ/κ χώρο. Η ιδιωτικοποίηση, για παράδειγμα, των ημικρατικών οργανισμών θα «αποστερήσει» από το τ/κ κομματικό σύστημα τη δυνατότητα εργαλειοποίησης παραδοσιακών «καναλιών» πολιτικής πατρωνίας, ενώ η εκχώρηση της διαχείρισής τους σε προσκείμενους στην εξουσία του ΑΚΡ επιχειρηματίες θα προσδώσει «βάθος» στην παρουσία της ισλαμικής παράταξης, στις τ/κ δομές, όχι μόνο στο ισχύον στάτους κβο αλλά, ενδεχομένως, και στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής πολιτειακής ρύθμισης.

 

Η εξυγίανση

Η πρόθεση της Άγκυρας να «εξυγιάνει» την τ/κ οικονομία δεν είναι, ασφαλώς, πρόσφατη. Μετά το 2004, οι κυβερνήσεις του AKP έθεσαν, σταδιακά, σε μια πιο ορθολογική βάση τις οικονομικές σχέσεις Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων. Ταυτόχρονα το Κυπριακό έπαυσε να αποτελεί, για την τουρκική κοινωνία, πολιτικό ζήτημα με έντονη «εθνική σημειολογία». Σε αυτό το πλαίσιο οι αλόγιστες, για παράδειγμα, δαπάνες για συντήρηση του υπερδιογκωμένου τ/κ «δημόσιου» τομέα έπαυσαν να αντικρίζονται, όπως κατά το κεμαλικό παρελθόν, ως μια «αναπόφευκτη», περίπου, δαπάνη προκειμένου να εξυπηρετηθεί η «αποστολή» του τουρκικού έθνους στην Κύπρο. Αντιθέτως, η διαδικασία «εξορθολογισμού» του παρασιτικού τ/κ «κράτους», μέσω των τρίχρονων πρωτοκόλλων οικονομικής συνεργασίας, διαμόρφωσε ένα πλαίσιο «σφικτής» θεσμικής εποπτείας, της τ/κ οικονομίας, από την τουρκική γραφειοκρατία. Η οποία, ενίοτε, φτάνει στα όρια μιας απροκάλυπτης και ετσιθελικής παρέμβασης στα τ/κ οικονομικά δρώμενα, η οποία παραγνωρίζει, παντελώς, τη βούληση των Τουρκοκυπρίων.

 

Παρασιτική κοινωνία

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής ενισχύθηκε, σε ένα μέρος του πληθυσμού, το αίτημα για πολιτική και οικονομική χειραφέτηση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αξιολογηθούν, ως έναν βαθμό, και οι αντιδράσεις κατά του οικονομικού πρωτοκόλλου. Ωστόσο, σε αυτή τη στάση υποκρύπτεται και μια αντίφαση. Πέρα από την αγωνία των Τουρκοκυπρίων για διατήρηση της κοινοτικής τους αυτοτέλειας, έναντι των απειλών που διαμορφώνει η δεσπόζουσα παρουσία της Τουρκίας, οι εν λόγω αντιδράσεις συνιστούν έκφραση και μιας παρασιτικής νοοτροπίας η οποία αποβλέπει στη διατήρηση προνομίων και ωφελημάτων των οποίων η παροχή διασφαλίζεται, μόνο, ενόσω διατηρείται η γενναία επιδότηση της τ/κ οικονομίας από την Τουρκία. Η αμφιθυμία του CTP να εφαρμόσει το οικονομικό πρωτόκολλο αποτελεί, εν μέρει, συνέπεια της αδυναμίας του να τοποθετηθεί με σαφήνεια έναντι αυτού του διλήμματος. Ότι, δηλαδή, η κοινοτική αυτοτέλεια των Τουρκοκυπρίων προϋποθέτει, πρωτίστως, την οικονομική απεξάρτηση από την Τουρκία. Μια τέτοια εξέλιξη όμως αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην αποδόμηση του τ/κ «κράτους» πρόνοιας όπως αυτό οικοδομήθηκε μετά το 1974. Τη συντήρηση του οποίου υπερασπίζεται και το CTP.

 

Η απόφαση του δεξιού Κόμματος Εθνικής Ενότητας (UBP) να σχηματίσει έναν νέο «κυβερνητικό» συνασπισμό «πρόθυμο» να προωθήσει την υλοποίηση του πρωτοκόλλου είναι, ιδιαιτέρως, παράδοξη νοουμένου ότι, ως κόμμα, εκφράζει τα πιο κρατικοδίαιτα στρώματα της τ/κ κοινωνίας. Αυτή η σπουδή, επομένως, ενδεχομένως να σχετίζεται με τη διαφαινόμενη αναδιάταξη του τ/κ πολιτικού σκηνικού. Στην ηγεσία του UBP ίσως να επικράτησε η αντίληψη πως η συνέχιση της «αφύσικης» συγκατοίκησης με το αριστερό CTP θα ενίσχυε τη διακυβερνητική προοπτική του Κόμματος του Λαού (ΗΡ), του Κουντρέτ Όζερσαϊ. Παρότι ως εκτίμηση φαντάζει ορθή, η άποψη πως η συμμετοχή στη «διακυβέρνηση» θα περιορίσει τις διαρροές του κόμματος και θα ανακόψει την πορεία του HP στην εξουσία δεν αναμένεται πως θα επιβεβαιωθεί. Έχοντας υπόψη, πάντοτε, πως η εν λόγω «κυβέρνηση» θα κληθεί να εφαρμόσει το εξαιρετικά αντιδημοφιλές οικονομικό πρωτόκολλο, το οποίο περιλαμβάνει μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών.

 

Η άνοδος του Κουντρέτ

Τη δημοσκοπική εκτόξευση του νεοσύστατου κεντρώου Κόμματος του Λαού (ΗΡ), του Κουντρέτ Όζερσαϊ, επιβεβαίωσαν τα ευρήματα πρόσφατης δημοσκόπησης της εταιρείας Γκεζιτζί, τα οποία αποτυπώνουν με σαφήνεια την ολική ανατροπή στο τ/κ εκλογικό σώμα. Και προδιαγράφουν την ανάδυση ενός νέου πολιτικού σκηνικού. Το HP εκτοξεύεται στο 37,6% αντλώντας υποστήριξη από ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα. Επιβεβαιώνοντας τις αρχικές εκτιμήσεις πως το ΗΡ δεν αποτελεί μια εναλλακτική έκφραση στον χώρο της τ/κ Δεξιάς, αλλά ένα πολιτικό εγχείρημα ικανό να καλύψει τον ευρύτερο ενδιάμεσο χώρο. Από την άλλη, η δημοσκοπική κατάρρευση του αριστερού CTP είναι εντυπωσιακή, με το κόμμα να υποχωρεί στο 19% σε σχέση με 38% που έλαβε στις εκλογές του 2013. Το CTP φαίνεται να έχει απολέσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των κεντρώων και φιλελεύθερων ψηφοφόρων που είχαν στραφεί στο κόμμα την περίοδο 2002-2005. Εξίσου εμφαντική είναι και η πτώση της τ/κ Δεξιάς, η οποία δημοσκοπικά βρίσκεται στο -16% σε σχέση με τα συναθροισμένα ποσοστά που οι δύο συνιστώσες της έλαβαν στις εκλογές του 2013. Το Δημοκρατικό Κόμμα (DP) υποχωρεί στο 13,2% (23,16%), ενώ το UBP στο 21,6% (27,33%). Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, από το οποίο προέρχεται ο Μουσταφά Ακιντζί, με 5,7% (7.41%) όπως και το αριστερό «Κόμμα της Ενωμένης Κύπρου», του Ιζζέτ Ιζτζιάν, με 2,9% (3,15%) αποτυγχάνουν, πλήρως, να επωφεληθούν από τη φθορά του CTP.

 

Σε ένα περιβάλλον πλήρους απαξίωσης των παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών, σε μια κοινωνία όπου τα δίκτυα πελατειακών σχέσεων έχουν εξαντλήσει, προ πολλού, τις διανεμητικές τους αντοχές, σε μια κοινότητα της οποίας η βούληση παραγνωρίζεται, από την Άγκυρα, ακόμη και για εσωτερικά πολιτικά ζητήματα, η δημοσκοπική εκτόξευση του Κόμματος του Λαού δεν αποτελεί έκπληξη. Στην αντίληψη πολλών Τουρκοκυπρίων το HP αντικρίζεται ως η επιλογή που μπορεί να προωθήσει τη θεσμική, κοινωνική και οικονομική ανασυγκρότηση της τ/κ κοινότητας, διασφαλίζοντας, παράλληλα, μια σχέση ισοτιμίας με την Άγκυρα. Και ο Κουντρέτ Όζερσαϊ ως ένας συγκροτημένος, καταρτισμένος, μετριοπαθής και «καθαρός» πολιτικός. Οι θέσεις του Όζερσαϊ στο Κυπριακό δεν αφίστανται της κυρίαρχης αντίληψης μέσα στην τ/κ κοινότητα. Ομοσπονδιακή λύση με πλήρη κατοχύρωση της πολιτικής ισότητας, περιορισμένες εδαφικές αναπροσαρμογές, εναλλακτικές θεραπείες για την επίλυση του περιουσιακού, εγγυήσεις με τη συμμετοχή της Τουρκίας. Η στάση του έναντι μιας δυνητικής συμφωνίας, όμως, θα εξαρτηθεί από τις ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στη δεδομένη συγκυρία, εντός της κοινότητας, ενώ στην απόφασή του θα βαρύνει, καθοριστικά, η ανάγκη να μην διασαλεύσει τις σχέσεις του με την κυβέρνηση του AKP. Έχοντας ως γνώμονα τη διασφάλιση (και) της προσωπικής του προοπτικής, αφού φιλοδοξεί να είναι πρωταγωνιστής στο τ/κ πολιτικό σκηνικό με ή χωρίς λύση του Κυπριακού, ο Όζερσαϊ δεν πρόκειται να αποτολμήσει μια ρήξη με την Άγκυρα.

 

«Κυβέρνηση» και Κυπριακό

Ενώ στη νέα «κυβέρνηση» αναμένεται να εισέλθουν πολιτικά στελέχη τα οποία απεχθάνονται την ιδέα της ομοσπονδίας, δεν αναμένεται πως δημοσίως, τουλάχιστον, θα επιχειρήσουν να αποστασιοποιηθούν από το συμφωνημένο πλαίσιο, όπως αυτό καθορίζεται στο κοινό ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Δεν θα πρέπει να λησμονείται, άλλωστε, πως το εν λόγω κείμενο φέρει την υπογραφή του ιστορικού ηγέτη της τ/κ Δεξιάς, του Ντερβίς Έρογλου. Ο οποίος, παρά τις ριζικές του διαφωνίες με τις πρόνοιες του ανακοινωθέντος, πειθαναγκάστηκε -τότε- από την Άγκυρα να το αποδεχτεί. Σε βραχυπρόθεσμο, επομένως, χρονικό ορίζοντα οι όποιες πολιτικές ανακατατάξεις στην τ/κ κοινότητα δεν αναμένεται να επηρεάσουν την ακολουθούμενη πολιτική του ΑΚΡ και της τ/κ ηγεσίας στο Κυπριακό. Οι εξελίξεις στο Κυπριακό, άλλωστε, θα ξεδιπλωθούν εντός κάποιων εβδομάδων ή ελαχίστων μηνών. Ούτως ή άλλως η ευθύνη της διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό θα εξακολουθήσει να συνιστά αρμοδιότητα του «προέδρου» Ακιντζί, ενώ η ευόδωση των ευρωπαϊκών και ενεργειακών φιλοδοξιών της Άγκυρας διασυνδέεται, ακόμη, (και) με την επίλυση του Κυπριακού. Ουδείς διαθέτει το πολιτικό «βάρος» να αποτρέψει μια συμφωνία που θα διαθέτει την έγκριση της Άγκυρας. Εάν, όμως, για οποιονδήποτε λόγο η διαπραγματευτική διαδικασία παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου, η προσφάτως διατυπωθείσα θέση του Σερντάρ Ντενκτάς ότι οι Τουρκοκύπριοι «δεν θα σταματήσουν τη ζωή τους» μέχρι την επίτευξη της λύσης θα «διατυπωθεί» με αποφάσεις είτε για αναπτύξεις σε «υπό επιστροφή» περιοχές είτε για πολιτογραφήσεις εποίκων, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος νέων τετελεσμένων τα οποία θα επιδεινώσουν το διαπραγματευτικό περιβάλλον και θα επιδράσουν, σαφώς, υπονομευτικά στην προοπτική επίτευξης μιας ομοσπονδιακής διευθέτησης. Αυτό είναι βέβαιο ότι το προσμετρά στην ανάλυσή του ο ΠτΔ.

 

Δρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Δικοινοτικές σχέσεις και η στάση των Τουρκοκυπρίων στην εποχή της ΕΟΚΑ. Του Σώτου Κτωρή

Στην τ/κ κοινότητα παραμένει κυρίαρχη η άποψη πως η ΕΟΚΑ επιδίωξε, την περίοδο 1955-1959, τη φυσική εξόντωση των Τουρκοκυπρίων. Πρόκειται για πεποίθηση, ωστόσο, που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα, αφού κατά την αποικιακή περίοδο οι Τουρκοκύπριοι δεν αντιμετωπίζονταν ως εθνικός εχθρός. Αποτελεί πραγματικότητα ότι οι Ελληνοκύπριοι, επικαλούμενοι την αρχή της πλειοψηφίας, δεν αναγνώρισαν ποτέ στους Τουρκοκυπρίους το δικαίωμα να εγείρουν πολιτικές διεκδικήσεις ως προς το μέλλον του νησιού. Όπως είναι πραγματικότητα και το ότι η αυτοπεποίθηση που τους προσέδιδε η πληθυσμιακή και η οικονομική τους υπεροχή συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας υπεροπτικής, ενίοτε και απαξιωτικής στάσης έναντι του σύνοικου στοιχείου. Παρά ταύτα, τον Απρίλιο του 1955, η ηγεσία της ΕΟΚΑ φαίνεται πως είχε σαφή επίγνωση της ανάγκης να μην εμπλακεί σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την τ/κ κοινότητα. Αναγνώριζε, προφανώς, πως ενδεχόμενη εθνοτική ρήξη θα μετέβαλλε την Ένωση από αντιαποικιακή διεκδίκηση σε υποκείμενο διακοινοτικής διένεξης.

 

Αυτήν τη συλλογιστική αποτύπωνε και η γνωστή διακήρυξη της ΕΜΑΚ, οργάνωσης προπομπού της ΕΟΚΑ, η οποία αποβλέποντας, συν τοις άλλοις, και στην «ουδετεροποίηση» του τ/κ παράγοντα, αναφερόταν στους Τουρκοκυπρίους ως «συμπατριώτες» και «αδελφούς». Τα πολιτικά ανοίγματα, ασφαλώς, της ΕΟΚΑ είχαν μηδενική απήχηση στους Τουρκοκυπρίους. Η ΕΟΚΑ απέτυχε να διαβλέψει πως η καταφυγή στην ένοπλη αντιαποικιακή πάλη θα ενίσχυε τις «υπαρξιακές» φοβίες των Τουρκοκυπρίων και ότι θα συνέβαλλε στη ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής τους συμπεριφοράς. Και ότι, με δεδομένη τη μονολιθική αντίδραση των Τουρκοκυπρίων στην Ένωση, θα απελευθερώνονταν δυναμικές οι οποίες, αναπόφευκτα, θα συνέβαλλαν στην επιδείνωση των διακοινοτικών σχέσεων. Το ΑΚΕΛ υπήρξε η μοναδική πολιτική δύναμη που διαφώνησε έντονα με την ένοπλη επιλογή, υποδεικνύοντας, εξ υπαρχής, τις συνέπειες και τα αδιέξοδα από μια τέτοια απόφαση.

 

Ο «στρατός» των Τουρκοκυπρίων

Η αποικιακή εξουσία, προκειμένου να διαιωνίσει την πολιτική της εξουσία, θα αξιοποιούσε με κυνισμό και με κάθε μέσο την ανθενωτική υστερία των Τουρκοκυπρίων. Στην πλέον διχαστική τους «κίνηση» οι Βρετανοί μεθόδευσαν τη μαζική «κατάταξη» των Τουρκοκυπρίων στα αποικιακά σώματα ασφαλείας. Η ΕΟΚΑ και η ε/κ κοινότητα βρέθηκαν, αίφνης, ενώπιον ενός τουρκοκυπριακού «στρατού», αποτελούμενου από επικουρικούς και ειδικούς αστυνομικούς. Με τους Τ/Κ επικουρικούς να συνδράμουν τους Βρετανούς στην καταστολή των ε/κ μαθητικών διαδηλώσεων, στις ανακρίσεις ανταρτών της ΕΟΚΑ, αλλά και σε στρατιωτικές επιχειρήσεις η επιδείνωση των διακοινοτικών σχέσεων υπήρξε αναπόφευκτη. Οι διακοινοτικές σχέσεις διασαλεύτηκαν, περαιτέρω, συνεπεία των εκτελέσεων Τ/Κ επικουρικών αστυνομικών από την ΕΟΚΑ. Η στρατιωτική ηγεσία της ΕΟΚΑ είτε υποτίμησε είτε αδιαφόρησε για την τ/κ ανάγνωση αυτών των «κτυπημάτων», τα οποία ερμηνεύονταν ως μια γενικευμένη ε/κ επίθεση κατά των Τουρκοκυπρίων. Είναι ενδεικτικό πως τα πρώτα βίαια δικοινοτικά επεισόδια θα ξεσπάσουν τον Ιανουάριο του 1956, όταν η ΕΟΚΑ θα εκτελέσει έναν Τ/Κ λοχία της αστυνομίας, ενώ όλες οι μετέπειτα εκτελέσεις Τ/Κ επικουρικών λειτούργησαν ως «πυρίτιδα» για την εκδήλωση βίαιων οχλαγωγικών επιθέσεων, εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων, κατά ε/κ περιουσιών.

 

 Η διάσπαση της ΚΟΠ

Η επιδείνωση των διακοινοτικών σχέσεων είχε αντίκτυπο σε κάθε πτυχή της κυπριακής κοινωνικής ζωής. Ακόμη και στον τομέα του αθλητισμού. Τον Οκτώβριο του 1955, το ε/κ «Συμβούλιο Κυπριακών Σταδίων», επικαλούμενο τις «έκτακτες συνθήκες και την έξαψη και αναταραχή των πνευμάτων», απέκλεισε τις τουρκοκυπριακές ποδοσφαιρικές ομάδες από όλα τα ε/κ στάδια. Η απόφαση επικυρώθηκε από την ΚΟΠ, η οποία αποφάσισε, επίσης, την προσωρινή αποβολή των τ/κ ομάδων από κάθε διοργάνωση, επίσημη ή και ανεπίσημη, της ομοσπονδίας, ούτως ώστε, όπως σημείωνε, να διασφαλιστεί η δημόσια τάξη σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολιτικές εξελίξεις πιθανόν να υπέθαλπαν διακοινοτικές ταραχές. Με τις εξελίξεις διαφώνησε το ΑΚΕΛ, το οποίο προειδοποίησε ότι η απόφαση θα συνέβαλλε στην οριστική διάσπαση του κυπριακού ποδοσφαίρου και θα ενίσχυε τη διακοινοτική «ψυχρότητα». Αντιθέτως, η τ/κ ηγεσία «καλωσόρισε» τις εξελίξεις, αφού αυτές συνιστούσαν «επιβεβαίωση» της θέσης της, πως ήταν αδύνατη η συμβίωση των δύο κοινοτήτων. Αντιδρώντας αστραπιαία στην -βεβιασμένη και πολιτικά ολέθρια- απόφαση της ΚΟΠ, η τ/κ ηγεσία προχώρησε στην εγκαθίδρυση ξεχωριστής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας και στη δημιουργία τουρκοκυπριακής εθνικής ομάδας.

 

Οι «διώξεις» Ντενκτάς
Οι ποινικές διώξεις των ανταρτών της ΕΟΚΑ προσέλαβαν και μορφή διακοινοτικής «αντιπαράθεσης», αφού ο Ραούφ Ντενκτάς υπήρξε εκ των πιο διακεκριμένων δικηγόρων του Στέμματος. Η εκ μέρους του επίδειξη υπερβάλλοντος «ζήλου», απόρροια του εθνικιστικού του μένους κατά των ανταρτών της ΕΟΚΑ, συνέτεινε ώστε πολλοί εξ αυτών να καταδικαστούν. Οι «επιτυχίες» Ντενκτάς δημιούργησαν, ανάμεσα σε πολλούς Ελληνοκυπρίους, αισθήματα απέχθειας κατά των Τουρκοκυπρίων. Ο Ντενκτάς υπήρξε, άλλωστε, αυτός που, στη διάρκεια της δίκης τού Μιχαλάκη Καραολή, θα αποκάλυπτε πως ο επικεφαλής της ΕΟΚΑ στην επαρχία Αμμοχώστου, γνωστός μέχρι τότε με το ψευδώνυμο «Ζήδρος», ήταν ο Γρηγόρης Αυξεντίου. Αυτή καθεαυτή, ειδικότερα, η καταδίκη του Καραολή σε θάνατο, με δημόσιο κατήγορο τον Ραούφ Ντενκτάς, με βασικούς μάρτυρες κατηγορίας τρεις Τουρκοκυπρίους και με πρόεδρο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση του καταδικασθέντος, τον Τ/Κ Μεχμέτ Ζεκιά Μπέι, ενσωματώθηκε στην ε/κ συλλογική συνείδηση ως αταλάντευτη απόδειξη της τ/κ εχθρότητας.
 

«Από Τούρκο σε Τούρκο»

Το καλοκαίρι του 1955, οι Τ/Κ επιχειρηματίες αντέδρασαν έντονα στις μεθοδεύσεις της ηγεσίας τους να επιβάλει μποϊκοτάζ σε ε/κ προϊόντα, υποδεικνύοντας την έντονη εξάρτηση της τ/κ εμπορομεσιτικής τάξης από την ε/κ κοινότητα. Η κλιμάκωση της δράσης της ΕΟΚΑ, ωστόσο, θα οδηγούσε στην εκτέλεση αρκετών Τ/Κ επικουρικών τις οποίες η τ/κ ηγεσία θα αξιοποιούσε προπαγανδιστικά, αποβλέποντας στη διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων και στην αποδόμηση των οικονομικών συνεργειών, ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Οι Κουτσιούκ και Ντενκτάς, όμως, δεν αρκέστηκαν στην εργαλειοποίηση των εκτελέσεων Τ/Κ αστυνομικών. Αντιθέτως, επιδίωξαν μεθοδικά τη διόγκωση κάθε επεισοδίου διακοινοτικής ρήξης, καταφεύγοντας, πολλές φορές, ακόμη και στη διοχέτευση ψευδών ειδήσεων ή και χαλκευμένων πληροφοριών για υποτιθέμενα περιστατικά βίας εναντίον Τουρκοκυπρίων. Εν τέλει, η προπαγανδιστική εκστρατεία της τ/κ ηγεσίας, σε συνάρτηση και με τις εκφοβιστικές μεθόδους της ΤΜΤ, διαμόρφωσαν τις «κατάλληλες» συνθήκες για αποδοχή της πολιτικής «από Τούρκο σε Τούρκο». Η προφανέστερη συνέπεια, αλλά όχι η μοναδική, αυτής της εξέλιξης, υπήρξε η οικονομική και η κοινωνική αποξένωση των δύο κοινοτήτων. Με την «μονοπωλιακή» προώθηση τουρκικών προϊόντων θα αναδειχθεί, ταυτόχρονα, μια εμπορική και επιχειρηματική ελίτ, η οποία θα υποστήριζε με πάθος τη διχοτομική πολιτική τής τουρκοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας.


Η κορύφωση της ρήξης

Η άτεγκτη πρόταξη μιας διχοτομικής πολιτικής, από μέρους της τ/κ ηγεσίας, θα οδηγούσε τις διακοινοτικές σχέσεις σε ολική εκτροπή. Η τ/κ ηγεσία αντιλαμβανόταν πως -δεδομένης της ανάμικτης παρουσίας των δύο κοινοτήτων σε ολόκληρη την κυπριακή επικράτεια και της απροθυμίας πολλών Τουρκοκυπρίων να εγκαταλείψουν τα χωριά τους- η διαμόρφωση διχοτομικών τετελεσμένων δεν ήταν εύκολο εγχείρημα. Και ότι μόνο σε συνθήκες φόβου και ανασφάλειας θα πετύχαινε τη μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων βορείως του 35ου παράλληλου, της νοητής γραμμής της διχοτόμησης. Αυτήν τη στρατηγική στόχευση εξυπηρετούσε η προβοκάτσια της ΤΜΤ, στις 7 Ιουνίου 1958, η οποία θα πυροδοτούσε μια αιματηρή δικοινοτική αντιπαράθεση. Αρχικώς, η ΕΟΚΑ αντέδρασε με αμηχανία στις εξελίξεις. Φοβούμενη, ενδεχομένως, ότι μια ολομέτωπη δικοινοτική ρήξη θα μετέβαλλε τη φυσιογνωμία του αντιαποικιακού αγώνα, ή και επειδή η αντάρτικη δομή τής οργάνωσης δεν επέτρεπε την αντιμετώπιση οχλοκρατικού τύπου επιθέσεων. Μέχρι το τέλος Ιουνίου είχαν σκοτωθεί, στις διακοινοτικές συγκρούσεις, 20 Ελληνοκύπριοι και μόλις 3 Τουρκοκύπριοι. Υπό το βάρος της έντονης κριτικής του Μακαρίου και της πίεσης της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης, η ΕΟΚΑ θα εξαπολύσει, τελικά, τη δική της επίθεση, μετά τις 11 Ιουλίου, με αποτέλεσμα η αντιπαράθεση να λάβει γρήγορα τη μορφή μιας γενικευμένης σύγκρουσης σε ολόκληρη την επικράτεια του νησιού, με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο κοινότητες. Οι καθημερινές δολοφονίες απλών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων το δίμηνο Ιουνίου - Ιουλίου 1958 και, κυρίως, η ωμότητα που τις χαρακτήρισε, διέρρηξε, όσο ποτέ άλλοτε, τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων. Θηριωδίες που διεπράχθησαν το καλοκαίρι του 1958, όπως είναι η σφαγή των οκτώ Κοντεμενιωτών από Τουρκοκυπρίους στο Κιόνελι και η δολοφονία, από την ΕΟΚΑ, πέντε Τουρκοκυπρίων εργατών έξω από την Κοντέα, εξακολουθούν να επιδρούν στη συλλογική μνήμη των δύο κοινοτήτων μέχρι τις μέρες μας.

 

Η «πρώτη» διχοτόμηση

Ο βίαιος εκτροχιασμός των διακοινοτικών σχέσεων έδωσε στην τ/κ ηγεσία τις αναζητούμενες προφάσεις προκειμένου να «νομιμοποιήσει» την προώθηση και την εδραίωση διχοτομικών τετελεσμένων. Μεσούσης της περιόδου των διακοινοτικών συγκρούσεων, οι Τουρκοκύπριοι ανήγγειλαν την «αμετάκλητη» απόφασή τους για δημιουργία χωριστών δημοτικών αρχών και προχώρησαν στον διορισμό των πρώτων τ/κ δημοτικών συμβουλίων. Η τ/κ ηγεσία προέβαλε στην αιτιολόγησή της τη «δυσμενή» μεταχείριση της οποίας τύγχαναν οι ομοεθνείς της από την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία, καθώς και τη μετατροπή των δημαρχείων σε «προπαγανδιστές» της Ένωσης. Οι Τ/Κ εργαζόμενοι στους δήμους υποχρεώθηκαν να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους για να στελεχώσουν τις νεοσύστατες τ/κ δημοτικές αρχές, ενώ ανάλογη πρακτική ακολουθήθηκε και για τους Τουρκοκυπρίους που εργάζονταν σε κρατικές υπηρεσίες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που βρίσκονταν στους ε/κ τομείς των αστικών κέντρων. Οι Ε/Κ έμποροι στις δημοτικές αγορές στη Λευκωσία και τη Λεμεσό εκδιώχθηκαν διά της βίας από τους χώρους εργασίας τους. Επιπλέον, πολλοί Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν, από την ΤΜΤ, από μικτές περιοχές, όπως ήταν η Ομορφίτα και η κοινότητα της Λεύκας. Από την άλλη, οι εκτοπισμοί των 2.700 Τουρκοκυπρίων δεν υπήρξαν το αποτέλεσμα συντονισμένων ε/κ ενεργειών. Αναμφίβολα, όμως, τα «τυφλά» κτυπήματα και της ΕΟΚΑ κατά απλών Τουρκοκυπρίων το καλοκαίρι του 1958 προκάλεσαν τρόμο σε πολλούς Τ/Κ χωρικούς, απομακρυσμένων, κυρίως, περιοχών, οι οποίοι έσπευσαν να μετακινηθούν σε ασφαλέστερες περιοχές.

 

Ο νέος κύκλος αίματος

Η συμπόρευση της τ/κ κοινότητας με την αποικιακή εξουσία στον αγώνα κατά της «τρομοκρατίας» της ΕΟΚΑ υπήρξε απόλυτη. Ως εξέλιξη ήταν προβλέψιμη, αφού οι Τουρκοκύπριοι είχαν διαχρονικά γαλουχηθεί να απεχθάνονται την Ένωση. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η κυρίαρχη τ/κ αντίληψη ήταν πως η προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα θα συνέβαλλε στον κοινοτικό αφανισμό των Τουρκοκυπρίων. Καθόλου τυχαία, επομένως, το σύνολο των τ/κ ενεργειών, στην περίοδο 1955-1959, απέβλεπαν στην καταβαράθρωση της Ένωσης και στην εξάρθρωση της ΕΟΚΑ. Η εθνοτική βία οδήγησε στην ιδεολογικοποίηση της -ριζωμένης στη συλλογική συνείδηση Ε/Κ και Τ/Κ- αρνητικής ιστορικής μνήμης, καθώς και στην αναβίωση αρνητικών αντιλήψεων και αισθημάτων έναντι του «Άλλου». Η «υποχώρηση» αυτών των πεποιθήσεων δεν κατέστη εφικτή με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού και οι δύο κοινότητες παρέμειναν προσηλωμένες στην υλοποίηση των εθνικών τους «οραματισμών», με αποτέλεσμα η Κύπρος να οδηγηθεί, τρία χρόνια αργότερα, σε νέο κύκλο αίματος.

 


Δρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Στη σκιά του Προσφυγικού. Του Σώτου Κτωρή

Ευρωπαϊκή Ένωση, Κύπρος, Τουρκία, Ελλάδα...

Στην επερχόμενη σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στις 17 και 18 Μαρτίου, αναμένεται πως θα οριστικοποιηθεί η καταρχήν συμφωνία των ευρωπαίων ηγετών με την Τουρκία για το Προσφυγικό. Η εφαρμογή της οποίας εκτιμάται πως μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην ανάσχεση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών. Νοουμένου ότι τα εμπλεκόμενα μέρη θα υλοποιήσουν, αμφότερα, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Κάτι που εξαρτάται, κυρίως, από την δυνατότητα της ΕΕ να φέρει εις πέρας την, αντιδημοφιλή, δέσμευση για κατάργηση των θεωρήσεων εισόδου για τα ογδόντα εκατομμύρια τούρκους πολίτες. Μιας κορυφαίας τουρκικής διεκδίκησης η επιτυχής εφαρμογή της οποίας, αντικρίζεται από τον Ταγίπ Ερτογάν ως το εφαλτήριο για την υλοποίηση των πολιτικών του φιλοδοξιών.   

Το «φάντασμα» της Ακροδεξιάς.

Ανεξαρτήτως των δυσχερειών που μπορεί να προκύψουν στην πορεία, πάντως, αυτή την στιγμή η ΕΕ επιδιώκει, διακαώς, την εφαρμογή μιας συμφωνίας, η οποία θα περιορίζει τις αποσταθεροποιητικές επιδράσεις της προσφυγικής κρίσης. Ενώπιον μιας συγκυρίας της οποίας το διακύβευμα είναι η συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών οι πολιτικές ελίτ της ΕΕ αναγνωρίζουν πως ουσιαστική ανάσχεση των προσφυγικών ροών θα υπάρξει εφόσον διασφαλιστεί η αποφασιστική συνδρομή της Τουρκίας. Σε διαφορετική περίπτωση, η διόγκωση των μεταναστευτικών κυμάτων, θα θέσει σε δοκιμασία το κοινωνικό και πολιτικό οικοδόμημα της Ευρώπης, αφού θα συμβάλει στην ενίσχυση πολιτικών φορέων με ξενοφοβική και αντιευρωπαϊκή ατζέντα. Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Σλοβακία, όπου το ξενοφοβικό κόμμα της χώρας πέτυχε εντυπωσιακή άνοδο των ποσοστών του, υπήρξε μια ηχηρή προειδοποίηση για το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο. Τα δημοσκοπικά ευρήματα προοιωνίζουν για ισχυροποίηση, των ξενοφοβικών δυνάμεων, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Στην Αυστρία και στην Γαλλία τα αντιμεταναστευτικά κόμματα καταγράφουν ποσοστά πέραν του 30%, στην Ολλανδία το ξενοφοβικό κόμμα προσεγγίζει το 40%, στη Δανία το 20%, ενώ στην Γερμανία και στο Βέλγιο η Ακροδεξιά εμφανίζει σημαντική δημοσκοπική άνοδο, ξεπερνώντας το 10%.  Υπό την πίεση, που ασκεί η μετατόπιση του εκλογικού σώματος σε ακροδεξιές αντιληψεις, ο σκεπτικισμός, που επικρατούσε σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αναφορικά με την αναθέρμανση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, έχει «παραμεριστεί». Χωρίς να έχουν αρθεί, ασφαλώς, οι πολιτικές και πολιτισμικές επιφυλάξεις έναντι μιας δυνητικής ενσωμάτωσης της Τουρκίας. Η Άγγελα Μέρκελ, όμως, που μέχρι πρότινος υποδαύλιζε, προς άγραν ψήφων, τα φοβικά αντανακλαστικά των Γερμανών ψηφοφόρων, έναντι της προοπτικής ένταξης της μουσουλμανικής Τουρκίας αναγνωρίζει, πλέον, πως ο πρσεταιρισμός της Άγκυρας κρίνεται εκ των ων ουκ άνευ για την αναχαίτιση της αντί-ισλαμικής υστερίας και των πολιτικών μεταβολών που προκαλεί η μαζική κάθοδος μουσουλμάνων προσφύγων. Ακόμη και αν το αντάλλαγμα θα είναι η κατάργηση της θεώρησης εισόδου για τους τούρκους πολίτες.

Ελλάς Vs Βίζενγκραντ.

Η συμφωνία με την Τουρκία αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα και για την Αθήνα. Αφού είναι η μόνη επιλογή που μπορεί να περιορίσει τις μεταναστευτικές ροές προς την ελληνική επικράτεια. Η εφαρμογή, ιδιαίτερα, του σκέλους που προνοεί για επαναπατρισμό όλων των παράτυπων μεταναστών στην Τουρκία, θα επιφέρει καίριο πλήγμα στα κυκλώματα διακίνησης μεταναστών.  Όλο και πιο λίγοι πρόσφυγες θα είναι διατεθειμένοι να καταφύγουν στο ριψοκίνδυνο και οικονομικά δαπανηρό εγχείρημα της μετάβασης στα ελληνικά νησιά, όταν η πιθανότερη κατάληξη της «Οδύσσειας» τους θα είναι η επαναπροώθηση τους στην τουρκική επικράτεια. Και με επιπλέον κόστος την εξαίρεση τους από τα προγράμματα μετεγκατάστασης προσφύγων σε ευρωπαϊκές χώρες. Εάν, όμως, η συμφωνία δεν επικυρωθεί λόγων των αντιδράσεων των χωρών του Βίζενγκραντ (Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία) η Ελλάδα θα επωμιστεί εξολοκλήρου τα δυσβάστακτα βάρη της προσφυγικής κρίσης. Το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου σε συνάρτηση με την συνέχιση των προσφυγικών ροών από Τουρκία, θα συνεπαγόταν την συσσώρευση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στην ελλαδική επικράτεια. Εξέλιξη που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την συνοχή της ελληνικής κοινωνίας και την πολιτική σταθερότητα της χώρας. Η εναντίωση των χωρών του Βίζενγραντ στη συμφωνία με την Τουρκία δεν σχετίζονται, ασφαλώς, με την παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφύγων, ούτε καν με τα ανταλλάγματα προς την Τουρκία. Τα πραγματικά αίτια των αντιδράσεων τους προκύπτουν από την απροθυμία τους να αποδεχτούν ένα δίκαιο διαμοιρασμό των «βαρών», μέσω της αναλογικής μετεγκατάστασης των προσφύγων σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης. Εν πάση περιπτώσει, οι κυβερνήσεις των χωρών του Βίζενγκραντ δεν, φαίνεται, να διαθέτουν το πολιτικό «ανάστημα» να ανατρέψουν μια συμφωνία η οποία φέρει την προσωπική σφραγίδα της Αγγέλα Μέρκελ.

«Μάννα εξ Ουρανού».

Η προοπτική σύσφιγξης των ευρωτουρκικών σχέσεων προκύπτει σε μια εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία (και) για την Τουρκία. Με την ανεπιθύμητη, για την χώρα, τροπή των εξελίξεων εντός της Συρίας, την επιδείνωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων και την αναζωπύρωση του κουρδικού αλυτρωτισμού, η προσέγγιση με την ΕΕ συνιστούσε, ούτως ή άλλως, μονόδρομο για την Άγκυρα. Η κορύφωση της προσφυγικής κρίσης προέκυψε ως «μάννα εξ ουρανού» για την τουρκική κυβέρνηση. Αφού συνέτεινε στην «απόσυρση» των ευρωπαϊκών επιφυλάξεων καθιστώντας, εν τέλει, εφικτή την σύγκλιση της χώρας με την ΕΕ. Επιτρέποντας, παράλληλα, στην τουρκική κυβέρνηση να διεκδικεί, προκειμένου να συμβάλει στον περιορισμό των προσφυγικών ροών, δύο «βαριά» ανταλλάγματα. Εν πρώτοις την άρση, μέχρι το τέλος Ιουνίου, των όρων και προϋποθέσεων για τις θεωρήσεις εισόδου τούρκων πολιτών που επιθυμούν να ταξιδέψουν σε ευρωπαϊκές χώρες. Οι οικονομικές προεκτάσεις μιας τέτοιας απόφασης είναι σημαντικότατες και η πολιτική της σημειολογία τεράστια. Η πιθανολογούμενη εφαρμογή της θα αποτελέσει ιστορικής σημασίας εξέλιξη για την τουρκική κοινωνία. Στην οποία θα οικοδομηθεί η στρατηγική Ερτογάν για την υλοποίηση της πολιτικής του ατζέντας. Σε σχέση, κυρίως, με την συνταγματική αναθεώρηση και την καθιέρωση προεδρικού συστήματος. Η προσέγγιση της Τουρκίας με την ΕΕ δεν θα πρέπει να ιδωθεί, ωστόσο, ως μια συγκυριακή εξέλιξη που διασυνδέεται, μόνο, με τις δυσχέρειες που η χώρα αντιμετωπίζει στην εξωτερική της πολιτική και τις πολιτικές φιλοδοξίες του Ταγίπ Ερτογάν. Αλλά ως μια απόφαση με ισχυρό στρατηγικό υπόβαθρο. Αυτή καθεαυτή η πρόταξη, εκ μέρους της Τουρκίας, ανταλλαγμάτων που σχετίζονται με την ενταξιακή της διαδικασία αναδεικνύει την βαρύτητα που η κυβέρνηση του κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» προσδίδει σε αυτή την προοπτική. Το ερώτημα είναι εάν η Τουρκία θα επιδιώξει στην επερχόμενη σύνοδο Κορυφής το άμεσο άνοιγμα των ενταξιακών της κεφαλαίων ή αν θα αποδεχτεί την λήψη αυτής της απόφασης στη σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου. Όταν θα τεθούν σε εφαρμογή και οι υπόλοιπες πρόνοιες της συμφωνίας για το Προσφυγικό. Από την στάση που θα επιλέξει να τηρήσει θα κριθούν και οι εξελίξεις στο Κυπριακό. 

Κυπριακό: Οι πιέσεις…

Η κυπριακή κυβέρνηση, πάντως, όφειλε από τον περασμένο Δεκέμβριο, να διαβλέψει την πορεία των εξελίξεων. Ότι δεδομένης της (προβλέψιμης) διόγκωσης των προσφυγικών ροών, η τουρκική κυβέρνηση, θα αποκτούσε ένα ισχυρό πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Ότι θα ανέκυπτε το ζήτημα των ενταξιακών κεφαλαίων της Τουρκίας. Και ότι, οι ευρωπαίοι εταίροι, προκειμένου να εξασφαλίσουν την συνεργασία της Άγκυρας θα συναινούσαν στην ικανοποίηση των τουρκικών όρων. Ο ΠτΔ θα έπρεπε εγκαίρως, με δική του πρωτοβουλία, να δρομολογήσει «ζήτημα» κεφαλαίων έναντι ανταλλαγμάτων. Κάτι τέτοιο προυπόθετε, ασφαλώς, την εντατικοποίηση της διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό. Να έμπαινε η διαδικασία στο τελικό στάδιο του πάρε – δώσε. Ο Νίκος Αναστασιάδης, όμως, δεν αντίκριζε θετικά την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων. Με την κυπριακή διπλωματία να τον «διαβεβαιώνει», επιπλέον, πως δεν τίθεται ζήτημα κεφαλαίων, αφού «δεν είχε τεθεί στις προπαρασκευαστικές συναντήσεις της συνόδου», ταξίδεψε «ήσυχος» στις Βρυξέλλες. Με την «σκέψη» στην  «έξοδο» από το μνημόνιο και στις βουλευτικές του Μαΐου. Για να βρεθεί ενώπιον των ασφυκτικών πιέσεων των ευρωπαίων εταίρων. Οι οποίοι του ζήτησαν να άρει τις επιφυλάξεις του, έναντι της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Οι ευρωπαϊκές πιέσεις, ενόψει της κρίσιμης συνόδου Κορυφής στις 17 και 18 Μαρτίου, δεν αποκλείεται να ενταθούν. Η «έλευση» Τούσκ αντανακλά ευκρινώς τις ευρωπαϊκές προθέσεις. Ο ΠτΔ αντιλαμβάνεται ότι δεν νομιμοποιείται να συναινέσει στο άνοιγμα των τουρκικών κεφαλαίων, εάν δεν εξασφαλίσει σαφή ανταλλάγματα σε πτυχές τις διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό. Ούτε έναντι νεφελωδών τουρκικών δεσμεύσεων, ούτε έναντι υποχρεώσεων που απορρέουν από το Πρωτόκολλο της Άγκυρας. Για το «άνοιγμα», λόγου χάρη, ενός λιμανιού σε πλοία υπό κυπριακή σημαία. Σε μια τέτοια περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει απολέσει τον μόνο, ίσως, μοχλό άσκησης πιέσεων πάνω στην Τουρκία.  

…και τα σενάρια.

Τα περιθώρια των διπλωματικών ελιγμών, όμως, έχουν στενέψει για την κυπριακή πλευρά. Και η τροπή των εξελίξεων δεν εξαρτάται, μόνο από εμάς, αλλά από την βούληση (και) «άλλων». Σε ότι αφορά την επερχόμενη σύνοδο Κορυφής φαίνεται να «αιωρούνται» δύο βασικά σενάρια. Το πρώτο «διαλαμβάνει» ότι οι ευρωπαίοι εταίροι δεν θα επιδιώξουν να φέρουν την κυπριακή κυβέρνηση ενώπιον διλημματικών καταστάσεων. Ότι το άνοιγμα των κεφαλαίων θα παραπεμφθεί, μέσω μιας αμοιβαία αποδεκτής αναφοράς, «παρακάτω». Ούτως ή άλλως άμεσος στόχος της Άγκυρας είναι οι θεωρήσεις εισόδου και η Τουρκία θα μπορούσε να συναινέσει σε μια αναβολή, μέχρι τον Ιούνιο, για το άνοιγμα των κεφαλαίων. Σε αυτή την περίπτωση η εντατικοποίηση των διεργασιών στο Κυπριακό θα προκύψει, μετά τις βουλευτικές εκλογές, και θα κορυφωθεί μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Το δεύτερο σενάριο ορίζει πως οι Βρυξέλλες θα επιχειρήσουν να συμπεριλάβουν, στα συμπεράσματα της επερχόμενης συνόδου Κορυφής, αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία για το άνοιγμα των ενταξιακών κεφαλαίων της Τουρκίας. Σε μια τέτοια περίπτωση ο ΠτΔ θα έχει ενώπιον του τρεις, ουσιαστικά, επιλογές. Είτε να ασκήσει βέτο ερχόμενος σε ρήξη με ισχυρούς ευρωπαίους εταίρους, είτε υπό το βάρος των ασφυκτικών πιέσεων να συναινέσει στην άρση των κυπριακών επιφυλάξεων, με ήσσονος σημασίας ανταλλάγματα, είτε να διασυνδέσει την άρση του βέτο με κινήσεις της Τουρκίας σε κεφαλαιώδεις πτυχές του Κυπριακού. Θέτοντας, ταυτόχρονα, ζήτημα επιτάχυνσης της διαπραγματευτικής διαδικασίας μέσω της σύγκλισης μιας διεθνούς διάσκεψης. Εάν η Τουρκία ανταποκριθεί θετικά θα δρομολογηθούν ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Εάν, όμως, η Τουρκία επιδιώξει να εκβιάσει την λήψη μιας, άνευ ανταλλαγμάτων, απόφασης για το άνοιγμα των Κεφαλαίων, που θα αφήνει εκτεθειμένο τον ΠτΔ τότε, ο Νίκος Αναστασιάδης, θα βρεθεί ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων.

Η Gazprom, ο Μυρέων και ο μύθος του «Μόσκοβου»

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κατακλυστεί, το τελευταίο διάστημα, από εσχατολογικές αναλύσεις και προβλέψεις για επικείμενη διάλυση της Τουρκίας. Αναλύσεις που εδράζονται στην αναζωπύρωση των «προσδοκιών» για κάθοδο του «ξανθού γένους» το οποίο, ως «όργανο» της θείας βούλησης, θα απαλλάξει, παράλληλα, την Κύπρο από την τουρκική κατοχή. Η κατανόηση αυτής της ανορθολογικής προσδοκίας προϋποθέτει, καταρχάς, να αναγνωρίσουμε πως αυτή διέπεται από μια βαθιά ιστορικότητα και για αυτό, άλλωστε, είναι ριζωμένη στο συλλογικό υποσυνείδητο πολλών Ελληνοκυπρίων.

Οι «απαρχές» του «Μόσκοβου».
Η ταύτιση της Ρωσίας με το «ξανθό γένος» ανιχνεύεται σε ελληνικές αναφορές του 16ου αιώνα. Η εμφάνιση τους σχετιζόταν με την έναρξη των ρώσο-οθωμανικών πολέμων το 1568. Η συνεχής αντιπαλότητα, ανάμεσα στις δύο αυτοκρατορίες, η οποία «εκφράστηκε» την περίοδο, 1568-1918, με δώδεκα διαδοχικούς πολέμους, υπέθαλψε τις προσδοκίες των υπόδουλων, στους Οθωμανούς, Ρωμιών για «λύτρωση» της Ορθοδοξίας και του Γένους από τους ομόδοξους «αδελφούς». Στο περιβάλλον που διαμορφώνει η αντιπαραθετική σχέση Ρώσων και Οθωμανών οικοδομείται ο μύθος του «Μόσκοβου» ή του «ξανθού γένους» ο οποίος αναπαράγεται σε κείμενα και δημοτικά τραγούδια. «Ἀκόμα τούτη τὴν ἄνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες, τοῦτο τὸ καλοκαῖρι, ὅσο νὰ ῾ρθεῖ ὁ Μόσκοβος…νὰ φέρει τὸ σεφέρι (στράτευμα)».

Οι «κράχτες».
Τον μύθο καλλιέργησε, τεχνηέντως, και η τσαρική προπαγάνδα επιδιώκοντας να εξυπηρετήσει τις εδαφικές, εμπορικές και διπλωματικές της βλέψεις. Κάθε φορά, που διαφαινόταν η έναρξη ενός ρωσοτουρκικού πολέμου, ανιδιοτελείς, ρωσόφιλοι «αγγελιοφόροι», αλλά και επί πληρωμή πράκτορες, υποκινούσαν σε εξέγερση τους χριστιανικούς λαούς, προκειμένου να δημιουργηθούν αντιπερισπασμοί στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εργαλειοποίηση των υπόδουλων χριστιανών κορυφώνεται, τον 18ο αιώνα, όταν η Μεγάλη Αικατερίνη επιδίωξε πιο συστηματικά, με τους δύο ρωσοοθωμανικούς πολέμους (1768-1774, 1787-1792), την έξοδο της Ρωσίας στην Μεσόγειο. Ο «κράχτες» της Αικατερίνης περιόδευαν, στην ελληνική ύπαιθρο και στα νησιά, προπαγανδίζοντας την ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, καλώντας τους υπόδουλους να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό και να ετοιμαστούν για την υποδοχή του ρώσου «ελευθερωτή».

Ανεκπλήρωτες προσδοκίες.
Η πολιτική της Αικατερίνης είχε ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια υπερβολικών προσδοκιών, ανάμεσα στους Έλληνες, οι οποίες επιβεβαιώνονται από την εντονότερη εμφάνιση, αυτή την περίοδο, αντιοθωμανικών χρησμολογιών. Οι οποίες διαψεύστηκαν επανειλημμένως. Ως γνωστότερη περίπτωση καταγράφηκε το φιάσκο των «Ορλωφικών». Παρά την συμμέτοχη Ελλήνων, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ρώσων, αυτοί εγκαταλείφθηκαν, με την λήξη του πολέμου, στο έλεος της οθωμανικής οργής. Η απόγνωση του «Γένους», από την τροπή των εξελίξεων, αποτυπώνεται στην ποίηση ενός κληρικού, του Παπακυρίτση, ο οποίος έγραψε το 1775 πως η Ρωσία «δεν πάσκισε πιστά για να λευτερωθούμε, μας ήρθε και μας άναψε φωτιά απ΄ άκρη σε άκρη, και άφησε να τη σβήσουμε με γιαίμα και με δάκρυ». Η επώδυνη εμπειρία των «Ορλωφικών» κατέστησε τους Ρωμιούς πιο καχύποπτους σε μεταγενέστερές ρωσικές «υποκινήσεις».

Realpolitik.
Ανέκαθεν, η πολιτική της Ρωσίας, όπως και των λοιπών δυνάμεων της εποχής, έναντι των υπόδουλων Ελλήνων και μετέπειτα έναντι του ελληνικού κράτους, εδραζόταν, αποκλειστικά, στην λογική της προώθησης των εθνικών της συμφερόντων. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ειδωθεί, για παράδειγμα, η άρνηση του Ρώσων να συνδράμουν τους Ενετούς στη διάρκεια του βενετό-οθωμανικού πολέμου της Κύπρου το 1570, η αρνητική, αρχικώς, στάση της τσαρικής Ρωσίας έναντι της ελληνικής επανάστασης, η στήριξη των σλαβικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία, η εναντίωση στην υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας και η αρωγή που προσέφεραν οι Μπολσεβίκοι του Λένιν στον Κεμάλ Ατατούρκ στον πόλεμο του 1922. Αλλά και πιο πρόσφατες ενέργειες όπως η αναγνώριση, από την Ρωσική Ομοσπονδία, των Σκοπίων με την ονομασία Μακεδονία. Με την ίδια συλλογιστική, ασφαλώς, θα πρέπει να προσεγγιστούν γεγονότα όπως η θετική συμβολή της Ρωσίας στην Ναυμαχία του Ναβαρίνου ή στις διεργασίες που οδήγησαν στην συγκρότηση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ή και σχετικά πρόσφατα όπως η υποστήριξη της ελλαδικής προσφυγής, στον ΟΗΕ, υπέρ της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων το 1954.

Ο Οσάτσι και η Ζαχάρωβα.
Είναι προφανές πως μετά την κατάρριψη του ρωσικού Σουκόϊ η Μόσχα επιδεικνύει εντονότερο «ενδιαφέρον» για το Κυπριακό. Ο ρώσος πρέσβης στην Κύπρο, Στάνισλαβ Οσάτσι, υπέδειξε, πρόσφατα, πως δεν είναι εφικτή μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, «ενόσω στην εξουσία ευρίσκεται ο Ερτογάν». Παρέλειψε, ασφαλώς, να επεξηγήσει γιατί η Μόσχα δεν διακόπτει, πλήρως, τις διπλωματικές και οικονομικές της σχέσεις με την Άγκυρα, έως ότου «αποχωρήσει» ο Ταγίπ Ερτογάν. Από την άλλη, και η εκπρόσωπος του ρωσικού υπέξ, Μαρία Ζαχάροβα, «ανακάλυψε», εσχάτως, την «ωμή παρέμβαση της Τουρκίας» στην διαπραγματευτική διαδικασία. Προφανώς θα της έχει διαφύγει πως η τουρκική κατοχή διανύει, ήδη, το 42ο της έτος ή πως δεν παρήλθε καιρός από τότε που ο Βλαδιμίρ Πούτιν, αναφερόμενος σε «βόρεια» και «νότια» Κύπρο, προκαλούσε νευρικό κλονισμό στα διπλωματικά δώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η συγκυριακή εργαλειοποίηση του Κυπριακού υπαγορεύεται από σκοπιμότητες που συνδέονται με την επιδείνωση των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών. Και ότι η Μόσχα παρά τις επικοινωνιακές κορώνες δεν πρόκειται να μεταβάλει, επί της ουσίας, την πολιτική της στο Κυπριακό.
Υπόθαλψη παρανοήσεων.
Η σκλήρυνση, όμως, της ρωσικής ρητορικής έναντι της Τουρκίας υποθάλπει διάφορες παρανοήσεις ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους. Κάποιοι προσδοκούν σε ενίσχυση της ε/κ διαπραγματευτικής θέσης, άλλοι θεωρούν αυτονόητη, ενόψει μιας «βέβαιης» μεταβολής των γεωπολιτικών ισορροπιών, την πρόταξη διεκδικήσεων ακόμη και έξω από το συμφωνημένο πλαίσιο για ΔΔΟ, ενώ άλλοι οπτασιάζονται ακόμη και εκπλήρωση των «προφητειών» για το «ξανθό γένος». Στην πραγματικότητα τίποτε από όλα αυτά δεν θα επισυμβεί. Ο ίδιος ο Οσάτσι, εξάλλου, φροντίζει να ξεκαθαρίσει, προς απογοήτευση ΕΔΕΚ, «Συμμαχίας» και λοιπών, ότι η Ρωσία στηρίζει την εξεύρεση μιας «κοινά αποδεχτής λύσης», δηλαδή Ομοσπονδίας, και ότι στις διαπραγματεύσεις καταγράφεται, ήδη, σημαντική πρόοδος. Μια «οπτική» την οποία, προφανώς, δεν συμμερίζεται, το Δημοκρατικό Κόμμα.

Απίθανος ο 13ος ρωσοτουρκικός πόλεμος.
Την σπογοήτευση θα βιώσουν και όσοι προσδοκούν σε ένα γενικευμένο ρωσοτουρκικό πόλεμο και στην επιβεβαίωση των «προφητειών». Καμιά από τις δύο χώρες δεν επιδιώκει την οριστική ρήξη των διμερών σχέσεων, πόσο μάλλον την εμπλοκή σε μια πολεμική σύρραξη. Στην Τουρκία, ειδικότερα, έχουν πλήρη συναίσθηση των συνεπειών μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Ρωσία. Και το τουρκικό κράτος βαθιά εμπεδωμένο το «ένστικτο» της αυτοσυντήρησης. Η εμπλοκή, σε στρατιωτικές περιπέτειες με υψηλό ρίσκο και αβέβαιο αποτέλεσμα, είναι αδιανόητη, ακόμη και ως σκέψη, για την τουρκική πολιτική ελίτ. Αλλά και για την Ρωσία είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτεθεί στρατιωτικά σε μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτή η ιδιότητα λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για την Τουρκία. Εντούτοις, δεν θα πρέπει να αποκλείεται να υπάρξει κάποια στιγμή, από πλευράς Μόσχας, μια ισότιμη «ανταπόδοση» στην κατάρριψη του ρωσικού Σουκόϊ.

Οικονομικές εξαρτήσεις.
Η Ρωσία αντιλαμβάνεται πως ακόμη και τα όρια των διπλωματικών της αντιδράσεων επηρεάζονται, εν μέρει, από τις τεράστιες οικονομικές συναλλαγές, ανάμεσα στις δύο χώρες, οι οποίες, το 2015, ξεπέρασαν τα 32 δις δολάρια. Μια ανεπανόρθωτη ρήξη στις διμερείς σχέσεις ή (και) μια γενικευμένη επιβολή κυρώσεων δεν θα έπληττε μόνο την τουρκική οικονομία, αλλά και την ρωσική. Οι ενεργειακές συναλλαγές των δύο χωρών ανήλθαν, το 2015, στα 16 δις δολάρια με την Τουρκία να αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο αγοραστή φυσικού αερίου, από την Gazprom, μετά τη Γερμανία. Η εξαίρεση των ενεργειακών εταιρειών, από τις ρωσικές κυρώσεις, αντανακλά αυτή τη διάσταση. Των κυρώσεων έχουν εξαιρεθεί και 53 τουρκικές εταιρείες που βρίσκονται στο στάδιο υλοποίησης κατασκευαστικών έργων. Περιλαμβανομένων των ποδοσφαιρικών σταδίων ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλου του 2018. Δύο εξ αυτών των εταιρειών, μάλιστα, είναι σήμερα οι μόνοι διεκδικητές της σύμβασης για την επέκταση του διεθνούς αεροδρομίου της Μόσχας. Το σύνολο των δαπανών για αυτά τα έργα ανέρχεται σε κάποια δις δολάρια. Από την άλλη, η επιβολή εμπάργκο στην εισαγωγή τουρκικών αγροτικών προϊόντων, παρότι σημαντική, έχει περισσότερη επίδραση στην τόνωση του εθνικού γοήτρου των Ρώσων, παρά στα μακροοικονομικά μεγέθη της τουρκικής οικονομίας. Επισημαίνεται, επίσης, πως οι εισαγωγές τουρκικών βιομηχανικών προιόντων έχουν μεν περιοριστεί, αλλά δεν έχουν ολότελα απαγορευτεί. Οι εντονότερες οικονομικές επιπτώσεις για την Άγκυρα θα προκύψουν, μάλλον, από την διαφαινόμενη μείωση του ρωσικού τουριστικού ρεύματος το οποίο, το 2014, αντιστοιχούσε στο 11,5% των συνολικών τουριστικών αφίξεων στην Τουρκία. Στον βαθμό, ασφαλώς, που θα υιοθετηθεί η αυστηρή «έκκληση» της ρωσικής κυβέρνησης προς τους τουριστικούς πράκτορες και τους ρώσους πολίτες να αποφύγουν τα φθηνά τουριστικά θέρετρα στην νότια Τουρκία.

Ματθαίος ο Μυρέων ή Παϊσιος ο Αγιορείτης.
Είναι βέβαιο πως οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών θα παραμείνουν για αρκετό διάστημα τεταμένες. Ωστόσο, οι εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές, μάλλον, δεν θα επηρεαστούν δραματικά. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στην περίπτωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων, μετά το επεισόδιο με το Μαβί Μαρμαρά. Οι ισχυρές οικονομικές συνέργειες, μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, λειτουργούν με σταθεροποιητικούς όρους κσι διατηρούν ανοιχτές διόδους για την σταδιακή εξομάλυνση, των διμερών σχέσεων, και σε πολιτικό επίπεδο.
Αυτή η πραγματικότητα δεν μεταβάλλεται από τις προφητείες ούτε του Αγαθάγγελου, ούτε του Παϊσιου του Αγιορείτη ο οποίος προέβλεψε ότι, με την αρωγή του «ξανθού γένους, η Τουρκία «θα σβήσει από το χάρτη, διότι είναι ένα έθνος, το οποίο δεν προέκυψε από την ευλογία του Θεού». Όσοι, πάντως, ιεραρχούν τα κείμενα «πεφωτισμένων» κληρικών, υπεράνω της ορθολογικής ανάλυσης, ας έχουν υπόψη τους και τον Ματθαίο Μυρέων, ορθόδοξο επίσκοπο επί της οθωμανικής περιόδου, ο οποίος έγραφε το 1618 πως «ελπίζομεν κι εις τα ξανθά γένη να μας γλιτώσουν, να ‘ρθουν από τον Μόσκοβον να μας ελευθερώσουν, ελπίζομεν εις τους χρησμούς, στις ψευδοπροφητείες, και τον καιρό μας χάνομεν στις ματαιολογίες».

Στάτους Κβο, Ομοσπονδία και… ο Σενέρ Λεβέντ Του Σώτου Κτωρή

Η επίλυση του Κυπριακού θα προκύψει μέσα από μια λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, αφού είναι η μόνη πολιτειακή διευθέτηση στην οποία συμφωνούν και οι δύο Κοινότητες. Όσοι αντιτίθενται σε αυτή την μορφή λύσης αδυνατούν να προτάξουν μια εναλλακτική πολιτική πρόταση η οποία θα γίνεται αποδεκτή και από την τ/κ Κοινότητα.  Αντιλαμβάνονται, ασφαλώς, πως στην απουσία συνομιλητών στην «άλλη» πλευρά, υπονομεύεται (και) ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους, η αξιοπιστία της πολιτικής τους πρότασης.  Για αυτό, άλλωστε, επιχειρούν να «κτίσουν» επαφές, στην τ/κ Κοινότητα, με προσωπικότητες ή οργανώσεις οι οποίες εκφράζουν μια διαφορετική αντίληψη. Ανεξαρτήτως αν, αυτοί οι φορείς, δεν διαθέτουν ουσιαστική επιρροή ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους. Και παραβλέποντας ή και αδιαφορώντας πως στην τ/κ Κοινότητα έχουν διαμορφωθεί, με αποχρώσεις και επιμέρους διαφοροποιήσεις, δύο κυρίαρχες προσεγγίσεις ως προς το Κυπριακό. Τις οποίες ενστερνίζεται η συντριπτική πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων. Ποιες είναι αυτές;

Οι οπαδοί του στάτους κβο.

Η πρώτη σχολή «σκέψης» εξακολουθεί να αντικρίζει με επιφύλαξη και καχυποψία την συνύπαρξη με τους Ελληνοκυπρίους και επιδιώκει την ολοκλήρωση της προσπάθειας για οικοδόμηση «κρατικής» οντότητας. Είτε επειδή παραμένουν αγκιστρωμένοι στις επώδυνες μνήμες, λόγω των παρελθοντικών εμπειριών, είτε επειδή επωφελούνται, ποικιλοτρόπως, από την διαιώνιση του στάτους κβο, προτιμούν την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων.  Αυτή η συλλογιστική είναι πλειοψηφική στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες και στα δύο κόμματα της Δεξιάς, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό Κόμμα.  Η οικοδόμηση «κράτους», θεωρείται, παράλληλα, και «απάντηση» στις απειλές που διαμορφώνει η δεσπόζουσα παρουσία της Τουρκίας στον Βορρά.   Η «συναισθηματική» ταύτιση με την «Μητέρα Πατρίδα» έχει υποχωρήσει, ακόμη και στον χώρο της Δεξιάς, αφού διογκώνεται η δυσφορία από την προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει, πλήρως, την πολιτική και οικονομική της ηγεμονία στον τουρκοκυπριακό χώρο.

Οι «Ομοσπονδιακοί».

Η δεύτερη «σχολή» ενστερνίζεται ακόμη πιο έντονα τις ανησυχίες από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας, και θεωρεί πως μόνο μια λύση Ομοσπονδίας διασφαλίζει, αποτελεσματικά, την κοινοτική υπόσταση των Τουρκοκυπρίων, την διατήρηση της ταυτότητας τους και την συμμετοχή τους στο διεθνές και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Μια ομοσπονδιακή λύση η οποία, όμως, θα προστατεύει την τ/κ κοινότητα όχι μόνο από τις κηδεμονικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, αλλά και των Ελληνοκυπρίων. Για αυτό και η εμμονή στην πολιτική ισότητα, την διζωνικότητα, τις εκτεταμένες αρμοδιότητες των ομόσπονδων πολιτειών προτάσσονται ως αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για την επίτευξη συμφωνίας. Αυτή η σχολή «σκέψης» διαθέτει τα ισχυρότερα ερείσματα της στις νεαρότερες ηλικιακές ομάδες και στα κόμματα της Αριστεράς, το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα και το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας.  Εάν, παρ’ ελπίδα όμως, η παρούσα διαπραγματευτική διαδικασία αποτύχει τότε, θα ενδυναμωθεί και σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες,  η ιδέα για την οικοδόμηση μιας διακριτής κρατικής οντότητας. Στη δυσοίωνη προοπτική μιας πολιτισμικής, δημογραφικής και πολιτικής αφομοίωσης από την Τουρκία και οι πιο προοδευτικοί Τουρκοκύπριοι θα αναζητήσουν εναλλακτικές διεξόδους.

Ισορροπίες και δημοσκοπήσεις.

Στις βουλευτικές «εκλογές» του 2013 τα ποσοστά των κομμάτων που υποστηρίζουν είτε την μια είτε την άλλη θεώρηση υπήρξαν μοιρασμένα (50-50).  Σύμφωνα, ωστόσο, με τις πιο πρόσφατες μετρήσεις καταγράφεται, για πρώτη φορά μετά το 2004, μια σαφής πλειοψηφία (60-40) η οποία αντιτίθεται στην προοπτική μιας ομοσπονδιακής λύσης. Οι κοινωνικοοικονομικές μεταβολές που έχουν συντελεστεί, την τελευταία δεκαετία, καθιστούν αβέβαιη την έκβαση ενός δημοψηφίσματος.  Ζητήματα όπως το περιουσιακό και το εδαφικό αποκτούν εντελώς διαφορετική βαρύτητα σε σχέση με το 2004 και, επομένως, οι ρυθμίσεις που θα συμφωνηθούν επί αυτών των πτυχών θα κρίνουν, εν τέλει, την στάση που θα τηρήσει μια κρίσιμη μάζα των Τουρκοκυπρίων.  

«Μακριά» από την Τουρκία.

Ωστόσο, τη συμπεριφορά ενός μέρους του εκλογικού σώματος αναμένεται να επηρεάσει και η εντεινόμενη πίεση της Άγκυρας για έλεγχο των οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών όπως αυτή εκφράζεται, τούτες τις μέρες, με τις πιέσεις για νέες πολιτογραφήσεις και την διεκδίκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων επί του αγωγού του νερού. Εκτιμάται πως αυτές οι εξελίξεις θα ενισχύσουν τις δυναμικές υπέρ μιας ομοσπονδιακής λύσης. Ενόσω, ασφαλώς, αυτή η προοπτική παραμένει ζωντανή. Στο ενδεχόμενο μη λύσης οι δυναμικές της «αυτονόμησης», όπως υποθάλπονται, κυρίως, από το αίτημα για χειραφέτηση από την Τουρκία και την διεκδίκηση για ουσιαστική και έμπρακτη αντανάκλαση της βούλησης των Τουρκοκυπρίων στις εσωτερικές τους υποθέσεις, θα εντείνουν τις προσπάθειες για αναζήτηση μιας διακριτής σχέσης με την «Μητέρα Πατρίδα». 

Τι και ποιους εκφράζει ο Λεβέντ;

Ο Σενέρ Λεβέντ, μέσα από το Κίνημα «Γιασεμί», εκφράζει την πιο ριζοσπαστική  προσέγγιση μέσα στην τ/κ κοινότητα. Προτάσσει την θέση για επάνοδο στις δομές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ασκεί κριτική κατά της ΔΔΟ και δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ως  κατοχική δύναμη την Τουρκία.  Ουδείς μπορεί να αγνοήσει τον αυθεντικό κυπριωτισμό του Λεβέντ, τον ανιδιοτελή του πατριωτισμό και κυρίως τις «ανώμαλες» συνθήκες στις οποίες διατυπώνει με παρρησία τις απόψεις του. Ωστόσο, η έντονη και διαχρονική του δράση δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε πολιτική επιρροή. Στις προεδρικές «εκλογές» του 2000, έλαβε το 0,92% των ψήφων, ενώ στις βουλευτικές «εκλογές» του 2009 ο συνασπισμός του κινήματος «Γιασεμί» με το κόμμα της «Ενωμένης Κύπρου», το οποίο τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της ΔΔΟ, έλαβε το 2,42% των ψήφων.

Ούτε εθνικιστής, ούτε εχθρός της λύσης.

Η αντίθεση του Λεβέντ στην ΔΔΟ δεν τον καθιστά, όπως και πολλούς ε/κ που συμμερίζονται αυτή την άποψη, ούτε εχθρό της λύσης, ούτε εθνικιστή.  Ωστόσο, ο Λεβέντ υποτιμά πως η παρέλευση του χρόνου δυσχεραίνει τις προοπτικές εξεύρεσης ενός συμβιβασμού αφενός, αφετέρου πως για να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του υφιστάμενου διχοτομικού στάτους κβο επιβάλλεται η εξεύρεση μιας κοινής πολιτικής συνισταμένης, ανάμεσα στις δύο κοινότητες.  Η οποία δεν θα οδηγήσει απλά σε λύση, αλλά που θα συμβάλει, στην πορεία, στην διαμόρφωση των προϋποθέσεων  για την επίτευξη της πραγματικής ανάμιξης των δύο Κοινοτήτων σε όλους τους τομείς. Στην οικοδόμηση της «ολικής» Κύπρου. Αυτή η συνιστάμενη, με βάση την ιστορική εξέλιξη του Κυπριακού, δεν μπορεί να είναι άλλη από μια ΔΔΟ που θα εδράζεται στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες.  Η εμμονή και του ιδίου σε θέσεις που δεν πρόκειται, ποτέ, να γίνουν αποδεκτές από την πλειοψηφία και των δύο κοινοτήτων (πχ. ενιαίο κράτος) δεν συμβάλλει, δυστυχώς, την προοπτική ειρήνευσης στον τόπο. 

Η «εργαλειοποίηση» Λεβέντ.  

Παρότι, ο Λεβέντ δεν αντιπροσωπεύει κάποιο υπολογίσιμο ρεύμα μέσα στην τ/κ κοινότητα, οι τοποθετήσεις του τυγχάνουν ιδιαίτερης προβολής από τα ε/κ ΜΜΕ.   Σε αυτό δεν συντείνει, μόνο, η «διαφορετικότητα» των απόψεων του αλλά, κυρίως, η μεθοδευμένη και συστηματική εργαλειοποίηση τους από όσους απεύχονται την συνομολόγηση μιας λύσης ΔΔΟ. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, κυρίως, εκφραστές της πιο ακραίας εκδοχής της ε/κ ακροδεξιάς, οι οποίοι, επικαλούμενοι τον Λεβέντ, επιχειρούν, να νομιμοποιήσουν την αντιομοσπονδιακή τους «οπτική» και τις ανεδαφικές πολιτικές τους επιδιώξεις. Η επίκληση των δηλώσεων του Λεβέντ από ανθρώπους που αντικρίζουν την Κύπρο ως ένα ελληνικό νησί και εξακολουθούν να μοιρολογούν για τον «χαμό» της Ένωσης είναι, τουλάχιστον, υποκριτική. Όπως υποκριτική είναι η αποσπασματική επίκληση των θέσεων του από όσους αμφισβητούν, ακόμη, και την έννοια της πολιτικής ισότητας. Η οποία αναγνωρίστηκε και κατοχυρώθηκε, από το 1959, στις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου.

Η «Μάχη», ο Ιχσάν Αλή…

Ανάλογες περιπτώσεις τ/κ των οποίων οι δηλώσεις και απόψεις βρήκαν περίοπτη θέση στα ε/κ ΜΜΕ υπήρξαν και στο παρελθόν. O τ/κ πολιτικός παράγοντας Ιχσάν Αλή υπήρξε η πλέον γνωστή περίπτωση. Με την εκδήλωση των διακοινοτικών ταραχών, τον Δεκέμβριο του 1963, ο Ιχσάν Αλή επέλεξε να ταυτιστεί απόλυτα με την ελληνοκυπριακή πλευρά. Σε πληθώρα δημόσιων παρεμβάσεων του, και σε ρήξη με την κυρίαρχη τουρκοκυπριακή διεκδίκηση υποστήριξε σθεναρά την πολιτική της τροποποίησης του συντάγματος. Οι δηλώσεις του δημοσιεύονταν στα πρωτοσέλιδα των ε/κ εφημερίδων, ιδιαίτερα στην «Μάχη» του Νίκου Σαμψών, με πηχυαίους τίτλους, ενώ ο ευθυμογράφος του «Φιλελευθέρου» διακήρυττε πως «ήλπιζε να αξιωθεί» τον Ιχσάν Αλή να «ασπασθεί». Οι Ελληνοκύπριοι είχαν κάθε λόγο να εμφανίζουν τον Ιχσάν Αλή ως τον «πραγματικό» και «λαοφιλή» ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, ασχέτως αν αυτό αποτελούσε μια προπαγανδιστική υπερβολή. Η πλήρης σύμπλευση του με την ε/κ ηγεσία, σε μια εποχή που η επιδίωξη της Ένωσης έδιδε, δυστυχώς, την δυνατότητα στους τ/κ εθνικιστές να προβάλλουν την διχοτόμηση ως την μόνη διεκδίκηση της Κοινότητας τους, τον κατέστησε persona non grata ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους.

… και η «Πατριωτική Οργάνωσις».

Η αντικομμουνιστική «Μάχη» παρείχε εκτεταμένη κάλυψη και στις δραστηριότητες της «Πατριωτικής Οργάνωσης των Τουρκοκυπρίων» στελέχη της οποίας υπήρξαν οι Ιμπραχίμ Αζίζ και Νουρεττίν Σεφέρογλου. Η ανιδιοτελής και εδραζόμενη σε πατριωτικά κίνητρα στήριξη των δύο Τουρκοκυπρίων σε πρωτοβουλίες της κυπριακής κυβέρνησης αξιοποιήθηκε, από την ηγεσία των Ελληνοκυπρίων, για την προώθηση των ενωτικών της επιδιώξεων.  Τόσο η «Οργάνωσις» όσο και ο Ιχσάν Αλή εμφανίζονταν, εντός και εκτός Κύπρου, ως οι «γνήσιες φωνές» των Τουρκοκυπρίων σε μια εποχή που η κυβέρνηση Μακαρίου ανακοίνωνε την ψήφιση της «Χάρτας Μειονοτικών Δικαιωμάτων» για τους Τουρκοκυπρίους, διακήρυττε πως «Ουδεμία Συμφωνία ή Συνθήκη Ισχύει» και απειλούσε ακόμη και με την λήψη «όλων των μέσων», για να αποτρέψει, τον Ιούλιο του 1965, την εκδηλωθείσα πρόθεση των τ/κ βουλευτών να επανέλθουν στις εργασίες της κυπριακής βουλής.

Ο Σώτος Κτωρής είναι διδάκτωρ Τουρκικών σπουδών

Η δημογραφική εξέλιξη της τ/κ κοινότητας (1571 – 1960). Του Σώτου Κτωρή

Στη πρόσφατη ομιλία του στην βουλή ο ΠτΔ επιβεβαίωσε πως, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, συμφωνήθηκε η δημογραφική πτυχή κατά τρόπο που να διατηρούνται αναλλοίωτες οι παραδοσιακές πληθυσμιακές αναλογίες. Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης θα πρέπει να υπάρξει μια συνοπτική, έστω, αναφορά στην δημογραφική «πορεία» της τουρκοκυπριακής κοινότητας στην περίοδο 1571-1960.

Η «προέλευση» των Τουρκοκυπρίων.

Οι Τουρκοκύπριοι διαμορφώνονται ως μια διακριτή πληθυσμιακή οντότητα στο νησί μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς το 1571. Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής μεταφέρεται στο νησί σημαντικός αριθμός, τουρκόφωνων μουσουλμάνων από τις κεντρικές επαρχίες της Ανατολίας. Η πληθυσμιακή ενίσχυση των κατακτηθέντων περιοχών συνιστούσε μια πάγια πρακτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας η οποία αποσκοπούσε αφενός στον πολιτικό έλεγχο των κατακτηθέντων περιοχών, μέσω της παρουσίας συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών, αφετέρου στην οικονομική αναζωογόνηση των νέων «κτήσεων», απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση των φορολογικών εσόδων της Υψηλής Πύλης.  

Παράλληλα, στο νησί παρέμεινε και σημαντικός αριθμός μελών του οθωμανικού στρατού που συμμετείχαν στην εκστρατεία κατάκτησης της Κύπρου. Κατά τις πιο αξιόπιστες πηγές στο νησί παρέμειναν τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες παρότι κατά την «Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου» του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού, ο αριθμός υπερέβαινε τις είκοσι χιλιάδες. Τέλος, υπήρξαν και εξισλαμισμοί ανάμεσα, κυρίως, στα μέλη της λατινικής κοινότητας. Με την έλευση των Οθωμανών η τοπική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ουσιαστικά διαλύθηκε, στα μέλη της, δεν αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της κοινοτικής συγκρότησης για αυτό, άλλωστε, και υπήρξαν στόχοι εντονότερων διακρίσεων, διώξεων και περιορισμών που συνέβαλαν στην μαζικότερη προσχώρηση τους στο Ισλάμ.  Πολλοί Λατίνοι και Μαρωνίτες ασπάστηκαν το Ισλάμ όχι μόνο για να σώσουν την ζωή τους, αλλά και για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους και την πρότερη κοινωνική τους θέση στο νέο σύστημα εξουσίας.

Ρωμιοί και εξισλαμισμοί.

Σε αντίθεση με τους Λατίνους η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, επανάκτησε την θρησκευτική της κυριαρχία, την οποία είχε απολέσει στην Φραγκοκρατία, καθώς και οικονομική και πολιτική ισχύ, αφού της μισθώθηκε το δικαίωμα της συλλογής των φόρων από τους ορθόδοξους χριστιανούς, καθώς και το προνόμιο της απευθείας επικοινωνίας με την Υψηλή Πύλη. Το μιλλέτ των Ρωμιών, διέθετε μια σχετική κοινοτική αυτονομία μέσα από τους δικούς του θεσμούς ως προς την  θρησκεία, την εκπαίδευση και την απονομή δικαιοσύνης. Αυτά επεξηγούν, εν μέρει, τους περιορισμένους εξισλαμισμούς ορθοδόξων χριστιανών.  Όσοι εξισλαμίζονταν το έπρατταν, κατά κανόνα, για να απαλλαγούν από την βαριά φορολόγηση και για να αποκτήσουν την δυνατότητα ανέλιξης στην οθωμανική γραφειοκρατία, κατά συνέπεια και κοινωνική άνοδο. Το 1821 το φαινόμενο λαμβάνει εντονότερη μορφή λόγω της εξόντωσης των χριστιανών κληρικών και προκρίτων, γεγονός που συνέβαλε στον εκφοβισμό του χριστιανικού πληθυσμού και ώθησε αρκετούς σε προσωρινή αποστασία. Και πάλι, όμως, δεν εφαρμόστηκε μια  πολιτική βίαιου εξισλαμισμού. Ενώ το εύρος των εξισλαμισμών στην Κύπρο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, εντούτοις οι διαθέσιμες πηγές συνηγορούν πως το φαινόμενο στην Κύπρο δεν έλαβε μαζικό χαρακτήρα.  Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με ότι συνέβηκε στην Κρήτη όπου, στην απουσία ενός ισχυρού ορθόδοξου θεσμού, το σύνολο σχεδόν των Τουρκοκρητικών υπήρξαν εξισλαμισθέντες ελληνόφωνοι χριστιανοί οι οποίοι, μέσω της θρησκευτικής μεταστροφής, πέτυχαν να καταλάβουν θέσεις ισχύος στο οθωμανικό σύστημα εξουσίας.

1878: Η «επάνοδος» των κρυπτοχριστιανών.

Μέχρι και το 1831 οι πιο αξιόπιστες αναφορές για τον πληθυσμό του νησιού προέρχονται από ξένους προξένους, περιηγητές, εκπροσώπους της οθωμανικής γραφειοκρατίας και ορθόδοξους αξιωματούχους. Οι πλείστες αναφορές συγκλίνουν πως, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νησιού παρουσίαζε μια συνεχή αυξητική τάση. Αυτό επιβεβαιώνεται στην πρώτη επίσημη απογραφή, της οθωμανικής διοίκησης, του 1831 όπου το ποσοστό των κυπρίων - μουσουλμάνων ανερχόταν στο 34%. Τα δεδομένα θα μεταβληθούν μετά την δεκαετία του 1830’ και ειδικότερα μετά την υπαγωγή της Κύπρου στην βρετανική διοίκηση. Με την δεύτερη οθωμανική απογραφή το 1841 οι μουσουλμάνοι μειώθηκαν στο 30,4%, ενώ με την πρώτη βρετανική απογραφή το 1881 το ποσοστό τους περιορίστηκε στο 24,4%. Στην συρρίκνωση της πληθυσμιακής παρουσίας των μουσουλμάνων της Κύπρου συνέβαλαν δύο παράγοντες. Πρώτον, με την έλευση των Βρετανών εγκατέλειψε το νησί η διοικητική και στρατιωτική γραφειοκρατία της μουσουλμανικής κοινότητας.  Η πιο πολυπληθής ομάδα, ωστόσο, αφορούσε τους ελληνόφωνους κρυποχριστιανούς οι οποίοι παρά την εικονική τους προσχώρηση στο Ισλάμ, διατήρησαν την μνήμη άρα και την χριστιανική τους ταυτότητα και για αυτό, άλλωστε, επανήλθαν στον χριστιανισμό. Κάποιοι εξ αυτών επανέκαμψαν κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, 1839 -1876, όταν εισάγεται η ανεξιθρησκία και οι συνθήκες διαβίωσης των ραγιάδων – χριστιανών βελτιώθηκαν αισθητά, ενώ οι υπόλοιποι επανήλθαν αμέσως μετά το 1878. Ο επακριβής αριθμός αυτών των ατόμων δεν μπορεί να προσδιοριστεί αλλά, όπως δείχνει η πληθυσμιακή μεταβολή της περιόδου 1831-1881, ενδεχομένως να αφορούσε κάποιες χιλιάδες. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της κοινότητας Λιοπετρίου, στην επαρχία Αμμοχώστου, όπου το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού είχε προσχωρήσει, στην διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, στο Ισλάμ.  Σύμφωνα με τα φορολογικά κατάστιχα της εκκλησίας της Κύπρου, για τα έτη 1825 και 1830, δεν περιλαμβάνεται καμία αναφορά σε φορολογηθέντες χριστιανούς της κοινότητας Λιοπετρίου, ενώ στην απογραφή του 1881 όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας αναφέρονται ως χριστιανοί. Ανάλογες περιπτώσεις παρατηρούνται και σε άλλες περιοχές του νησιού.  

Λινοβάμβακοι - Ελληνόφωνοι Οθωμανοί.

Μια, σχετικά, αξιόπιστη ένδειξη της εθνοθησκευτικής «προέλευσης» των κυπρίων - μουσουλμάνων ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητα τους. Σύμφωνα με την απογραφή του 1881 η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων δήλωσαν ως μητρική τους γλώσσα την τουρκική (94,6%), ενώ μόνο 2454 άτομα ή 5,4 % δήλωσαν την ελληνική. Με την απογραφή του 1901 ο αριθμός των ελληνόφωνων μουσουλμάνων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος (2278 ή 4,4%), ενώ με την απογραφή του 1946 θα περιοριστούν στους 1080 ή ποσοστό 1,34%. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από τον ελληνοκυπριακό Τύπο της εποχής με την εφημερίδα «Στάσινον» να δημοσίευε το 1883 την προσωπική μαρτυρία περιηγητή σύμφωνα με την οποία «Ήκουσα ότι μωαμεθανοί τίνες λαλούσι μόνον ελληνιστί, αλλ’ εγώ δεν εύρον τούτους».

Με την έλευση των Βρετανών, επομένως, ο αριθμός των ελληνοφώνων που δεν ήσαν χριστιανοί, περιορίζεται αισθητά, λόγω της «επανόδου» των κρυπτοχριστιανών, ενώ σε αυτούς που παραμένουν περιλαμβάνονται δύο διαφορετικές ομάδες. Εν πρώτοις, οι ελληνόφωνοι Λινοβάμβακοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν λατινικής και μαρωνίτικης καταγωγής, και οι οποίοι αποτελούσαν μια ιδιότυπη κοινωνική ομάδα που ενσυνείδητα ασπαζόταν τόσο το μουσουλμανικό όσο και το χριστιανικό θρησκευτικό τυπικό. Ο αριθμός τους κατά τον βρετανό διοικητή Ρόλαντ Μίτσελ δεν υπερέβαινε, το 1878, τα 1200 άτομα και ενώ αυτοί ήταν διάσπαρτοι σε πολλές περιοχές της Κύπρου, πιο συγκεντρωμένοι, εντοπίζονταν στην περιοχή της Τηλλυρίας και σε κοινότητες ανατολικά και βορειοανατολικά της Λεμεσού. Οι υπόλοιποι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι ήταν, πιθανότατα, εξισλαμισθέντες της πρώιμης οθωμανικής περιόδου οι οποίοι αποτελούσαν, πλέον, οργανικό κομμάτι της οθωμανικής/μουσουλμανικής κοινότητας της Κύπρου. (πχ. Βρέτσια, Γαληνόπορνη, Λουρουτζίνα).

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα αναδύθηκε ένας έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ελίτ των δύο κοινοτήτων για την εθνική ενσωμάτωση των Λινοβαμβάκων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία από την μια, το Εβκάφ και τουρκοκύπριοι προύχοντες από την άλλη επιδόθηκαν σε μια έντονη προσπάθεια εθνοθρησκευτικού προσηλυτισμού των Λινοβαμβάκων, μέσω της ανέγερσης θρησκευτικών μνημείων και σχολείων, στην περιοχή της Τηλλυρίας και της στελέχωσης τους με κληρικούς/χότζες και εκπαιδευτικούς. Στον ελληνοκυπριακό Τύπο της εποχής είναι διάσπαρτες οι αναφορές για κοινότητες που «διασώθηκαν» ή «ετούρτζιεψαν» οριστικά, καθώς και ονομαστικές αναφορές σε Λινοβάμβακους που είτε επανήλθαν στο χριστιανισμό, είτε ασπάστηκαν αμετάκλητα το Ισλάμ (Χασάν Χαραλαμπή, Αλή Γιωργούδη, Μεχμέτ Γιαννή).  Η «κοινότητα» των Λινοβαμβάκων θα εκλείψει όταν τα μέλη της, στο πλαίσιο της διαδικασίας εθνικοποίησης των θρησκευτικών ταυτοτήτων, θα ενσωματωθούν οριστικά στην τ/κ και την ε/κ κοινότητα .

1901 – 1960: Ανυποληψία, μετανάστευση, περιχαράκωση.

Στην περίοδο 1901 - 1946 το ποσοστό των Τουρκοκυπρίων μειώνεται από 21,6% σε 17,9% του συνολικού πληθυσμού, ενώ των Ελληνοκυπρίων ανεβαίνει από 77,1% σε 80,2%. Η δημογραφική αποψίλωση της τ/κ κοινότητας υπήρξε έντονη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 30’.  Οι Τουρκοκύπριοι είχαν περιέλθει στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα σε κοινωνική και οικονομική ανυποληψία.  Η άλλοτε κυρίαρχη κοινότητα της Κύπρου διέθετε πλέον ελάχιστη συμμετοχή στην οικονομική και εμπορική δραστηριότητα του νησιού και περιορισμένο ρόλο στα πολιτικά πεπραγμένα. Εξαρτημένοι από την γεωργία και την υπεραντιπροσώπευση τους στη δημόσια υπηρεσία, οι Τουρκοκύπριοι πλήττονταν από την παρατεταμένη ανομβρία και την πολιτική λιτότητας των αποικιακών διοικήσεων. Οι οικονομικές δυσχέρειες ώθησαν πολλούς Τουρκοκύπριους στα χέρια των τοκογλύφων, και άλλους στην πώληση των περιουσιών τους και στην μετανάστευση στην Τουρκία. Στην διόγκωση, ωστόσο, του μεταναστευτικού φαινομένου συνέβαλε, πρωτίστως, η πολιτική της Τουρκίας για την Κύπρο. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η Άγκυρα αποποιήθηκε των βλέψεων της για το νησί και ενεθάρρυνε τους Τουρκοκυπρίους να εγκατασταθούν στην τουρκική ενδοχώρα, η οποία είχε πληθυσμιακά αποδεκατιστεί στην διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Υπολογίζεται πως εφτά χιλιάδες, περίπου, Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν σε αυτή την περίοδο το νησί.

Η πληθυσμιακή αιμορραγία της τ/κ κοινότητας τερματίζεται εντελώς στα μέσα της δεκαετίας του 40’. Σε αυτό συνέβαλε η ανάδυση μιας δυναμικής πολιτικής ελίτ που προχώρησε στην κοινοτική συγκρότηση των Τουρκοκυπρίων. Στην απογραφή του 1960 οι Ελληνοκύπριοι ανέρχονται στο 77,1% και οι Τουρκοκύπριοι στο 18,2%. Η αμελητέα ποσοστιαία ενίσχυση των Τουρκοκυπρίων οφείλεται ουσιαστικά στο εντονότερο μεταναστευτικό ρεύμα που παρατηρείται, για οικονομικούς λόγους, ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους. Η επιδείνωση των διακοινοτικών σχέσεων, στην δεκαετία του 50’, δεν συμβάλλει στην διόγκωση των μεταναστευτικών ροών. Επιταχύνει, εντούτοις, την διαδικασία πληθυσμιακής «αποξένωσης» των δύο κοινοτήτων, αφού τα μεικτά χωριά περιορίζονται σε 114 από 252 που ήταν το 1931.

Εν κατακλείδι, στην διάρκεια της ιστορικής τους παρουσίας στην Κύπρο η δημογραφική παρουσία των Τουρκοκυπρίων κυμάνθηκε από 17,9% έως 34%. Με αυτά υπόψη και προσμετρώντας πως, τα τελευταία 41 χρόνια, σημαντικός αριθμός εποίκων εγκαταστάθηκε στο νησί, γίνεται αντιληπτό πως εφόσον υλοποιηθεί η διαβεβαίωση του ΠτΔ, πως την ιθαγένεια του ομοσπονδιακού κράτους θα λάβουν 803,000 ε/κ (78,5%) και 220,000 τ/κ (21,5%), αυτή θα συνιστά μια απρόσμενα θετική εξέλιξη για την ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Το «ιστορικό» των εποίκων: 1974 - 2016 του Σώτου Κτωρή

Είναι δεδομένο πως, στο πλαίσιο μιας δυνητικής συμφωνίας για το Κυπριακό, ένας αριθμός εποίκων θα καταστούν πολίτες της Ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή την θέση υιοθέτησαν διαδοχικά όλοι οι κύπριοι προέδροι. Μηδενός εξαιρούμενου. Όσο και αν η ελληνοκυπριακή ρητορική, ορθά, προτάσσει πως ο εποικισμός συνιστά έγκλημα πολέμου, εντούτοις ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει πως η παρέλευση του χρόνου και ανθρωπιστικοί λόγοι θα προσμετρηθούν για την επίλυση του ζητήματος.

Πόσοι και ποιοι ήλθαν;

Η πλειοψηφία των εποίκων μεταφέρθηκε στην Κύπρο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70’.  Το 1976 υπήρξε η χρονιά με τις περισσότερες «αφίξεις», ενώ οργανωμένη κάθοδος παρατηρήθηκε μέχρι και το 1979. Ο Ραούφ Ντενκτάς έθεσε σε εφαρμογή την πολιτική της ραγδαίας πληθυσμιακής ενίσχυσης των κατεχομένων αδιαφορώντας, παντελώς, για την κοινοτική επιβίωση των Τουρκοκυπρίων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο τουρκοκύπριος ηγέτης, προώθησε τρεις ενέργειες. Εν πρώτοις, χορήγησε δικαίωμα εγκατάστασης στις οικογένειες των 498 τούρκων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην διάρκεια της εισβολής. Εξ αυτών ελάχιστοι εγκαταστάθηκαν, εν τέλει, στην Κύπρο.  Το ίδιο δικαίωμα εκχωρήθηκε σε στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην εισβολή, καθώς και σε εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, το οποίο επωμίστηκε την διοικητική και οικονομική ανασυγκρότηση της νέας «κρατικής» οντότητας.  Αυτοί υπολογίζονται σε 1500, περίπου, άτομα. Προερχόμενοι, ως επί το πλείστον, από την κοσμική Δυτική Τουρκία δεν είχαν ιδιαίτερες πολιτισμικές και αξιακές διαφορές με τους Τουρκοκυπρίους.  Εγκαταστάθηκαν στα αστικά κέντρα, ενώ πολλοί από αυτούς νυμφεύτηκαν με τουρκοκυπρίους πολίτες.   

Στο πρώτο «ρεύμα» περιλαμβανόταν και μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων οι οποίοι, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, δελεάστηκαν από την πολιτική χορήγησης κινήτρων της τουρκοκυπριακής «διοίκησης».  Σχεδόν στο σύνολο τους, τα άτομα αυτά, κατέφθασαν στην Κύπρο από τις πιο συντηρητικές και οικονομικά υπανάπτυκτες περιοχές της Τουρκίας (Μαύρη Θάλασσα, Νότια, Κεντρική και Νοτιοανατολική Τουρκία). Οι «νεοαφιχθέντες» οδηγηθήκαν σε απομακρυσμένα ελληνοκυπριακά χωριά εξέλιξη που «περιόρισε» την επαφή τους με τους Τουρκοκύπριους και παγίωσε, από νωρίς, ένα κοινωνικό και πολιτισμικό διαχωρισμό των δύο πληθυσμιακών ομάδων.

Την διάρκεια αυτής της περιόδου η «ιθαγένεια» χορηγήθηκε σε είκοσι περίπου χιλιάδες άτομα. Εντούτοις, κάποιοι από αυτούς επέλεξαν, στην πορεία, να επιστρέψουν στην Τουρκία. Η μαζική μεταφορά εποίκων, ως επίσημη «κρατική» πολιτική, τερματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70’ όχι μόνο λόγω των αντιδράσεων της τουρκοκυπριακής Αριστεράς και των πιέσεων της διεθνούς κοινότητας, αλλά και επειδή το κυβερνών, τότε, Κόμμα Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) διαπίστωσε πως δεν διέθετε το μονοπώλιο της ψήφου των εποίκων. Αυτήν καρπώνονταν, επίσης, κόμματα εποίκων που εμφανίζονταν, περιστασιακά, στο πολιτικό σκηνικό και, μετά το 1992, το έτερον κόμμα της Δεξιάς, το Δημοκρατικό Κόμμα. Ούτως ή άλλως το ΚΕΕ οικοδόμησε την πολιτική του ηγεμονία, για σχεδόν τριάντα χρόνια, στην επιρροή που διέθετε ανάμεσα στους τουρκοκυπρίους ψηφοφόρους.

Ανεξαρτήτων των αιτιών, πάντως, από την δεκαετία του 80’ και μετά, η ροή εποίκων αραίωσε σημαντικά. Όσοι Τούρκοι επέλεγαν να εγκατασταθούν, μόνιμα, στην Κύπρο το έπρατταν, κατά κανόνα, με δική τους πρωτοβουλία, ορμώμενοι από προσωπικά κίνητρα και αναζητήσεις. Η ένταση του φαινομένου θα επηρεαζόταν, εφ εξής,  από την πολιτική και οικονομική κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας.  Στη δεκαετία του 90’, για παράδειγμα, η πλειοψηφία όσων έρχονταν στην Κύπρο ήταν Κούρδοι οι οποίοι εγκατέλειπαν τις περιοχές τους λόγω της ένοπλης αντιπαράθεσης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν με το τουρκικό κράτος.

Η ταύτιση με την Κύπρο.

Για χρόνια το «δέσιμο» των εποίκων με την Κύπρο ήταν αδύναμο. Ο Ραούφ Ντενκτάς είχε σαφή εικόνα της κατάστασης. Για αυτό και απέφυγε επιμελώς, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 90’, να τους χορηγήσει τίτλους ιδιοκτησίας για τις ελληνοκυπριακές περιουσίες, που τους είχαν παραχωρηθεί, φοβούμενος πως θα τις  πωλούσαν και θα επέστρεφαν στην Τουρκία. Η σχέση των εποίκων με το πολιτικό σύστημα υπήρξε, σε αυτή την περίοδο, πρωτίστως πελατειακή και αποσκοπούσε στην αποκόμιση πρόσκαιρων ωφελημάτων που θα τους επέτρεπαν να αντιμετωπίσουν την οικονομική και κοινωνική ανέχεια στην οποία είχαν περιέλθει.

Παρότι η ταύτιση των εποίκων με την Τουρκία υπήρξε έντονη δεν σημαίνει πως λειτούργησαν, πάντοτε, ως άβουλα υποχείρια της Άγκυρας. Αντιθέτως, υπήρξαν περιπτώσεις ουσιαστικής διαφοροποίησης. Όπως το 1990 όταν το βασικό κόμμα των εποίκων συνασπίστηκε με τα κόμματα της Αριστεράς ή το 2004 όταν η πλειοψηφία των εποίκων αντιτάχθηκε στο σχέδιο Ανάν παρά την θετική στάση της Τουρκίας ή ακόμη και μόλις πρόσφατα όταν δεν στήριξαν τον εκλεκτό της Άγκυρας, τον Κουτρέτ Οζερσάι. 

Αυτή η «αμφιθυμική σχέση» με την Κύπρο συνεχίστηκε, μέχρι και το 2004, εξαιτίας, κυρίως, των δύσκολων συνθηκών στις οποίες διαβίωναν και της προβληματικής ενσωμάτωσης τους στο τουρκοκυπριακό κοινωνικό γίγνεσθαι. Την οποία αντανακλούσε, ευκρινώς, και η περιθωριακή τους παρουσία στο πολιτικό σκηνικό. Αρκετοί έποικοι, πρώτης γενιάς, ήταν διατεθειμένοι, μέχρι και το 2004, να επιστρέψουν στην Τουρκία λαμβάνοντας την  χρηματική αποζημίωση που προέβλεπε το σχέδιο Ανάν.

 Έκτοτε, όμως, η κατάσταση μεταβλήθηκε δραματικά. Η οικονομική ανάπτυξη, που ακολούθησε το 2004 και η άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών δυσχερειών συνέβαλε στην ενίσχυση της συναισθηματικής σύνδεσης των εποίκων με τον κυπριακό χώρο. Μια μερίδα των εποίκων της δεύτερης και τρίτης γενιάς, ειδικότερα, ταυτίζονται πλήρως με την Κύπρο, ενσωματώνουν στον τρόπο ζωής τους στοιχεία από την κυπριακή πολιτισμική κουλτούρα και αποστασιοποιούνται από τις θρησκοληπτικές αντιλήψεις των γονιών τους. Αρκετοί, εξ αυτών, προσδοκούν στην λύση του Κυπριακού αφού  θα τους  καταστήσει ευρωπαίους πολίτες, ισότιμους έναντι των Τουρκοκυπρίων και θα τους διανοίξει προοπτικές που σήμερα φαντάζουν, για αυτούς, ασύλληπτες. 

Μειοψηφία οι έποικοι.

Για μια πολύ μεγάλη περίοδο δεν υπήρχε ξεκάθαρη εικόνα για τον πληθυσμιακό όγκο των εποίκων. Με αποτέλεσμα οι Ελληνοκύπριοι, αλλά και η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση να υιοθετούν, ενίοτε και για διαφορετικούς λόγους, υπερβολές ως προς τον πραγματικό τους αριθμό. Υπό αυτές τις συνθήκες διενεργήθηκε για πρώτη φορά απογραφή του πληθυσμού των κατεχομένων, το 1996, η οποία όμως απαξιώθηκε, εξυπαρχής, αφού υλοποιήθηκε υπό την πολιτική «εποπτεία» του Ραούφ Ντενκτάς.

Σαφή εικόνα για τον αριθμό των εποίκων προέκυψε εκ των πραγμάτων, για πρώτη φορά, το 2004 όταν στον κατάλογο που η τουρκοκυπριακή πλευρά κατέθεσε για τα άτομα που θα ελάμβαναν την κυπριακή υπηκοότητα, περιλήφθησαν 41,700 άτομα ενώ θα μπορούσε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχεδίου Ανάν, να υποβάλει μέχρι και 45 χιλιάδες ονόματα. Σε αυτό τον κατάλογο δεν περιλήφθηκαν τα παιδιά από μεικτούς γάμους, αφού συμπεριλήφθησαν σε αυτούς που δηλώθηκαν  ως άτομα κυπριακής καταγωγής. Ο αριθμός των εποίκων αντιστοιχούσε, σε εκείνη την συγκυρία, στο 23,6% του συνολικού αριθμού της τουρκοκυπριακής κοινότητας (176,000).

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν με την απογραφή του 2006 σύμφωνα με την οποία οι πολίτες της «ΤΔΒΚ» ανέρχονταν στις 178,031. Εξ αυτών 27,333 άτομα δήλωσαν ως τόπο γέννησης την Τουρκία και 913 άτομα την Βουλγαρία, ενώ 16,824 άτομα που γεννήθηκαν στην Κύπρο δήλωσαν πως και οι δύο γονείς τους είχαν γεννηθεί στην Τουρκία. Από αυτά τα στοιχεία προκύπτει πως 45,070 άτομα ή ποσοστό 25,3% του πληθυσμού των κατεχομένων είναι έποικοι ή παιδιά εποίκων. Επιπλέον, 10,361 άτομα ή ποσοστό 5,8% προήλθαν από μεικτούς γάμους, ενώ 122,600 άτομα ή 68,8% είναι κυπριακής καταγωγής.

Στην υπό εξέλιξη διαπραγματευτική διαδικασία, για το Κυπριακό, φαίνεται να συμφωνήθηκε ότι 220 χιλιάδες Τουρκοκύπριοι και έποικοι θα λάβουν την υπηκοότητα του ομοσπονδιακού κράτους. Όπως και 803 χιλιάδες Ελληνοκύπριοι. Εάν συνυπολογίσουμε πως ο ρυθμός γεννήσεων είναι ελαφρώς υψηλότερος ανάμεσα στους εποίκους, τότε εικάζεται πως την τελευταία δεκαετία ο αριθμός τους έχει προσεγγίσει τις 60 - 65 χιλιάδες άτομα ή το 27% - 29,5%. Στο σύνολο, ωστόσο, του πληθυσμού του ομοσπονδιακού κράτους οι έποικοι δεν θα αποτελούν παρά το 5,8% - 6,3% του συνόλου των πολιτών, οι Τουρκοκύπριοι το 15% - 15,5% και οι Ελληνοκύπριοι το 78.5%.

Οι ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων για δημογραφική έκρηξη στην τουρκοκυπριακή πολιτεία, μετά την λύση, που θα αλλοιώσει τις πληθυσμιακές ισορροπίες, εις βάρος τους, είναι υπερβολικές. Τα στατιστικά στοιχεία δεικνύουν πως οι δείκτες των γεννήσεων (γεννήσεις επί 1000 κατοίκων) και ολικής γονιμότητας (μέσου αριθμού παιδιών ανά γυναίκα) στις δύο κοινότητες είναι παραπλήσιοι.  Ασφαλώς, ουδείς μπορεί να γνωρίζει εάν αυτές οι τάσεις θα παραμείνουν αναλλοίωτες και στο μέλλον.  Αυτό που γνωρίζουμε, πάντως, είναι πως ακόμη και στην Τουρκία, όπου εφαρμόζεται πολιτική κινήτρων για αύξηση της γεννητικότητας, ο δείκτης ολικής γονιμότητας βρίσκεται στο 2,03 σε σχέση με 1,46 στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Στις περιοχές, δε, της Τουρκίας, όπου επικρατεί ο δυτικός τρόπος ζωής, ο δείκτης κυμαίνεται από 1,4 έως 1,8. 

Πολιτική ενσωμάτωση.

Οι κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές της περιόδου 2004-2016 ενέτειναν την διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης των εποίκων και επηρέασαν την εκλογική τους συμπεριφορά. Στους προσδιοριστικούς παράγοντες αυτής της συμπεριφοράς περιλαμβάνονται, πλέον, η κοινωνικοοικονομική τους θέση, καθώς επίσης πολιτικές αντιλήψεις, αξίες και πεποιθήσεις.  Όλο και περισσότεροι έποικοι στρέφονται, σταδιακά, (και) στα κόμματα της τουρκοκυπριακής Αριστεράς.  Είναι ενδεικτικό πως το ποσοστό του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος, ανάμεσα στους εποίκους, θα ανέλθει από 4% στις εκλογές του 1998 στο 35% στις «βουλευτικές» εκλογές του 2013. Ο Μουσταφά Ακκιντζί εξασφάλισε, στον δεύτερο γύρο των πρόσφατων προεδρικών «εκλογών» το 42% της ψήφου των εποίκων.

Ακόμη και σήμερα, όμως, η πληθυσμιακή παρουσία των εποίκων δεν αντανακλάται σε ανάλογη πολιτική αντιπροσώπευση.  Μόνο δύο από τους συνολικά πενήντα βουλευτές είναι έποικοι, ενώ κανένας έποικος δεν συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο. Ακόμη και στο επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης μόλις σε έξι περιφερειακούς δήμους στους οποίους διαμένουν, ως επί το πλείστον, έποικοι δεν εκλέγονται τουρκοκύπριοι δημοτικοί άρχοντες.

Είναι προφανές πως η οπτική των Τουρκοκυπρίων, για τους εποίκους, διέπεται από εθνοκοινοτικό και κοινωνικό ρατσισμό.  Αυτός, παραταύτα, είναι απόλυτα κατανοητός, ενόσω διαιωνίζεται το ισχύον statusquo, αφού για δεκαετίες αντικρίζουν τους εποίκους ως φορείς μια απειλής κατά της πολιτισμικής τους ταυτότητας και της κοινοτικής τους υπόστασης. Ως μια ανεπιθύμητη υπενθύμιση της ηγεμονικής παρουσίας της Τουρκίας στην Κύπρο. 

Βιβλιογραφικές αναφορές.
Mete Hatay, (2007) Is the Turkish Cypriot population shrinking?.
Mete Hatay, (2005) Beyond Numbers, An inquiry into the political integration of the Turkish “Settlers” in Northern Cyprus.
Sertac Sonan, (2014) In the Grip of Political Clientelism. The Post - 1974 Turkish Cypriot Politics and the Politico Economic Foundations of Pro Taksim Consensus.
Niyazi Kizilyurek, (2003) Milliyetçilik Kıskacında Kıbrıs.
“TRNC” State Planning Organization. 2006 Population and Housing Unit Census
“TRNC” State Planning Organization. Economic and Social Indicators 1977-2013.
Turkish Statistical Institute website.

 Εφ πολίτης &Cyprusnews.eu 7/2/2016

Σελίδα 1 από 3

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι