Βασίλης Πρωτοπαπάς
Βασίλης Πρωτοπαπάς

Βασίλης Πρωτοπαπάς (32)

Ποιοι αποτελούν τον Κυπριακό Ελληνισμό»;

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας, η Ελληνική Κοινότητα αποτελείται από τους πολίτες της Δημοκρατίας που είναι «ελληνικής καταγωγής και έχουν ως μητρική γλώσσα την ελληνική ή μετέχουν των ελληνικών πολιτιστικών παραδόσεων ή ανήκουν στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία». Αντίστοιχη ερμηνεία υπάρχει για την Τουρκική Κοινότητα. Ωστόσο, από το 1960 μέχρι σήμερα στην Ελληνική Κοινότητα έχουν κατ΄ επιλογή ενταχθεί οι θρησκευτικές μειονότητες των Μαρωνιτών, Λατίνων και Αρμενίων καθώς και μερικές δεκάδες χιλιάδες «ξένοι» που απέκτησαν με διάφορους τρόπους την υπηκοότητα της Δημοκρατίας. Ασφαλώς, όλοι καλοδεχούμενοι.

Ποιο είναι το εκτόπισμα του Κυπριακού Ελληνισμού στο σύνολο του πληθυσμού του νησιού;

Σύμφωνα με την πρώτη αξιόπιστη απογραφή πληθυσμού, που πραγματοποιήθηκε από τη βρετανική αποικιακή διοίκηση στα 1881, οι Ελληνοκύπριοι (Χριστιανοί Ορθόδοξοι) αποτελούσαν το 74,9% και οι Τουρκοκύπριοι (Μωαμεθανοί) το 24,4%. Στην τελευταία κοινή απογραφή που έγινε το 1973 οι Ελληνοκύπριοι ανέρχονταν στο 78,9%, οι Τουρκοκύπριοι στο 18,4% και οι άλλες εθνικότητες στο 2,7% του πληθυσμού. Σε κάθε περίπτωση, οι Ελληνοκύπριοι αποτελούν για τουλάχιστον δύο αιώνες την κυρίαρχη πληθυσμιακή κοινότητα του νησιού.

Ποια είναι η μεγαλύτερη απειλή αλλοίωσης της δημογραφικής σύνθεσης του νησιού;

Είναι η από το 1974 αδυναμία του κράτους (ΚΔ) να ελέγξει το σύνολο της επικράτειάς του εξαιτίας της διαίρεσης και της τουρκικής κατοχής. Συνακόλουθα, είναι η δυνατότητα της Τουρκίας και της υποτελούς σε αυτή διοίκησης των κατεχομένων να φέρνουν, κατά το δοκούν, μαζικά και οργανωμένα πληθυσμό από το εξωτερικό (Τουρκία). Με λίγα λόγια, είναι η απειλή του εποικισμού.

Πόσο επικίνδυνη είναι η απειλή τουρκικού εποικισμού;

Στην πραγματικότητα είναι απρόβλεπτη. Εξαρτάται από τις εκάστοτε διαθέσεις της Άγκυρας και από τις οικονομικές συνθήκες στα κατεχόμενα. Με πληθυσμό που πλησιάζει τα 100 εκατομμύρια, όπου πολλοί ζουν σε κακές συνθήκες, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη η ενθάρρυνση Τούρκων υπηκόων να αναζητήσουμε μια καλύτερη ίσως ζωή στην κατεχόμενη Κύπρο.

Πόσοι Τούρκοι έποικοι ζουν σήμερα στα κατεχόμενα;

Σύμφωνα με ασφαλείς υπολογισμούς, οι Τούρκοι έποικοι που διαθέτουν «υπηκοότητα» της λεγόμενης ΤΔΒΚ δεν ξεπερνούν τις 60 χιλιάδες. Το 2004, βάσει του ονομαστικού καταλόγου που περιλήφθηκε στο τότε προτεινόμενο σχέδιο λύσης, ήσαν περίπου 41 χιλιάδες. Σε δέκα χρόνια, χωρίς λύση, πιθανότατα θα είναι πολύ περισσότεροι. Τα περί μισού ή ενός εκατομμυρίου εποίκων, αριθμοί που κατά καιρούς ακούστηκαν στις ελεύθερες περιοχές, είναι απλά ανοησίες. Ακόμη κι αν κανείς προσθέσει τους εργάτες και τους φοιτητές, που δεν έχουν «πολιτογραφηθεί».

Μπορούμε να διώξουμε όλους τους εποίκους στο πλαίσιο μιας συμφωνίας λύσης;

Όχι, δεν μπορούμε. Ο εποικισμός είναι παράνομος, θεωρείται έγκλημα πολέμου, ωστόσο οι έποικοι, ως άνθρωποι, έχουν δικαιώματα. «Εγκληματίας» είναι το κράτος που ευθύνεται για τον εποικισμό, όχι οι έποικοι. Είναι γι αυτό που όλοι οι Ελληνοκύπριοι Πρόεδροι αποδέχονταν a priori ότι ένας αριθμός εποίκων θα παραμείνει σε περίπτωση λύσης και θα λάβει μάλιστα υπηκοότητα του ομοσπονδιακού κράτους «για ανθρωπιστικούς λόγους». Όσοι έποικοι έχουν λάβει την «υπηκοότητα» της ΤΔΒΚ και επιθυμούν να παραμείνουν, θα παραμείνουν ως υπήκοοι της ομοσπονδιακής Κύπρου, υπαγόμενοι στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Ο αριθμός τους, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπερβαίνει τις 60 χιλιάδες και θα υπάρξει ονομαστικός κατάλογος πριν την όποια συμφωνία.

Ποια θα είναι η πληθυσμιακή αναλογία Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων σε περίπτωση λύσης;

Οι δύο ηγέτες έχουν συμφωνήσει σε αναλογία 4 προς 1. Θα υπάρξει ονομαστικός κατάλογος περίπου 800 χιλιάδων πολιτών της Ελληνικής Κοινότητας και περίπου 220 χιλιάδων της Τουρκικής Κοινότητας (περιλαμβανομένων των περίπου 60 χιλιάδων «πολιτογραφημένων» εποίκων). Με βάση τα επίσημα δεδομένα του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (για τους Ελληνοκύπριους). Η ιστορική δημογραφική σύνθεση του νησιού, παρά τη διαίρεση και παρά το συστηματικό εποικισμό, θα διατηρηθεί.

Τι εμποδίζει την τουρκοκυπριακή πολιτεία να απονείμει μαζικά υπηκοότητες μετά τη λύση;

Το συμφωνημένο Σύνταγμα. Που θα προβλέπει ότι η αρμοδιότητα για απονομή της μίας και μόνης ιθαγένειας ανήκει αποκλειστικά στην κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Όχι στις πολιτείες. Και που θα διασφαλίζει, χάρη και στην ιδιότητα του μέλους της ΕΕ, αποτελεσματική επιτήρηση συνόρων. Αυτό έχει ήδη συμφωνηθεί, όπως δήλωσαν οι ηγέτες. Όσοι ενδιαφερόμαστε ειλικρινά για την εθνική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική σύγκλιση.

Πώς λοιπόν προστατεύεται καλύτερα ο Κυπριακός Ελληνισμός ως εθνική κοινότητα;

Η πιο ασφαλής οδός είναι μέσα από τη σύντομη επανένωση του νησιού και τη δημιουργία ενός κοινού ομοσπονδιακού κράτους που θα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα απονομής υπηκοότητας. Η πιο επικίνδυνη οδός είναι η διατήρηση του στάτους κβο, είτε αυτό παραμείνει ως έχει, είτε μετεξελιχθεί σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος στο βορρά είτε, ακόμη χειρότερα, ενσωματωθεί και τυπικά στην Τουρκία. Η δεύτερη αυτή «επιλογή» (στάτους κβο) θα ήταν σαν να ποντάραμε την τύχη του Κυπριακού Ελληνισμού στο καζίνο.

Η διαπραγματευτική διαδικασία βρίσκεται σε κομβικό σημείο. Ολοκληρώνεται η  συζήτηση στα τέσσερα κεφάλαια - διακυβέρνηση, οικονομία, Ευρωπαϊκή Ένωση, περιουσιακό - και στη συνέχεια, εάν υπάρξει η προσδοκώμενη πρόοδος, η συζήτηση εισέρχεται στο εδαφικό. Αυτή θα είναι μία ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στην ιστορία των διαπραγματεύσεων καθώς θα είναι η πρώτη φορά που η τουρκική πλευρά καλείται να καταθέσει τις θέσεις της επί χάρτου.

 

Στο πλαίσιο της λύσης, για πρώτη φορά δίνεται έμφαση στα οφέλη που θα αποκομίσουν όλοι οι Κύπριοι από την πρώτη ημέρα της λύσης. Οι δύο ηγέτες μιλούν για την πρώτη μέρα καθώς θέλουν κατά αυτό τον τρόπο ο κάθε Κύπριος πολίτης να νιώσει πως μια νέα μέρα ανατέλλει στη χώρα μας, την επομένη. Για αυτό και επιδιώκεται από την πρώτη ημέρα να αποδοθεί η πόλη της Αμμοχώστου στους κατοίκους της, από την πρώτη μέρα να επιστραφεί η νεκρή ζώνη στους ιδιοκτήτες της, όπως επίσης και οι υπό επιστροφή ακατοίκητες περιοχές, και από την πρώτη ημέρα να υπάρξει αποχώρηση σημαντικού αριθμού στρατευμάτων.

 

Βρισκόμαστε σήμερα σε μία συγκυρία όπου όλοι έχουμε να κερδίσουμε από τη λύση. Τα πλεονεκτήματα για τη ελληνοκυπριακή πλευρά είναι προφανή: απαλλαγή από τον κατοχικό στρατό, επιστροφή εδαφών, επιστροφή προσφύγων στα σπίτια και τις περιουσίες τους, άλλων υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, άλλων υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας, ευημερία, αξιοποίηση για ανάπτυξη της κλίμακας που προσφέρει όλο το νησί μας.

 

Υπάρχουν συγκεκριμένες συγκλίσεις που εξασφαλίζουν για όλους ανεξαίρετα τους Κύπριους πολίτες τα δικαιώματα της ελεύθερης διακίνησης, απόκτησης περιουσίας, εγκατάστασης, άσκησης επαγγέλματος, άσκησης οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας σε ολόκληρη την Κύπρο. Διασφαλίζεται ο πλήρης σεβασμός του δικαιώματος του ατόμου στην ιδιοκτησία και διασφαλίζεται ότι ο δημογραφικός χαρακτήρας του νησιού κατά την πρώτη μέρα της λύσης θα αντικατοπτρίζει, με μια μικρή απόκλιση, την παραδοσιακή δημογραφική σύνθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως εγκαθιδρύθηκε το 1960. Διασφαλίζεται στο διηνεκές η δημογραφική σύνθεση όπως σήμερα είναι, καθώς και η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια της Κύπρου, χωρίς αποκλίσεις ή μόνιμες παρεκκλίσεις.

 

Για τους Τουρκοκύπριους η λύση αποτελεί τη μόνη προοπτική αποτελεσματικής εξόδου από την απομόνωση που έχουν περιέλθει. Το σχέδιο τους για αναγνώριση του ψευδοκράτους έχει αποτύχει, τα τετελεσμένα που καταγράφονται δεν είναι μόνο εις βάρος των Ελληνοκυπρίων, είναι και εις βάρος της ίδιας της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Με τη λύση, την επομένη οι Τουρκοκύπριοι θα γίνουν Ευρωπαίοι πολίτες και θα έχουν όλα τα πλεονεκτήματα που έχουν και Ελληνοκύπριοι ζώντας σε ένα καλά οργανωμένο κράτος.

 

Για την Τουρκία, με τη λύση ο δρόμος της προς την Ευρώπη λαμβάνει άλλες διαστάσεις και προοπτικές. Εξίσου σημαντικό για την Τουρκία είναι η ανεύρεση υδρογονανθράκων στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Θα μπορεί να λύσει προβλήματα ενεργειακά, θα μπορεί να αποτελέσει ένα παράγοντα που θα συμβάλει στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, θα μπορεί απρόσκοπτα να αγοράζει από οπουδήποτε χωρίς τις ενστάσεις ή τα νομικά κωλύματα που μπορεί να αντιμετωπίσει, χωρίς τη λύση, από την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Η λύση δεν θα αλλάξει την καθημερινότητα των απλών πολιτών. Δεν θα αλλάξει κάτι στην καθημερινότητα των ανθρώπων που εργάζονται στο δημόσιο, ημιδημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Τα κυβερνητικά τμήματα θα λειτουργούν έτσι όπως και σήμερα, το ίδιο η Τοπική Αυτοδιοίκηση όπως επίσης και το σύστημα υγείας. Αλλά και το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων κ.λπ. θα παραμείνουν ως σήμερα έχουν, αφού έχει συμφωνηθεί η κάθε πολιτεία να έχει τα δικά της συστήματα. Η καθημερινότητα των Ελληνοκυπρίων δεν πρόκειται να επηρεαστεί αφού η πλειοψηφία των θεμάτων που την αφορούν θα εξακολουθήσει να εμπίπτει νομοθετικά και διοικητικά στην αρμοδιότητα των θεσμικών οργάνων της ελληνοκυπριακής πολιτείας.

 

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τα παιδιά θα συνεχίσουν να φοιτούν σε ελληνοκυπριακά σχολεία και να λαμβάνουν την παιδεία που οι Ελληνοκύπριοι αποφασίζουν. Οι εθνικές επέτειοι θα συνεχίσουν να τιμώνται χωρίς κανένα περιορισμό. Η δυνατότητα προστασίας της πολιτιστικής ταυτότητας και των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και των δύο κοινοτήτων θα είναι απόλυτα διασφαλισμένη. Η προοπτική αρμονικής συνύπαρξης με τους Τουρκοκύπριους δεν προϋποθέτει ούτε την κατάργηση της ταυτότητας ούτε τη συγκρότηση μιας νέας ταυτότητας, ούτε και την πολιτισμική ταύτιση των δύο κοινοτήτων. Αυτό που χρειάζεται, που επιβάλλεται, είναι η οικοδόμηση ενός νέου πολιτικού πολιτισμού ο οποίος θα εδράζεται στην ιδιότητα του Κυπρίου πολίτη και στην αντίληψη πως ανεξαρτήτως της εθνικής μας ταυτότητας, όλοι οφείλουμε να υπηρετούμε πάνω απ’ όλα το συμφέρον της κοινής μας πατρίδας.

 

 

ΥΓ: Τα πιο πάνω είναι αυτούσια αποσπάσματα από ομιλία του προέδρου Αναστασιάδη στις 14 Οκτωβρίου 2016. Τα συμπεράσματα δικά σας.

Η στήλη θα επιχειρήσει να απαντήσει τρία ερωτήματα που έχουν τεθεί από το φίλτατο Χρύσανθο Τσουρούλλη, σε κείμενό του με τίτλο «Η Τουρκία ερτογανίζεται και η Λευκωσία χτενίζεται» (Η Σημερινή, 7/8/2016). Τα ερωτήματα έχουν τεθεί κατά ρητορικό τρόπο, ωστόσο αξίζει να δοθεί μια απάντηση για χάρη του δημόσιου προβληματισμού και χωρίς διάθεση προσωπικής αντιπαράθεσης.

1) «Έχει είτε το μυαλό είτε και τη διάθεση να ασχοληθεί με την Κύπρο (ο Τούρκος Πρόεδρος), ο οποίος φαίνεται να έχει ατζέντα πλήρους απασχόλησης για ένα κυνηγητό του Γκιουλέν;»

- Η λύση του Κυπριακού, εδώ και καιρό, δεν είναι η βασική προτεραιότητα του Ερτογάν και της Τουρκίας. Η Τουρκία μπορεί να ζήσει και χωρίς τη λύση. Είναι σε θέση να συνάπτει συμμαχίες με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, με τη Ρωσία και το Ισραήλ, χωρίς η κατοχή της μισής Κύπρου να την εμποδίζει. Ωστόσο, είναι προς όφελος της και το ξέρει, κυρίως στο μεγάλο ενεργειακό σχεδιασμό της περιοχής όπου τα συμφέροντα είναι τεράστια, να εκλείψει το αγκάθι του Κυπριακού. Η πρόσφατη πολύωρη συνάντηση του Ερτογάν με τον Ακιντζί και τη διαπραγματευτική του ομάδα απαντά πειστικά στο ερώτημα αυτό.

2) «Αλλά και αν ακόμα είχε τον χρόνο και το μυαλό για να ασχοληθεί με την Κύπρο, για ποιο λόγο (ο Ερτογάν) θα ήθελε να δείξει μετριοπάθεια και διάθεση συμβιβασμού».

- Η Τουρκία επί Ερτογάν έχει κάνει από το 2002 μια σαφή αλλαγή πλεύσης στο Κυπριακό. Μπορεί να μην είναι τέτοια που να ικανοποιεί πλήρως τις ελληνικές θέσεις, ωστόσο η Τουρκία του Ερτογάν αποδέχεται λύση ομοσπονδιακού κράτους, στο πλαίσιο που καθορίζει η διεθνής κοινότητα. Οι ευρύτατες συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί στο κεφάλαιο της πολιτειακής δομής, της διακυβέρνησης και του καταμερισμού εξουσιών το επιβεβαιώνουν. Οι όποιες σκληρές θέσεις στο περιουσιακό ή/και το εδαφικό είναι σε μεγάλο βαθμό απόρροια επιμονής της Τκ ηγεσίας, που επιδιώκει η λύση να προκαλεί την ελάχιστη δυνατή αναστάτωση στην καθημερινότητα των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία και ο Ερτογάν πρέπει να δείξουν στοιχεία συμβιβαστικής διάθεσης σε ό,τι αφορά κυρίως τη Συνθήκη Εγγυήσεως και τη Συνθήκη Συμμαχίας. Να αποδεχθούν δηλαδή ένα νέο μοντέλο που θα διαφοροποιεί σημαντικά τις διεθνείς συμφωνίες του 1960. Η Τουρκία έχει λόγο να δείξει αυτή τη μετριοπάθεια διότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει, η διεθνής κοινότητα το υποδεικνύει, πάνω απ΄ όλα διότι οι ενεργειακές και οικονομικές της φιλοδοξίες είναι σημαντικότερες από την επιμονή σε ξεπερασμένες ρυθμίσεις άλλων εποχών. Όποιος, όμως, περιμένει ότι θα υπάρξει πλαίσιο ασφάλειας χωρίς την οποιαδήποτε αναφορά στην Τουρκία, μάλλον θέτει σε αμφιβολία τη δική του μετριοπάθεια και διάθεση συμβιβασμού.

3) «Αλλά και αν στο χαρτί υπήρχε μια τέτοια συμφωνία (βιώσιμη), θα ήταν ποτέ δυνατό ένας λογικός άνθρωπος να εμπιστευτεί το σημερινό τουρκικό καθεστώς για τη σωστή εφαρμογή της;»

- Μια συμφωνία θα προβλέπει στάδια και μηχανισμούς μετάβασης και εφαρμογής. Κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι Κύπριοι, με την πολιτική ηγεσία, τους θεσμούς και την κοινωνία. Ρόλο ασφαλώς θα έχουν και οι ξένοι, της ΕΕ, του ΟΗΕ, της Τουρκίας και της Ελλάδας περιλαμβανομένων. Τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι, βλέποντας πίσω στην ιστορία, έχουν άπειρους λόγους δυσπιστίας εκατέρωθεν. Μπορούμε να παραμείνουμε κολλημένοι στη δυσπιστία και την καχυποψία και να συνεχίσουμε χωριστά. Πάντως τα ελλείμματα δημοκρατίας στην Τουρκία δεν είναι σημερινά και βεβαίως δεν πρόκειται η Τουρκία να γίνει Σκανδιναβία στο προβλεπτό μέλλον. Αυτός είναι λόγος για να επιδιώκουμε ακόμη πιο ένθερμα τη λύση του Κυπριακού, που θα περιορίζει ουσιαστικά το ρόλο της Τουρκίας στην Κύπρο, κι όχι να υπερασπιζόμαστε το στάτους κβο.  Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση αυταρχικής διακυβέρνησης στο εσωτερικό, που όντως συμβαίνει διαχρονικά στην Τουρκία, δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη αναξιοπιστία στις διεθνείς σχέσεις. Η Τουρκία στις διεθνείς της υποχρεώσεις δεν είναι λιγότερο αξιόπιστη από ότι είναι χώρες τις οποίες  βλέπουμε με μεγάλη συμπάθεια, όπως η Ρωσία και εσχάτως το Ισραήλ.

Για να υπάρξει συμφωνία στο Κυπριακό, με προοπτική αντοχής στο χρόνο, χρειάζεται πράγματι μετριοπάθεια και διάθεση συμβιβασμού από όλους. Πριν, κατά και μετά. Όχι μόνο από την πολιτική ηγεσία, αλλά και από την κοινωνία, των ΜΜΕ περιλαμβανομένων. Είναι παράδοξο να απαιτούν μετριοπάθεια και διάθεση συμβιβασμού όσοι απορρίπτουν, άμεσα ή έμμεσα, το πλαίσιο λύσης που έχει επανειλημμένα συμφωνηθεί (Ομοσπονδία).

Αρκετοί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι φοβούνται την προοπτική συνύπαρξης σε ένα ομοσπονδιακό κράτος και επιλέγουν το στάτους κβο (διχοτόμηση) από ανησυχία ότι οι ακραίοι θα προκαλέσουν (ξανά) συνθήκες ανωμαλίας και βίας.

Πρόκειται για φιλήσυχους ανθρώπους, συχνά χωρίς κανένα ίχνος εθνικισμού, που απλά θέλουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους να ζήσουν ειρηνικά και ήρεμα. Η δικοινοτική Κυπριακή Δημοκρατία άντεξε μόλις 3 χρόνια, το στάτους κβο λειτουργεί και επιβιώνει εδώ και 42 χρόνια. Τι θέλουμε τις περιπέτειες;

Πάνω σε αυτή την εύλογη φοβία των φιλήσυχων ανθρώπων οικοδομούν σημαντικό μέρος της ρητορικής τους οι δυνάμεις που επιθυμούν και επιδιώκουν κατάρρευση των διακοινοτικών συνομιλιών και ναυάγιο της προοπτικής για ένα κοινό ομοσπονδιακό κράτος. Από τη μια καλλιεργούν συστηματικά, συχνά στα όρια του ρατσισμού, το φόβο και την απέχθεια για την Τουρκία και τους Τούρκους, ή για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Από την άλλη οπλίζουν ηθικά τους ακραίους ώστε με λόγια, συχνά και με πράξεις, να δηλητηριάζουν την ειρηνική συνύπαρξης και να βαθαίνουν το ρήγμα που χωρίζει τις δύο κοινότητες αυτού του τόπου.

Δύο ιστορικά κοινοβουλευτικά κόμματα, οικοδομώντας πάνω σε προβοκατόρικο δημοσίευμα γνωστής εφημερίδας, απαίτησαν την επιβολή κυρώσεων σε όσους χρησιμοποιούν το αεροδρόμιο Ερτζιάν στα κατεχόμενα. Το πώς θα γίνει αυτό και ποιες συνέπειες θα επιφέρει είναι λεπτομέρειες. Ένα άλλο κόμμα, νεοφανές, επανέλαβε την απαίτησή του για κλείσιμο των σημείων διέλευσης και απαγόρευση οποιασδήποτε επικοινωνίας και συναλλαγής. Τι συνέπειες θα είχε κάτι τέτοιο, επίσης λεπτομέρειες. Δημοκρατία έχουμε, τα συγκεκριμένα κόμματα δεν ασκούν επί του παρόντος εκτελεστική εξουσία, μπορούν να λένε ότι ασυναρτησία και φτηνή δημαγωγία θέλουν χωρίς να νοιάζονται ιδιαίτερα. Το ίδιο ισχύει για τον προκαθήμενο της Εκκλησίας και άλλους αρχιερείς του κλίματός του που πολιτικολογούν με απόψεις που ντροπιάζουν τον τόπο μας. Και τι έγινε; θα αναρωτηθεί ο φιλήσυχος πολίτης.

Κι όμως, έγινε-γίνεται. Εδώ και καιρό, φιλήσυχοι Τουρκοκύπριοι που επισκέπτονται τις ελεύθερες περιοχές δέχονται βίαιες επιθέσεις. Δέχονται προπηλακισμούς, καταστροφές στα οχήματά τους, σωματικές επιθέσεις. Οι δράστες είναι συγκεκριμένων αντιλήψεων άτομα, πολύ καλά γνωστά στις αρχές, που έχουν ως ηθικό έρεισμα απόψεις και αναλύσεις σαν κι αυτές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ηθικοί αυτουργοί αυτών των θρασύδειλων ρατσιστικών επιθέσεων είναι όσοι καλλιεργούν συστηματικά τη λογική της ρήξης, της αντιπαράθεσης, της αποξένωσης, στο όνομα μιας δήθεν αντικατοχικής ρητορικής. Ακόμη μεγαλύτερη είναι βεβαίως η ευθύνη του οργανωμένου κράτους, της κυβέρνησης και των κατασταλτικών μηχανισμών, που επιδεικνύουν αδυναμία, ανεπάρκεια ή/και ανοχή. Κάπως έτσι καταφέραμε να διαλύσουμε μέσα σε τρία μόλις χρόνια τη δικοινοτική Κυπριακή Δημοκρατία και κάπως έτσι βυθιστήκαμε ως κράτος και κοινωνία στο φαύλο κύκλο βίας και ανωμαλίας που οδήγησε στο 1974. Ακούγεται απλουστευτικό, άλλωστε είναι πιο βολικό να μιλάμε για τις ξένες συνομωσίες, για τον ιμπεριαλισμό, τον επεκτατισμό, την Τουρκία, τη Βρετανία και την ελληνική Χούντα, παρά για τις δικές μας ευθύνες.

Τις ευθύνες των φιλήσυχων ανθρώπων. Έχουμε ευθύνη, αφού σκεφτούμε ορθολογικά, να βγάλουμε από το μυαλό μας ότι το στάτους κβο παρέχει οποιαδήποτε ασφάλεια. Το στάτους κβο είναι εκκολαπτήριο φανατισμού, μισαλλοδοξίας και αστάθειας. Είναι θέμα χρόνου, ανάλογα και χειρότερα περιστατικά βίας να συμβούν στα κατεχόμενα σε βάρος ανυποψίαστων και φιλήσυχων Ελληνοκυπρίων. Η βία γεννά βία. Η εθνοτική στεγανοποίηση δεν είναι λύση. Καμία «πράσινη γραμμή», καμία «νεκρή ζώνη» και κανένα νοητό τοίχος δεν μπορεί να αποτρέψει επί μακρόν τα επεισόδια βίας μεταξύ ανθρώπων που δεν επικοινωνούν, δεν συνεργάζονται και διαπαιδαγωγούνται με όρους μισαλλοδοξίας.

Και τι μπορεί άραγε να κάνει ένας φιλήσυχος άνθρωπος χωρίς εξουσία; Μπορεί να κάνει λίγα, απλά, αλλά χρήσιμα πράγματα. Την επόμενη φορά που θα δούμε να προπηλακίζονται άνθρωποι επειδή είναι Τουρκοκύπριοι, να διαμαρτυρηθούμε και να πάρουμε άμεσα την αστυνομία. Να μην αρνηθούμε (φοβηθούμε) να δώσουμε κατάθεση. Να γράψουμε, να φωνάξουμε, να πιέσουμε την κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της. Να κάνουμε ό,τι θα θέλαμε να κάνουν κάποιοι Τουρκοκύπριοι αν εμείς, ευρισκόμενοι στο όχημα με τα παιδιά μας, δεχόμασταν την ίδια επίθεση. Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη. Πρέπει να απεγκλωβιστούμε από την πνευματική τρομοκρατία των φωνακλάδων που μας εμποδίζει να διακινηθούμε απ΄ άκρη σε άκρη στον τόπο μας, να επικοινωνήσουμε με τους άλλους, να ακούσουμε τις ιστορίες τους, να καταλάβουμε το άδικο και το δίκιο τους. Εν ολίγοις, πρέπει να βάλουμε το μικρό λιθαράκι που μας αναλογεί για να έχουμε, όλοι εμείς οι φιλήσυχοι άνθρωποι, έναν ειρηνικό τόπο με μακρά προοπτική ευημερίας. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Ολοκληρώθηκε προχθές ένας κύκλος εντατικών συνομιλιών ανάμεσα στους δύο ηγέτες.

Με βάση τις δικές τους δημόσιες δηλώσεις, υπήρξε σημαντική πρόοδος στα κεφάλαια που έχουν συζητηθεί, με τις διαφορές να είναι μεν υπαρκτές αλλά γεφυρώσιμες στο στάδιο της τελικής διαπραγμάτευσης. Στην τελευταία μάλιστα συνάντηση άνοιξε επίσημα η συζήτηση για την πτυχή των εδαφικών ορίων κάθε πολιτείας και για το σύστημα ασφάλειας. Οι δύο ηγέτες, χωρίς να αποκρύψουν τη διάσταση απόψεων σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα, ανέδειξαν, για πρώτη φορά μετά από καιρό, την κοινή τους βούληση για αναζήτηση ρυθμίσεων που θα σέβονται τις ανησυχίες και τις ευαισθησίες και των δύο κοινοτήτων. Εξίσου σημαντικό, έχουν συμφωνήσει και καθορίσει 8 εντατικές συναντήσεις μέσα σε ένα μήνα, από τα μέσα Αυγούστου μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Σε αυτό το διάστημα θα κριθεί ουσιαστικά αν οι συνομιλίες μπορούν να εισέλθουν σε μια τελική ευθεία με προοπτική τη συμφωνία σε σύντομο χρονικό διάστημα, ή αν οι διαφορές στα ευαίσθητα για κάθε πλευρά ζητήματα θα μείνουν αγεφύρωτες, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για το μέλλον αυτού που ονομάζουμε «κυπριακό πρόβλημα». 

Όσοι παρακολουθούμε συστηματικά τις συνομιλίες ανάμεσα σε Αναστασιάδη και Ακιντζί, από τη μια διαπιστώνουμε τις χρόνιες παθογένειες και αδυναμίες, από την άλλη αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει η βούληση και το κοινό όραμα για συνολική συμφωνία. Με άλλα λόγια, παρά τις όποιες ανθρώπινες αδυναμίες τους, αν αυτοί οι δύο ηγέτες, σε αυτή τη γεωπολιτική συγκυρία, δεν μπορέσουν τους επόμενους λίγους μήνες να καταλήξουν σε συμφωνία, η επόμενη σοβαρή προσπάθεια, από άλλους ηγέτες, αν και όποτε υπάρξει, δεν θα έχει ως βάση ένα κοινό ομοσπονδιακό κράτος. Για όσους σπεύδουν να πανηγυρίσουν, η εναλλακτική επιλογή δεν θα είναι το ενιαίο κράτος του 1960 αλλά δύο ανεξάρτητα και κυρίαρχα κράτη, στη βάση των τετελεσμένων του 1974. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πολλοί και στις δύο κοινότητες αυτό προτιμούν, είτε το ομολογούν δημοσίως είτε όχι. 

Αναστασιάδης και Ακιντζί, με τη στήριξη του ΟΗΕ, επέλεξαν να χειριστούν τη διαδικασία ως μια υπόθεση των ηγετών και των ολίγων συνεργατών τους, πίσω από κλειστές πόρτες, αποφεύγοντας επιμελώς να εμπλέξουν τις κοινωνίες στη διαδικασία. Είτε διότι δεν ήξεραν πώς να το κάνουν, είτε διότι φοβούνταν την απώλεια του ελέγχου, είτε διότι έκριναν ότι είναι προς όφελος μιας συνολικής συμφωνίας να δημοσιοποιούνται λίγα και να αφεθούν τα πολλά να λεχθούν στο τέλος από τους ιδίους. Με όρους ορθολογισμού και σύγχρονης προσέγγισης της επικοινωνίας και της επίλυσης εθνοτικών διαφορών, αυτή η επιλογή διαχείρισης της κοινής γνώμης έχει περισσότερες αδυναμίες παρά πλεονεκτήματα. Το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι ότι μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία ανάμεσα στους ηγέτες μπορεί τελικά να μην πείσει μία ή/και τις δύο κοινότητες, διότι απλά δεν δόθηκε ο αναγκαίος χρόνος για δημόσιο διάλογο και προετοιμασία. Οι δύο κοινότητες είναι πιθανόν να απορρίψουν μια καλή συμφωνία των ηγετών, για λόγους και με κριτήρια άσχετα με το βασικό ερώτημα που θα έχουν μπροστά τους. Είδαμε τι έγινε πρόσφατα στη Μεγάλη Βρετανία. 

Οι δύο ηγέτες έκαναν την επιλογή τους για τη διαχείριση της κοινής γνώμης, προσωπικά έχω έντονες επιφυλάξεις γι αυτήν, ωστόσο είναι απολύτως σεβαστή. Οι κυπριακές κοινωνίες, ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή, είναι αποξενωμένες από τη διαδικασία. Το βασικό χαρακτηριστικό της σιωπηρής πλειοψηφίας είναι η αδιαφορία και η απάθεια, με κυρίαρχο όμως στοιχείο τα βαθιά ριζωμένα φοβικά στερεότυπα. Οι δύο ηγέτες, έχοντας προφανώς ισχυρή αυτοπεποίθηση και μεγάλη εμπιστοσύνη στο επικοινωνιακό τους χάρισμα, μάλλον πιστεύουν ότι μπορούν, αν και εφόσον καταλήξουν σε συμφωνία, να πείσουν τη μεγάλη πλειοψηφία των κοινοτήτων τους. Με δεδομένο ότι η εκλογική συμπεριφορά στην Κύπρο δεν λειτουργεί πάντα με όρους ορθολογισμού, πιθανόν αυτή τους η υπερβολική αυτοπεποίθηση, προϊόν της μακρόχρονης θητείας και επιβίωσής τους στον κυπριακό πολιτικό στίβο, να μην είναι αβάσιμη. Ο μόνος τρόπος να το μάθουμε, είναι να υπάρξει κατάληξη σε συμφωνία και να οδηγηθούμε σε δημοψηφίσματα. Εκεί, μεταξύ άλλων, θα μάθουμε κι αν οι διάφοροι συνεργάτες τους που συμμετέχουν ενεργά στις συνομιλίες θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και της ευθύνης τους και θα υπερασπιστούν τη συμφωνία που, και με τη δική τους συμβολή, θα έχει επιτευχθεί. Το δικό τους «παιδί», άλλωστε, θα κληθούν να υπερασπιστούν. Τη στιγμή που θα το πράξουν, που θα αποφασίσουν (επιτέλους) να βγουν μπροστά, σίγουρα δεν θα είναι μόνοι.


Πρώτη φορά έτυχε να ακούσω για χαμένη ευκαιρία απελευθέρωσης των κατεχομένων στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Εμπνευστής φερόταν ο τότε αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, μακαριστός σήμερα, Στρατηγός Δημήτριος Ματαφιάς. Ο Στρατηγός - όπως μας μετέφεραν ενθουσιασμένοι οι τότε πολιτικοί μας ινστρούχτορες - είχε εισηγηθεί επίθεση ένα βράδυ (χωρίς φεγγάρι) που τα τουρκικά άρματα μάχης στα κατεχόμενα τελούσαν σε πρόγραμμα συντήρησης.

Αλήθεια ή ψέματα, θυμάμαι πόσο πολύ με είχε συγκλονίσει εκείνη η ιδέα και πόσο ακατανόητη φαινόταν στην εφηβική πολιτική μου αντίληψη η αδράνεια της τότε πολιτικής ηγεσίας. Όσοι μεγαλώσαμε βιολογικά και πολιτικά μέσα στο χώρο του «ενδιάμεσου» και της «εναλλακτικής στρατηγικής» στο Κυπριακό, καταναλώσαμε κατά καιρούς πολλά τέτοια αφηγήματα. Όλα είχαν ως κεντρική ιδέα το τρίπτυχο: α) Η ιστορία ξεκινά το 1974 β) Το 1974 δεν ηττηθήκαμε αλλά προδοθήκαμε γ) Δεν συμβιβαζόμαστε με τις συνέπειες του 1974 και προσμένουμε τη στιγμή για να αντεπιτεθούμε.
Τα χρόνια πέρασαν.

Αρκετοί, αργά ή γρήγοροι, μεγαλώσαμε και συνειδητοποιήσαμε τον παραλογισμό και το αδιέξοδο του αφηγήματος. Άλλοι, δυστυχώς για τους ιδίους και για όλους μας, δεν το συνειδητοποίησαν ποτέ. Παρέμειναν προσανατολισμένοι σε ανάλογα αφηγήματα, αποφεύγοντας όμως να φαντασιώνονται αντεπιθέσεις και στρατιωτικού τύπου απελευθερώσεις. Ακόμη και τα διάφορα ακροδεξιά-εθνικιστικά σχήματα που εσχάτως ξεφύτρωσαν είναι προσεκτικά ως προς αυτή τη διάσταση της «πατριωτικής» τους ρητορικής.

Αυτά ήρθαν στο μυαλό μου καθώς διάβαζα εμβρόντητος την είδηση ότι ένας πρώην βουλευτής, στέλεχος του ΔΗΣΥ και μάλιστα προσφάτως υποψήφιος για βουλευτής του, επανέφερε το φαιδρό αφήγημα της στρατιωτικής απελευθέρωσης. Ο κ. Ρότσας υποστήριξε ότι το βράδυ του πραξικοπήματος στη Τουρκία, αν ήμασταν προετοιμασμένοι, θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε τα κατεχόμενα συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους τους δεκάδες χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες. Κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε τους στρατιώτες αυτούς ως αιχμαλώτους στο αεροδρόμιο Πάφου και στο Βασιλικό ώστε να χρησιμοποιηθούν ως «ασπίδες» από επιθέσεις της Τουρκικής αεροπορίας. Κατά τον πρώην βουλευτή, το βράδυ του πραξικοπήματος στη Τουρκία είχαμε μια ευκαιρία η οποία είναι άγνωστο αν θα εμφανιστεί και πάλι.

Ο πολύς κόσμος, ακόμη και στα κόμματα που ευαγγελίζονται την ανάγκη «εναλλακτικής στρατηγικής», αντιλαμβάνεται ότι η άποψη αυτή δεν αντέχει ούτε στιγμή στη βάσανο της κοινής λογικής. Ότι πρόκειται περί χονδροειδούς ανοησίας. Στο βαθμό που θυμάμαι την πολιτική διαδρομή και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του κ. Ρότσα, ωστόσο, δεν έχω καμία αμφιβολία, αφενός ότι δεν είναι ανόητος αφετέρου ότι δεν πιστεύει ούτε κατ΄ ελάχιστον σε αυτές τις ανοησίες. Τότε;

Η «στρατηγική» Ρότσα, στην ουσία της, δεν είναι πολύ διαφορετική από την «εναλλακτική στρατηγική» όσων απορρίπτουν συμφωνία στο Κυπριακό που οδηγεί σε ένα ομοσπονδιακό κράτος, στη διακυβέρνηση του οποίου θα έχουν πολιτικά ισότιμο ρόλο και οι Τουρκοκύπριοι. Είναι η «στρατηγική» της «διάσωσης» της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως έχει ντε φάκτο διαμορφωθεί αρχικά μετά το 1964 και (ελπίζω όχι) οριστικά μετά το 1974, του κράτους δηλαδή στις δομές του οποίου δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι. Ένα αμιγώς ελληνοκυπριακό κράτος, θεσμικά και πληθυσμιακά, έστω στα όρια του 63% της κυπριακής επικράτειας. Επισήμως, βεβαίως, δεν θα ομολογήσουμε αυτό το συμβιβασμό αλλά θα διεξάγουμε ένα ασυμβίβαστο αγώνα, χωρίς χρονικό τέλος, με ρητορικές ασυναρτησίες και ενίοτε με χονδρές ανοησίες.

Οι «στρατηγοί» αυτής της «στρατηγικής» έχουν ένα διαχρονικό αφήγημα τρόμου με επίκεντρο την Τουρκία και οτιδήποτε τουρκικό. Σήμερα είναι ο δικτάτορας Ερτογάν, χτες ήταν o επεκτατιστής Νταβούτογλου, προχθές ήταν ο Ντεμιρέλ και η Τσιλέρ, αντίπροχθες ο Ετζεβίτ και πάει λέγοντας. Διαβολική δεν είναι μόνο η πολιτική ηγεσία, είναι και ο λαός, ένας διαχρονικά αιμοσταγής, απολίτιστος, εχθρικός και επικίνδυνος όχλος. Ακόμη, δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι, είναι όλοι, πολιτική ηγεσία και πληθυσμός, υποχείρια της Τουρκίας. Τι γυρεύουμε λοιπόν διαπραγματεύσεις, συμφωνία και ένα συνεταιρικό κράτος με δαύτους;

Όλους αυτούς τους «στρατηγούς» τους συναντάς παντού στο βαθύ κυπριακό κράτος (ιδιαίτερα στο ΥΠΕΞ), στα πολιτικά κόμματα (συχνά και στο ΔΗΣΥ, πιο αραιά και στο ΑΚΕΛ), στο εκπαιδευτικό σχολικό σύστημα, στα ΜΜΕ (ιδιαίτερα στα βραδινά δελτία ειδήσεων), στην Εκκλησία, μέχρι και στις επιτροπές που διορίζει ο Αναστασιάδης για να συμβάλουν στην επίτευξη ομοσπονδιακής λύσης (έλεος). Τους ακούς πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Σε τέτοιο βαθμό, που συχνά, αγαπητοί αναγνώστες, αισθάνομαι ότι όσοι προσπαθούμε να δώσουμε μια άλλη οπτική, έξω από το κλίμα της παράνοιας, απλά πετούμε αυγά πάνω σε ρότσες.

Στη 42η μαύρη επέτειο του πραξικοπήματος κατά του Μακάριου γέμισαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αναρτήσεις δημοκρατικής ευαισθησίας και αγανάκτησης. Όταν το βράδυ εκδηλώθηκε πραξικόπημα κατά του Ερτογάν, ένα μέρος των δημοκρατικά ευαίσθητων κυριεύτηκε από αμηχανία, ένα άλλο από συμπάθεια προς τους «εξεγερθέντες» στρατιωτικούς, ενώ πολλοί σκέφτηκαν χαιρέκακα «καλά να πάθουν οι βρωμότουρτζοι».

Πριν 42 χρόνια, όταν ανατράπηκε από την ελληνική Χούντα και την ΕΟΚΑ Β, ο πρόεδρος Μακάριος κάλεσε το λαό να βγει στους δρόμους και να αντισταθεί στο πραξικόπημα. Το έπραξαν ελάχιστοι, εκ Πάφου ορμώμενοι, κι έτσι το πραξικόπημα επικράτησε πλήρως και ο Μακάριος αναγκάστηκε να διαφύγει στο εξωτερικό. Το ότι δεκαετίες μετά ανακαλύψαμε ότι υπήρξαν χιλιάδες αντιστασιακοί είναι μια άλλη τραγελαφική κυπριακή ιστορία. Όταν τα πράγματα εξομαλύνθηκαν, ο Μακάριος γεμάτος πίκρα εξομολογήθηκε ότι αν δεν κατέρρεε το πραξικοπηματικό καθεστώς εξαιτίας της εισβολής, ακόμη και η αδερφή του είναι αμφίβολο αν θα παρέμενε στο πλευρό του. Στην Τουρκία, 42 χρόνια μετά, τη στιγμή που ο Ερτογάν κάλεσε από το Facetime το λαό να βγει στους δρόμους, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες ανταποκρίθηκαν και ουσιαστικά ακύρωσαν το πραξικόπημα.

Οι ΗΠΑ και η ΕΕ είναι χώρες με βαθιές δημοκρατικές ρίζες και παραδόσεις. Τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, ωστόσο, οι δημόσιες δηλώσεις (π.χ. του ΥπΕξ των ΗΠΑ) έδιναν μια εικόνα επιτήδειας ουδετερότητας. Ρητή καταδίκη του πραξικοπήματος υπήρξε μετά το διάγγελμα Ερτογάν και αφού διαφάνηκε ότι μάλλον θα επικρατήσει. Αυτό μήπως σημαίνει ότι η Δύση συνωμότησε με τους πραξικοπηματίες; Όχι. Σημαίνει απλά real politic, με βάση την οποία συμπεριφέρονται τα μεγάλα κράτη στις διεθνείς τους σχέσεις.  Οι ΗΠΑ τήρησαν στάση αναμονής προκειμένου να μπορούν, αν επικρατούσαν οι πραξικοπηματίες, να έχουν διαύλους επικοινωνίας προς διασφάλιση των πολύ μεγάλων στην περιοχή συμφερόντων τους.  Αυτό κάνουν πάντα οι ισχυροί. Τα περί ισχυρών κρατών που υπερασπίζονται αρχές - π.χ. θέσεις Ρωσίας έναντι Κυπριακού - είναι μόνο για τους αφελείς.

Η Τουρκία είναι μια χώρα με ελλείμματα δημοκρατίας, όπως πολλές άλλες, δεν παύει όμως να θεωρείται και να είναι μια Δημοκρατία. Συγκρινόμενη μάλιστα με άλλα γειτονικά κράτη με μουσουλμανικό πληθυσμό, δικαίως αξιολογείται ως πρότυπο δημοκρατίας. Ο Ερτογάν είναι ένας ηγέτης με σοβαρά ελλείμματα δημοκρατικής παιδείας και αυταρχική νοοτροπία, είναι όμως ένας δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης με πολύ μεγάλη αποδοχή στα λαϊκά στρώματα.  Εφόσον οριστικοποιηθεί η επικράτησή του, θα κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μια θα είναι αμείλικτος έναντι των αυτουργών του πραξικοπήματος, από την άλλη θα κάνει ανοίγματα τόσο προς το εσωτερικό του κόμματός του (π.χ. προς Γκιουλ) όσο και προς τη Δύση.

Πολλοί σκέφτονται αν την Κύπρο (δηλαδή τους Ελληνοκύπριους) θα ωφελούσε περισσότερο η ανατροπή του Ερτογάν από τους πραξικοπηματίες ή η επικράτηση και η περαιτέρω πολιτική ισχυροποίησή του. Όσοι επιθυμούν και επιλέγουν τη διαιώνιση του διχοτομικού στάτους κβο, βαφτίζοντάς το «διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας», μπορούν δικαίως να προσβλέπουν στους πραξικοπηματίες και στην βίαιη ανατροπή του συστήματος Ερτογάν. Όσοι επιθυμούν και επιλέγουν μια συμφωνία στο Κυπριακό που θα οδηγήσει στην οικοδόμηση ενός κοινού ομοσπονδιακού κράτους των Ελληνοκυπρίων με τους Τουρκοκύπριους, μπορούν δικαίως να προσβλέπουν στη διατήρηση της δημοκρατικής ομαλότητας και στην πολιτική σταθερότητα στην Τουρκία. Όχι προσωπικά στον Ερτογάν. Η Κύπρος έχει μόνο να ωφεληθεί από μια δημοκρατική και πολιτικά σταθερή Τουρκία, όπου τα σύνορά της θα είναι τα παράλια της Αντάλειας και της Μερσίνας και όχι η πράσινη γραμμή στην Κύπρο. Μια Τουρκία με την οποία η ομοσπονδιακή και ευρωπαϊκή Κύπρος θα έχει συναλλαγές, ανταλλαγές και συνεργασίες σε όλα τα επίπεδα, με τους όρους που ισχύουν ανάμεσα σε φιλικά αλλά ανεξάρτητα κράτη και καθορίζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η Μεγάλη Βρετανία βρέθηκε «εν μια νυκτί» σε μια κατάσταση πρωτόγνωρης πολιτικής αστάθειας. Mε τρόπο επιπόλαιο και ανεύθυνο o πρωθυπουργός Κάμερον σύρθηκε σε ένα δημοψήφισμα τις συνέπειες του οποίου δεν υπολόγισε σωστά. Δεν είναι μόνο η έξοδος της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι η πολιτική αυτοκτονία του ιδίου που συμπαρέσυρε και τον ηγέτη των Εργατικών. Είναι η περιδίνηση του πολιτικού συστήματος και της διακυβέρνησης στο έλεος των εθνικιστών και των λαϊκιστών, προϊόντων των άθλιων βρετανικών ταμπλόιντ. Είναι, κυρίως, ο βαθύς διχασμός του βρετανικού λαού αλλά και ο σοβαρός κίνδυνος απόσχισης σε πρώτο στάδιο της Σκωτίας.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν ο Κάμερον απέφευγε να υιοθετήσει μέρος της ατζέντας των δημαγωγών κι αν, ασφαλώς, δεν υποσχόταν ένα αχρείαστο δημοψήφισμα. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε ο Κάμερον να συμβούν όλα τα πιο πάνω. Έκανε όμως πολύ λίγα για να τα αποτρέψει. Πήγε με δημαγωγική λογική σε δημοψήφισμα θεωρώντας δεδομένο ότι θα εξασφάλιζε τη λαϊκή συγκατάθεση για παραμονή και θα εξουδετέρωνε, όπως νόμιζε, όσους φώναζαν για έξοδο από την ΕΕ. Υποτίμησε την ανεξέλεγκτη δυναμική του λαϊκισμού και υπερτίμησε τις δικές του δυνατότητες να πείσει για τα οφέλη της παραμονής και να διαχειριστεί την κοινή γνώμη. Όταν διαπίστωσε ότι έχασε τον έλεγχο ήταν πια αργά για αναίρεση. Ο Κάμερον «κοιμήθηκε» πανίσχυρος πρωθυπουργός, χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο εντός και εκτός της παράταξής του, αλλά «ξύπνησε» ως η πιο τραγική ίσως φιγούρα στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Βρετανίας. Η αξιοπρεπής παραίτησή του δεν θα διασώσει οτιδήποτε από την υστεροφημία του.

Αντίθετα με τον Κάμερον, ο δικός μας πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να οδηγήσει τα πράγματα σε ένα δημοψήφισμα με στόχο την επανένωση της Κύπρου σε ένα ομοσπονδιακό κράτος εντός της ΕΕ. Το δημοψήφισμα είναι το αναπόφευκτο μέσον για να υπάρξει επικύρωση μιας συμφωνίας που θα αίρει τις απαράδεκτες συνθήκες που επιβλήθηκαν το 1974. Βεβαίως, η επίτευξη συμφωνίας που θα οδηγήσει σε δύο χωριστά δημοψηφίσματα δεν εξαρτάται μόνο από τη δική του βούληση.  Ο Νίκαρος, που ειλικρινά θέλει και εργάζεται για την επίτευξη συμφωνίας, ξέρει ότι δεν μπορεί να διακινδυνεύσει ένα δημοψήφισμα το οποίο θα απορριφθεί ξανά από τους Ελληνοκύπριους. Ξέρει επίσης ότι χωρίς συμφωνία και χωρίς δημοψήφισμα σύντομα, η ντε φάκτο διχοτόμηση δεν θα είναι πλέον ανατρέψιμη. Στην Κύπρο, και στις δύο κοινότητες, ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, που τροφοδοτείται από τη μεγάλη πλειοψηφία των ΜΜΕ, προτιμά τη «σιγουριά» του στάτους κβο από τους «κινδύνους» της δημιουργίας ενός κοινού ομοσπονδιακού κράτους.

Ο Νίκαρος διαπράττει συστηματικά τα δύο βασικά λάθη που διέπραττε ο Κάμερον. Πρώτον, αφήνει την δημόσια ατζέντα να διαμορφώνεται και να κυριαρχείται από όσους έχουν από καιρό επιλέξει το στάτους κβο και εργάζονται αντίθετα με τις δικές του προσπάθειες. Με παραλήψεις, ενίοτε και με πράξεις, επιτρέπει ή/και διευκολύνει όσους συστηματικά υπονομεύουν στο μυαλό και στις ψυχές των ανθρώπων την προοπτική λύσης ομοσπονδίας εντός των πλαισίων που έχουν συμφωνηθεί. Παραδείγματα πολλά, δεν θα τα παραθέσω διότι στόχος δεν είναι η άγονη κριτική.

Δεύτερον, έχει υπερβολική εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στο χάρισμά του να διαχειριστεί την κοινή γνώμη «όταν έρθει η ώρα».  Δεν αντιλαμβάνεται ότι τα αρνητικά στερεότυπα και οι πεποιθήσεις δεκαετιών, όταν δεν αμφισβητούνται έγκαιρα και συστηματικά, δεν ανατρέπονται σε μερικές ημέρες ή βδομάδες. Αν για παράδειγμα η Ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη έχει συντριπτικά την πεποίθηση ότι η άλλη πλευρά είναι εκ φύσεως αναξιόπιστη, ή ότι θα υπονομεύσει τη λειτουργία ενός κοινού ομοσπονδιακού κράτους, ακόμη και η καλύτερη συμφωνία να επιτευχθεί δεν πρόκειται να επικυρωθεί διότι η δυσπιστία και η καχυποψία θα κυριαρχήσουν του ορθολογισμού. Στις δημοψηφισματικές περιόδους, που διαρκούν συνήθως μερικές βδομάδες, τα επικοινωνιακά περιθώρια αλλαγής στάσεων και αντιλήψεων είναι ελάχιστα.  Εκείνη τη στιγμή καθένας θερίζει ό,τι έσπειρε.  

Ο Νίκαρος έχει ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή του ώστε να προλάβει να μην έχει την τύχη του Κάμερον. Η μόνη οδός είναι να επιτύχει μια καλή συμφωνία και να πείσει την πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων. Τρόποι και ιδέες υπάρχουν ώστε αυτά να επιτευχθούν. Πρέπει όμως να το συνειδητοποιήσει ο ίδιος και να προβεί σε συγκεκριμένες αλλαγές, στη βάση ενός σοβαρού πλάνου, εναρμονισμένου στη σύγχρονη εποχή. Εύχομαι, έστω την υστάτη, να το πράξει.   

Στην ελληνοκυπριακή πλευρά εκφράζονται εσχάτως προβληματισμοί για τις πολιτικές εξελίξεις στα κατεχόμενα.  Για το σχηματισμό «κυβέρνησης» συνεργασίας ανάμεσα στα κόμματα του Έρογλου και του Ντενκτάς, που έχουν σκληρές θέσεις στο Κυπριακό, αλλά και το δημοσκοπικά εντυπωσιακό ρεύμα υπέρ του Οζερσάι με παράλληλη κατάρρευση της επιρροής του κόμματος του Ταλάτ και καθήλωση του κόμματος του Ακιντζί.

 

Οι διαπραγματεύσεις του Κυπριακού δεν επηρεάζονται ουσιωδώς από τα πιο πάνω, όπως δεν επηρεάζονται από το όποιο αποτέλεσμα των επικείμενων βουλευτικών εκλογών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ωστόσο, οι προβληματισμοί και οι ανησυχίες της ελληνοκυπριακής ηγεσίας αναδεικνύουν τον παράγοντα χρόνο και φέρνουν στη μνήμη την έννοια των χρονικών ορόσημων. Τραγική ειρωνεία, τα «χρονικά ορόσημα» εισήγαγε στο δημόσιο διάλογο ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας με κορύφωση την περίοδο 2009-10. Πιο κάτω παρατίθενται μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα από ομιλίες και δηλώσεις του:

 

19 Δεκεμβρίου 2006 - Ομιλία για τον κρατικό προϋπολογισμό

«Χάσαμε  την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τον Ευρωπαϊκό παράγοντα, σε κρίσιμα για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας ορόσημα, περιορίζοντας τις αξιώσεις μας στις αυτονόητες υποχρεώσεις της Τουρκίας έναντι της Ευρώπης και μετατρέποντας τις με αυτό τον τρόπο σε Κυπρο-Τουρκικές διαφορές».

 

22 Νοεμβρίου 2008 - Ομιλία στη Σύνοδο του Ανωτάτου Συμβουλίου του ΔΗΣΥ

«Μια αποτελεσματική στρατηγική προώθησης του Κυπριακού στο χώρο της Ευρώπης θα πρέπει ασφαλώς να αξιοποιεί τα σημαντικά ορόσημα που έχουμε μπροστά μας το 2009. Το πρώτο είναι αυτό των Ευρωεκλογών του Ιουνίου του 2009. Η πιθανότητα συμμετοχής της τουρκοκυπριακής κοινότητας, νοουμένου ότι θα εξευρεθεί μια λύση, αποτελεί ένα σημαντικό κίνητρο το οποίο θα πρέπει να αξιοποιήσουμε. Πολύ πιο σημαντικό ορόσημο είναι αυτό της αξιολόγησης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας πριν από το τέλος του επόμενου έτους. Είναι για αυτό που υπερτονίζουμε πως τα χρονικά ορόσημα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη μιας συνολικής λύσης του κυπριακού. Η τυχόν παραγνώριση των χρονικών ορόσημων και η παράταση ενός ατέρμονα διαλόγου τη μόνη χώρα που μπορεί να εξυπηρετεί είναι την Τουρκία …»

 

12 Σεπτεμβρίου 2009 - Ομιλία στο Π.Γ. του ΔΗΣΥ

«Είμαστε της άποψης πως εάν ακολουθείτο μια αποτελεσματική στρατηγική και τακτική όπως εμείς την εισηγούμαστε θα μας επέτρεπε να αξιοποιούσαμε σημαντικά ορόσημα όπως εκείνο των Ευρωεκλογών και το πολύ πιο σημαντικό που είναι η αξιολόγηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Από πολύ νωρίς προειδοποιήσαμε ότι τυχών παραγνώριση αυτών των χρονικών ορόσημων και η παράταση ενός ατέρμονα διαλόγου τη μόνη χώρα που μπορεί να εξυπηρετεί είναι τη Τουρκία».

 

4 Ιανουαρίου 2010 - Δηλώσεις αναφορικά με τις ''εκλογές'' στα κατεχόμενα

«Χωρίς να κινδυνολογώ, επισημαίνω ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου. Είχα ετούτες τις ημέρες εκφράσει τη λύπη μου γιατί δεν αξιοποιήσαμε τα χρονικά ορόσημα όπως θα έπρεπε. Είχα ασκήσει κριτική όχι για αδιάλλακτες θέσεις της δικής μας πλευράς, αλλά οι ίδιοι αποτύχαμε να δημιουργήσουμε το πλέγμα συμμαχιών, αξιοποιώντας ορόσημα τα οποία δεν μπορεί να παραγνωρίζει κανένας πολιτικός όταν κάμνει εκτιμήσεις προκειμένου να πάρει τις ορθότερες αποφάσεις».

 

14 Μαΐου 2010 - Δηλώσεις αναφορικά με την ενότητα

«Όχι μια αλλά πολλές φορές, γραπτώς και με παρεμβάσεις στο Εθνικό Συμβούλιο έχουμε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο, για τους κινδύνους και τα πιθανά αδιέξοδα από μια πορεία που δεν θα λάμβανε υπόψη τα χρονικά ορόσημα.  Όποτε μιλήσω για χρονικά ορόσημα ακούω ότι δυστυχώς δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτε, και λησμονούμε ότι δια δημοσίων δηλώσεων ο Πρόεδρος όχι μια αλλά πολλές φορές είχε πει ότι ‘έχω και άλλες δουλειές και δεν μπορεί να είμαι συνέχεια στις συνομιλίες’».

 

17 Δεκεμβρίου 2010 - Ομιλία στη Σχολή Πολιτικής Επιμόρφωσης του ΔΗΣΥ

«Χάσαμε χρόνο και ευκαιρίες. Παραγνωρίσαμε σημαντικά ορόσημα όπως αυτό του Δεκέμβρη του 2009 […] Υπερτονίσαμε πρώτα τη σημασία της παρουσίας του συντρόφου Ταλάτ στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, αλλά υποβαθμίσαμε στη συνέχεια την πιθανότητα και τις συνέπειες της εκλογής του κ. ΄Ερογλου».

 

 

Σε γενικές γραμμές ο Νίκος Αναστασιάδης μάλλον είχε δίκαιο τότε. Δεν έχει όμως κανένα νόημα σήμερα, αν επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη που επικρίναμε. Το δεύτερο εξάμηνο του 2016 είναι ένα «χρονικό ορόσημο» πολύ πιο σημαντικό από όσα υπήρξαν την προηγούμενη δεκαετία. Κι η ευθύνη χειρισμών βαραίνει το σημερινό Πρόεδρο.

Δύο μήνες νωρίτερα από τον προβλεπόμενο χρόνο, η Κυπριακή Δημοκρατία ολοκλήρωσε το τριετές πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας.

Από το συνολικό πακέτο των 10 δις ευρώ αξιοποιήθηκαν τα 7,3 δις ενώ δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν τα 2,7 δις ευρώ. Το κυπριακό μνημόνιο, όπως όλα τα αντίστοιχα που εφαρμόστηκαν στα κράτη της ευρωζώνης (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα), βασίστηκε στην αρχή της παροχής δανείων σε ευνοϊκούς όρους με αντάλλαγμα διαρθρωτικές-δομικές μεταρρυθμίσεις.

Το κυπριακό πρόγραμμα σχεδιάστηκε για να επιτύχει τρεις βασικούς στόχους: α) τη σταθεροποίηση και μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, β) την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και γ) την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Οι αριθμοί δείχνουν αυτή τη στιγμή ικανοποιητική επίτευξη των στόχων. Η οικονομία επέστρεψε γρηγορότερα του αναμενομένου σε θετικό πρόσημο ανάπτυξης. Το τραπεζικό σύστημα, παρά το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ξεπέρασε τις συνθήκες χάους και έχει σχετικά σταθεροποιηθεί. Τα δημόσια οικονομικά (ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, δημόσιο χρέος) απέκτησαν βιώσιμη προοπτική. Ως επιστέγασμα, το κράτος επανάκτησε την πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Η Κύπρος, ωστόσο, δεν βγαίνει από το μνημόνιο. Οι διαρθρωτικές-δομικές αλλαγές, που εισήχθηκαν ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της χρηματοδοτικής βοήθειας, αποτελούν πλέον νομοθεσίες και πολιτικές του κράτους. Ήρθαν για να μείνουν. Περαιτέρω, για τα επόμενα πολλά χρόνια θα πληρώνουμε δόσεις για εξόφληση της χρηματοδότησης που λάβαμε, ενώ ένας (πιο χαλαρός) μηχανισμός εξωτερικής επιτήρησης θα συνεχίσει να λειτουργεί. Το κυπριακό μνημόνιο, όπως και τα άλλα αντίστοιχα, δεν περιελάμβανε στους στόχους του την κοινωνική συνοχή και την απασχόληση (εργασία). Δεν ενδιαφέρθηκε για την υψηλή ανεργία, για το συνακόλουθο κύμα μετανάστευσης και για τη φτωχοποίηση ενός τμήματος του πληθυσμού. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι αυτές οι πολύ αρνητικές διαστάσεις δεν είναι προϊόντα του μνημονίου αλλά της οικονομικής κρίσης και των συνθηκών που οδήγησαν στο μνημόνιο.

Θεωρητικά, θα μπορούσε η Κύπρος να ακολουθήσει ένα άλλο πρόγραμμα, ένα άλλο μνημόνιο, με άξονα όχι τη δημοσιονομική περισυλλογή αλλά τη δημοσιονομική επέκταση. Στην πραγματικότητα, όμως, τέτοια επιλογή δεν υπήρξε ρεαλιστικά ποτέ, ούτε εντός ούτε εκτός ευρωζώνης και ΕΕ. Η επιλογή παραμονής στην ευρωζώνη και στην ΕΕ ήταν η καλύτερη και η λιγότερο οδυνηρή υπό τις περιστάσεις.  Αν η Κύπρος στάθηκε στα πόδια της και ο λαός μας δεν βίωσε τις συνθήκες που βίωσε το κράτος και ο λαός στην Ελλάδα, αυτό οφείλεται κυρίως στους ακόλουθους παράγοντες:

  • Παρά τις παλινωδίες, που στις μέρες του κουρέματος έφτασε στα όρια του τραγελαφικού, η Κύπρος παρέμεινε στην ευρωζώνη και αξιοποίησε ορθολογικά τη χρηματοδοτική βοήθεια.
  • Η κυβέρνηση, χάρη κυρίως στην επιμονή και στη αντιδημοφιλή συνέπεια του υπουργού Οικονομικών, εφάρμοσε με ελάχιστες αποκλίσεις το καθορισμένο πρόγραμμα.
  • Οι πολίτες και η κοινωνία, του συνδικαλιστικού κινήματος περιλαμβανομένου, σε πολύ υψηλό ποσοστό έδωσαν λαϊκή νομιμοποίηση και προσαρμόστηκαν στις περικοπές και στις αλλαγές που επιβλήθηκαν.
  • Η κρατική μηχανή άρθηκε στο ύψος των περιστάσεων και διαχειρίστηκε με σχετική επάρκεια το όλο εγχείρημα.
  • Ο τραπεζικός τομέας διόρθωσε σχετικά γρήγορα συσσωρευμένες στρεβλώσεις και ατασθαλίες.

Αυτό που πετύχαμε είναι να επιβιώσουμε, οικονομικά και κοινωνικά, αν και με μεγάλο κόστος για μια μερίδα πολιτών. Η κυπριακή οικονομία δεν έχει ξεπεράσει τα προβλήματα και τις παθογένειες.  Είτε αυτά σχετίζονται με τον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, είτε με τις στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας, είτε με εξωγενείς παράγοντες όπως η αστάθεια στις παγκόσμιες αγορές. Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση είναι η διατήρηση δημοσιονομική πειθαρχίας, καθώς το πολιτικό προσωπικό του τόπου παραμένει επιρρεπές στο λαϊκισμό και στη δημαγωγία. Η μεγαλύτερη αναμφίβολα δυσκολία είναι η δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης που θα αντανακλάται και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Πραγματική ανάπτυξη, από την οποία θα επωφεληθεί με χειροπιαστό τρόπο όλος ο λαός, μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από μια οδό. Την οδό που επανενώνει και μεγαλώνει τον τόπο και το κράτος, που ανοίγει νέους ορίζοντες για τους μεγάλους παραγωγικούς τομείς (ναυτιλία, τηλεπικοινωνίες, τουρισμός, κ.ά) και που απελευθερώνει τις τεράστιες δυνατότητες στο τομέα της ενέργειας. Την οδό που γενικά απελευθερώνει τις μεγάλες δυνατότητες του τόπου και των ανθρώπων του. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα υπάρξουν προοπτικές ουσιαστικής εξόδου από το μνημόνιο.

Σελίδα 1 από 3

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι