Γιατί ομοσπονδία; Μια απόπειρα προβληματισμού

Γιατί ομοσπονδία; Μια απόπειρα προβληματισμού

Share this post

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter
  1. Εισαγωγή

 

Ο υπότιτλος στις διαπραγματεύσεις που έχουν λάβει χώρα από το 1974 και μετά για την εξεύρεση μιας λύσης στο κυπριακό πρόβλημα θα μπορούσε να είναι η φράση: «δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας που θα εδράζεται στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως αυτή καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών». Μέσα σε αυτές τις 29 λέξεις περικλείεται ο πολιτικός ορίζοντας των διαπραγματεύσεων τις τελευταίες 4 δεκαετίες.

Ο σκοπός της παρούσας παρέμβασης δεν είναι να ανασυντάξει την ιστορική διαδρομή των διαπραγματεύσεων ούτε και να προσφέρει μια καινούργια νομική ανάλυση των χαρακτηριστικών των μορφών ομοσπονδίας, που κατά καιρούς έχουν συζητηθεί στις συνομιλίες. Αντίθετα, η επιδίωξη είναι να ξαναθέσει στο προσκήνιο τους λόγους για τους οποίους η λύση υπό μορφή ομοσπονδίας είναι η μόνη πολιτικά ρεαλιστική και εφαρμόσιμη επιλογή, έχοντας υπόψη τα ιδιοσυγκρασιακά δεδομένα του κυπριακού προβλήματος. Σε αυτή την απόπειρα προβληματισμού, θα γίνει αναφορά σε τρία κύρια ζητήματα:

 

1) την ομοσπονδία ως πολιτειακό σύστημα οργάνωσης της επανενωμένης Κύπρου και την αναγκαιότητα δια-εθνοτικής συνεργασίας σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων,

2) στο ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στο πρόβλημα και τη ρητορική που έχει αναπτυχθεί, ειδικά μετά το 2004, γύρω από αυτόν και

3) στο ζήτημα της συνεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του νησιού και από τις δύο κοινότητες.

 

  1. Ομοσπονδία: το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης

 

Μετά τα χωριστά δημοψηφίσματα του 2004, η πολιτική επιλογή της εξεύρεσης ομοσπονδιακής λύσης έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από ορισμένα πολιτικά κόμματα στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Κατά ένα τρόπο, η εμπειρία του δημοψηφίσματος λειτούργησε απελευθερωτικά για ένα κομμάτι της πολιτικής ελίτ, που δεν είχε πιστέψει ποτέ σε αυτόν το διακηρυγμένο στόχο της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας και της πλειοψηφίας των πολιτικών κομμάτων από το 1977 και μετά.

Η αμφισβήτηση αυτή τίθεται με έμμεσους κυρίως τρόπους, όπως για παράδειγμα με την απόρριψη της διζωνικής μορφής μιας μελλοντικής λύσης, της εκ περιτροπής ανάληψης της προεδρίας, των ομοσπονδιακών μηχανισμών και της εν γένει πολιτειακής αρχιτεκτονικής που παραπέμπουν σε αυτή τη λύση. Πιο πρόσφατα, ένας τουλάχιστον κομματικός σχηματισμός απέρριψε ευθέως τη μορφή της επιδιωκόμενης λύσης.

Αυτό το κύμα αμφισβήτησης έχει κατορθώσει να καπηλευτεί το πολιτικό νόημα της έννοιας της «ευρωπαϊκής λύσης» και να διαμορφώσει στρεβλούς όρους συζήτησης για το πώς συμβαδίζει μια μελλοντική ομοσπονδία με το lato sensu ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό κεκτημένο. Ειδικά για το ζήτημα της «ευρωπαϊκής λύσης», θα γίνει αναφορά στη συνέχεια.

Ένα ζήτημα που συχνά παροράται στις πολιτικές συζητήσεις εντός της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι ότι η δέσμευση της πλευράς αυτής στην εξεύρεση μιας ομοσπονδιακής λύσης αποτελεί μια πολιτική σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η πολιτική δέσμευση και αφοσίωση αποτυπώνεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και του 1979,[1] το περιεχόμενο των οποίων έχει επαναληφθεί στην πορεία των δεκαετιών που ακολούθησαν. Η ενδεχόμενη ολική αμφισβήτηση του πλαισίου λύσης με επίσημο τρόπο από την ελληνοκυπριακή πλευρά θα σηματοδοτούσε μια μεταστροφή που θα άλλαζε άρδην τα δεδομένα των διαπραγματεύσεων και θα δημιουργούσε ένα νέο πλαίσιο αναφοράς, το οποίο θα οδηγούσε σε συνομοσπονδιακού τύπου λύση ή ακόμα και σε οριστική de jure διχοτόμηση. Άρα, ένας σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να διαμορφώνει και να αποτελεί βάση για την αξιολόγηση των πολιτικών απόψεων είναι η πολιτική δέσμευση στην ομοσπονδία, η οποία όχι μόνο δεν είναι διακηρυκτικού χαρακτήρα, αλλά έχει σαφές πολιτικό αντίκρισμα και συνέπειες.

 

Ένας ορισμός της ομοσπονδίας

 

Τι είναι όμως η ομοσπονδία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της; Για τους σκοπούς της παρέμβασης αυτής, με τον όρο ομοσπονδία εννοούμε ένα πολιτειακό σύστημα συνύπαρξης και συνεργασίας δύο τουλάχιστον πολιτικών οντοτήτων στη βάση ενός γραπτού συντάγματος, που αποδίδει κατά ρητό τρόπο εξουσίες στην κεντρική και στις περιφερειακές κυβερνήσεις, διαρθρωμένη με ένα σύστημα άμεσων εκλογών για τα δύο επίπεδα κυβέρνησης. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί μιας τέτοιας πολιτειακής διάρθρωσης καθορίζονται με σαφήνεια και συχνά κατά εξαντλητικώς απαριθμούμενο τρόπο. Το σύστημα συμπληρώνεται με την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο κέκτηται τη δυνατότητα να επιλύει κατά τρόπο τελεσίδικο τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την ενάσκηση των εξουσιών αυτών των κυβερνήσεων. Ένα ειδοποιό χαρακτηριστικό της ομοσπονδίας είναι ότι η αυτονομία των περιφερειών είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, χωρίς αυτό να μπορεί να τροποποιηθεί, πόσω δε μάλλον να καταργηθεί, με μονομερή ενέργεια της κεντρικής κυβέρνησης.

 

Κύριοι λόγοι επιλογής του ομοσπονδιακού μοντέλου

 

Η επιλογή του πολιτειακού συστήματος ενός κράτους δεν γίνεται μέσα σε ένα ιστορικό και πολιτικό κενό. Αντίθετα, αποτελεί απότοκο της ιστορικής εξέλιξης μιας ή περισσοτέρων πολιτικών οντοτήτων και δημιούργημα των περιβαλλουσών συνθηκών. Μπορεί να ειπωθεί, λοιπόν, ότι η υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού μοντέλου έρχεται σε συνέχεια μιας προηγούμενης περιόδου αυτοκυβέρνησης ή καθορίζεται καταλυτικά από το περιεχόμενο μιας προηγούμενης διεθνούς ή εσωτερικής σύγκρουσης.

Οι κύριοι λόγοι που οδηγούν στην επιλογή της ομοσπονδίας είναι η συλλογική ασφάλεια, η οικονομική ευμάρεια και η διεύρυνση της αγοράς με την άρση των εμποδίων στη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, καθώς, επίσης, και η υιοθέτηση από τα πολιτικά υποκείμενα μιας ομοσπονδίας ενός κοινού πολιτικού αξιακού κώδικα που έχει ως κοινό παρονομαστή την ειρηνική συνύπαρξη.

Αν οι λόγοι που παρατέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο φαίνονται γνώριμοι, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι παραπέμπουν στα πολιτικά θεμέλια της ίδρυσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη δεκαετία του 1950. Η εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι τη σημερινή μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα εξέχον παράδειγμα μιας πορείας προς τη διαρκή ομοσπονδιακή ολοκλήρωση. Άρα, το πολιτικό σχέδιο που ονομάζεται ομοσπονδία έχει έναν κατεξοχήν ευρωπαϊκό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τα όσα λανθασμένα πρεσβεύουν οι ευαγγελιστές της «ευρωπαϊκής λύσης».

Δύο είναι τα πλεονεκτήματα που ξεχωρίζουν στην υιοθέτηση μιας ομοσπονδιακής δομής για ένα κράτος. Το πρώτο είναι ότι αυτή λειτουργεί εξ ορισμού προστατευτικά προς την κουλτούρα, την ιδιοπροσωπία, το χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα των μερών που τις αποτελούν.[2] Ανεξάρτητα από το αν η ετερότητα αυτή εδράζεται στη διαφορετική εθνική, θρησκευτική, πολιτική, γλωσσική ή άλλη ταυτότητα των πολιτικών υποκειμένων της, η ομοσπονδία αποτελεί φόρουμ συνύπαρξης αλλά και προστασίας και προαγωγής των διαφορετικών συνιστωσών μερών της. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα της ΕΕ, αξίζει να θυμηθεί κανείς την πολυποίκιλη συνύπαρξη και προστασία των πάσης μορφής διαφορετικών ταυτοτήτων εντός της, καθώς και το ευρύ πλέγμα προστασίας που παρέχει σε αυτές, άμεσα ή παρεμπιπτόντως, μέσα από τις διάφορες πολιτικές της.

Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ότι, αντίθετα με ό,τι ενδεχομένως διαισθητικά πιστεύει κάποιος, το ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα λειτουργεί ενισχυτικά προς τη δημοκρατική αρχή. Κι αυτό γιατί αυξάνει τις ευκαιρίες πολιτικού ανταγωνισμού και πολιτικής συμμετοχής σε τουλάχιστον τρία επίπεδα (κεντρική και δύο περιφερειακές κυβερνήσεις). Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα σε πληθυσμιακά ισχνότερες ομάδες να εκπροσωπούνται κατά αναλογικότερο (ή ακόμα και ευθέως ανάλογο) τρόπο στα θεσμικά όργανα, συντείνοντας έτσι στην εμβάθυνση της ποιότητας της δημοκρατίας και στη δημιουργία περισσότερων τοπικών πολιτικών αγορών.

 

  1. Μετα-συγκρουσιακή ομοσπονδιοποίηση

 

Η επιλογή της ομοσπονδίας μετά από μια σύγκρουση, διεθνούς ή μη διεθνούς χαρακτήρα, μπορεί να λειτουργήσει κατευναστικά προς τη σύγκρουση και τις εξ αυτής απορρέουσες αποσχιστικές τάσεις. Εξίσου πειστικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μπορεί να αποτελέσει και λόγο αναζωπύρωσης της σύγκρουσης, ειδικά όταν η διευθέτηση ανάμεσα στα μέρη δημιουργεί το αίσθημα αδικίας ή ενσωματώνει και συστηματοποιεί στοιχεία της σύγκρουσης στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Μαζί με την ετερότητα του κάθε πολιτικού υποκειμένου, που λειτουργεί ως prima facie αιτία της σύγκρουσης, δημιουργείται και ένα περαιτέρω πεδίο σύγκρουσης που αφορά στο πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης.

Το κύριο χαρακτηριστικό μιας μετα-συγκρουσιακής ομοσπονδιοποίησης είναι η δημιουργία εσωτερικών διοικητικών συνόρων, τα οποία οριοθετούν γεωγραφικές περιοχές με ομοιογενή ή σημαντικά πλειοψηφούσα ομάδα κατοίκων. Μαζί με την αριθμητική της πλειοψηφία, είναι σημαντικό αυτή η ομάδα να μην υπόκειται σε μηχανισμούς πολιτικού ελέγχου από την πλειοψηφούσα στο κράτος ομάδα και να μπορεί να προστατεύεται από τον κίνδυνο να τεθεί σε δυσμενέστερη οικονομική ή πολιτική θέση. Οπωσδήποτε, μια τέτοια ομοσπονδιοποίηση έχει προφανή σκοπό να ελέγξει ή και να τερματίσει τη σύγκρουση.

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η ίδια η έννοια του κράτους μεταλλάσσεται σε ένα άθροισμα συμβιβασμών που απαιτούνται για να διατηρηθεί το κράτος ως πλαίσιο αναφοράς, μέσα στο οποίο το κύριο ζήτημα της συνταγματικής πολιτικής θα είναι ποιοι είναι οι όροι της πολιτικής συνύπαρξης και συνεργασίας μεταξύ των συνιστώντων πολιτικών υποκειμένων.

Η δημιουργία ενός κράτους με τουλάχιστον δύο διακριτές συνιστώσες μονάδες δυνατόν να παρουσιάσει τα εξής προβλήματα:

 

1) εντονότερη προβολή των περιφερειακών μονάδων,

2) τον πολλαπλασιασμό των εθνικών ταυτοτήτων,

3) την ενίσχυση των περιφερειών κατά τρόπο που να τους παρέχεται ένα θεσμικό οπλοστάσιο προς χρήση εναντίον του κεντρικού κράτους και

4) στις περιπτώσεις εκείνες όπου προβλέπεται ένα ενισχυμένο δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο), να μειώνεται η δυνατότητα ή να αποδυναμώνεται ο μηχανισμός λήψης αποφάσεων.

 

Στο σύνολό τους αλλά και ξεχωριστά το καθένα από αυτά τα προβλήματα, μπορούν να αποτελέσουν δυνητικά γενεσιουργές αιτίες νέων συγκρούσεων. Ωστόσο, η εκτίμηση της πραγματικής τους απήχησης πρέπει να γίνεται με αναφορά στα πραγματικά στοιχεία μιας δεδομένης κατάστασης και για αυτό το λόγο δεν θα αναλυθούν περαιτέρω.

Συναινετική και ομοσπονδιακή λύση

 

Η συναινετική (consociational) δημοκρατία αποτελεί αναφορά σε ένα πολιτικό σύστημα που δημιουργείται με τη συνεργασία διαφορετικών, συχνά ανταγωνιστικών ομάδων, στη βάση ενός κοινά αποδεκτού διαμοιρασμού εξουσίας.[3] Τέτοιου είδους διευθετήσεις προκύπτουν από την επίτευξη μιας δημοκρατικής ειρήνης μέσω μιας συνολικής συμφωνίας όλων των εμπλεκομένων. Τα στοιχεία μιας τέτοιας συμφωνίας είναι ο λεπτομερής διαμοιρασμός της εξουσίας και των ρόλων των θεσμικών οργάνων, η ενισχυμένη τοπική/γεωγραφική αυτονομία σε θέματα ταυτότητας, η αναλογική εκπροσώπηση και τα αμοιβαία veto σε καίρια ζητήματα πολιτικής (συνηθέστερα στα εξής ζητήματα: εξωτερικές σχέσεις, οικονομία, άμυνα και εσωτερική ασφάλεια). Τα μοντέλα διακυβέρνησης μπορούν να είναι αυτά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, της συλλογικής προεδρίας ή της εκ περιτροπής άσκησης της προεδρίας. Στις τελευταίες δύο περιπτώσεις είναι σημαντικό, αν προνοείται ισχυρή εκτελεστική προεδρία, το πρόσωπο που ασκεί τα καθήκοντα αυτά να λαμβάνει μια ελάχιστη υποστήριξη ή να τυγχάνει αποδοχής από όλες τις συνιστώσες ομάδες.

Στην περίπτωση της Κύπρου είναι αναγκαίο, κατά την άποψη του του γράφοντος, να γίνει όχι μόνο η τελική επιλογή ανάμεσα στα δύο μοντέλα, αλλά να γίνει, επίσης, και η «μετα-συνταγματική» συζήτηση για το ποιο συνταγματικό όραμα θα επικρατήσει. Η σκέψη αυτή εγγράφεται στον ορίζοντα αυτού που έχει αποκληθεί ως «Clausewitz in reverse».[4] Σε αυτή την περίσταση, το ζητούμενο είναι να μεταφερθεί το επίκεντρο από την ένοπλη σύγκρουση στην αρένα της συνταγματικής πρακτικής, με απώτερο, φυσικά, στόχο τον πλήρη τερματισμό της πρώτης. Προς το σκοπό αυτό, δεν είναι αρκετό να υπάρξει μια λεπτομερής και εξαντλητική απαρίθμηση αρμοδιοτήτων, εξουσιών και μηχανισμών στο συνταγματικό κείμενο. Είναι επιπλέον αναγκαίο να δημιουργηθεί και ένα πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες, που θα τις ωθεί προς τη συνεργασία και την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων. Ένας ικανός τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσα από τη συνεργασία των πολιτικών κομμάτων της ομοσπονδιακής πολιτείας.

 

  1. Ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων: δυναμικές και προκλήσεις

 

Έχει ήδη υποστηριχθεί πιο πάνω ότι ακόμα και ο πιο λεπτομερής σχεδιασμός των διάφορων θεσμών και μηχανισμών αποφάσεων, καθώς και επίλυσης διαφορών, δεν μπορεί να αποτελέσει συνθήκη ικανή να προσδώσει σταθερότητα και βιωσιμότητα στην όποια διευθέτηση. Η περίπτωση του ζυριχικού μοντέλου αποτελεί par excellence περίπτωση μιας τέτοιας εξαντλητικής απαρίθμησης, η οποία εδραζόταν στην προσδοκία ότι η εξαιρετικά τεχνική λεκτική αποτύπωση θα οδηγούσε σε μηχανική εφαρμογή των προνοιών του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην αποφυγή αδιεξόδων. Η αποτυχία του κυπριακού συνταγματικού μοντέλου οφείλεται στην αδυναμία των συντακτών του να αντιληφθούν ότι οποιοδήποτε συνταγματικό κείμενο επηρεάζεται από τις πολιτικές συνθήκες της εποχής και ότι ακόμα και αυτή η προικοδότησή του με σωρεία διατάξεων που δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στην καταλυτική δυναμική των διακοινοτικών σχέσεων. Η αντίστροφη ανάγνωση της θέσης αυτής είναι ότι οι ίδιες οι κοινότητες θα έπρεπε να το εφαρμόσουν με καλή πίστη και την αναγκαία προσαρμοστικότητα που θα εξυπηρετούσε τη λειτουργικότητά του κράτους.

Το κυπριακό συνταγματικό μοντέλο λειτούργησε σε μια κοινωνία που παρά το ότι μέχρι το 1963 δεν υφίστατο γεωγραφικό διαχωρισμό, ήταν διαιρεμένη στη βάση εθνοτικών γραμμών. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην οργάνωση των πολιτικών κομμάτων κατά μήκος των γραμμών αυτών, με –ανεπαρκή – εξαίρεση το ΑΚΕΛ, γεγονός που απέτρεψε τον πολιτικό συγκερασμό και τη σύγκλιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η πρακτική στο επίπεδο του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και η λειτουργία σε στεγανά των κοινοτικών συνελεύσεων, οδήγησε σε οξείς ανταγωνισμούς εντός των δύο πρώτων σωμάτων, που αναπόφευκτα αντικατοπτρίστηκαν και μεταφέρθηκαν σε όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής του τόπου. Η παρουσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του δρος Κιουτσιούκ στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου αντίστοιχα, λειτούργησε επιβαρυντικά, αφού και οι δύο υπήρξαν εμβληματικές μορφές για τα συγκρουόμενα πολιτικά οράματα των κοινοτήτων τους.[5]  

Τα πιο πάνω οδηγούν σε δύο συμπεράσματα που, κατά την άποψη του γράφοντος, κάθε μελλοντική λύση θα πρέπει να ρυθμίζει. Το πρώτο είναι ότι απαιτείται να τεθούν σαφείς κανόνες για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και για τη διενέργεια εκλογών, οι οποίοι θα ρυθμίζουν τη διακοινοτική πολιτική εκπροσώπηση και τη διακοινοτική συμμετοχή στις εσωκομματικές διεργασίες και στη θέση υποψηφιοτήτων για τις εκλογές. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω της υποχρέωσης δημιουργίας διακοινοτικών κομμάτων ή μέσα από την υποχρέωση παρουσίασης υποψηφίων σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες, πρόνοια που θα διασφάλιζε την έμμεση συμμόρφωση προς το διακοινοτικό ζητούμενο. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος υποστηρίζει μια ακόμα πιο ευρεία διακοινοτική «οργάνωση και λειτουργία των θεσμών της λαϊκής κυριαρχίας σε επίπεδο ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον μέσα από τα ενιαία πολιτικά κόμματα και τους ενιαίους φορείς ομαδικής δράσης (σωματεία, συνδικάτα κλπ). Χωρίς ενιαίους φορείς οργάνωσης της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορούμε να συζητάμε για διασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας σε επίπεδο ομοσπονδιακού κράτους».[6]

Η πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς για την εισαγωγή της διασταυρούμενης ψήφου σε συνδυασμό με την εκ περιτροπής ανάληψη της προεδρίας του κράτους από τις δύο κοινότητες κινείται σε αυτό τον άξονα και αποτελεί μια καινοτόμο προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Η πρόταση διαφοροποιείται από το ζυριχικό μοντέλο, αλλά και από τις κατά καιρούς προτάσεις λύσης που διαχώριζαν την πολιτική δράση των δύο κοινοτήτων σε επίπεδο εκλογικού σώματος και ανάδειξης πολιτειακών οργάνων.

Το δεύτερο, και ανεξαρτήτως του πρώτου συμπεράσματος, είναι ότι θα πρέπει να επιτευχθεί η διάδραση και η διασύνδεση των κεντρικών θεσμών εξουσίας με την περιφερειακή πολιτική σκηνή. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη διενέργεια άμεσων εκλογών για την Άνω Βουλή, καθώς και με το συγχρονισμό της διενέργειας εκλογών τόσο για την κεντρική όσο και για την περιφερειακή κυβέρνηση. Τα δύο αυτά θέματα έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στην επικράτηση των μετριοπαθέστερων πολιτικών ομάδων, στην προώθηση μιας ρεαλιστικής και συναινετικής πολιτικής ατζέντας και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την επίτευξη συγκλίσεων μέσα στην ίδια την κοινωνία. Ουσιαστικά, αυτό που επιδιώκεται είναι η δημιουργία μιας νέας πολιτικής αγοράς όπου τα κόμματα θα ενεργούν ως φορείς και πολλαπλασιαστές της συνάντησης και της συνεργασίας μεταξύ των πολιτών μιας ομοσπονδιακής Κύπρου.

 

 

 

  1. Η φενάκη της ευρωπαϊκής λύσης

 

Η αντίστροφη όψη της αναγκαιότητας να υπάρξει διακοινοτική συνεργασία μέσα από τα πολιτικά κόμματα στο πλαίσιο μιας επανενωμένης ευρωπαϊκής Κύπρου αντικατοπτρίζεται στην παρούσα πολιτική συγκυρία στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Πιο συγκεκριμένα, η κριτική απευθύνεται σε εκείνους τους πολιτικούς σχηματισμούς και σε εκείνους τους πολιτικούς δρώντες, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, που ευαγγελίζονται την «ευρωπαϊκή λύση». Η ουσία του πολιτικού τους προτάγματος συμπυκνώνεται στην εκμετάλλευση της συμμετοχής της Κύπρου στην ΕΕ, ώστε να εξαναγκαστεί η Τουρκία να συναινέσει σε μια μορφή λύσης που θα ανταποκρίνεται στις «ευρωπαϊκές αρχές και αξίες». Είτε άμεσα είτε έμμεσα, οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής επιδιώκουν την απεμπλοκή της ελληνοκυπριακής πλευράς από την αναζήτηση ομοσπονδιακής λύσης και απορρίπτουν τη διζωνικότητα, καθώς και το μηχανισμό εξουσίας που τη συνοδεύει. Αντίθετα, υποστηρίζεται στην ουσία η επικράτηση ενός πλειοψηφισμού, ως κεκαλυμμένη κατοχύρωση της δημοκρατικής αρχής, η ολοκληρωτική επιστροφή και αποκατάσταση εκτοπισμένων και περιουσιών και η συνεπαγόμενη υποβίβαση της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε μειονότητα, με εκχώρηση δικλίδων νομικής προστασίας για αυτό το μειονοτικό καθεστώς της.

Έχει πειστικά υποστηριχθεί αλλού ότι η ΕΕ μπορεί να υποδεχθεί στο νομικό της πλαίσιο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας ομοσπονδιακής λύσης.[7] Η ΕΕ έχει διακηρύξει ότι θα δείξει την αναγκαία ευελιξία για να υποδεχθεί στους κόλπους της μια επανενωμένη Κύπρο, όπου ορισμένες από τις τέσσερις βασικές ελευθερίες θα υφίστανται περιορισμούς και αναπροσαρμογές. Το σημαντικό για την ΕΕ, ωστόσο, είναι να εξασφαλίζεται από την τελική διευθέτηση ότι η Κύπρος θα έχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου (και αντίστοιχα, μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας σε περίπτωση που αποτύχει να το πράξει). Επίσης, θα πρέπει η Κύπρος να μιλάει με μία φωνή σε εκείνους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όπου συμμετέχει, ή κατ’ ελάχιστο να μην αποτελεί η αδυναμία της να εκφέρει άποψη και να ψηφίζει, τροχοπέδη στη λειτουργία αυτών των θεσμών. Ήδη, το Πρωτόκολλο αρ. 10 δίνει το μηχανισμό μετάβασης προς αυτή την κατεύθυνση.

Σε σχέση με την περιώνυμη αντιστοιχία της λύσης με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο σκληρός πυρήνας των αρχών αυτών είναι η δημοκρατία, η ειρήνη, το κράτος δικαίου, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αρχή της μη διάκρισης και η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη. Το πλαίσιο που καθορίζεται από τις γενικές αυτές συντεταγμένες είναι αρκούντως ευρύ και ευέλικτο ώστε να υποδεχθεί μια λύση με προσωρινούς ή μόνιμους περιορισμούς στην άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών, που με τη σειρά τους θα τεθούν, ώστε να μπορέσει η τελική συμφωνία να είναι αποδεκτή από τα μέρη και να λειτουργήσει σωστά.

Συχνά αποσιωπάται το γεγονός ότι η ΕΕ δεν είναι ούτε και έχει τη δυνατότητα να γίνει ο κύριος διαπραγματευτής ή μεσολαβητής στην κυπριακή διένεξη, ούτε και να γίνει το κύριο forum επίλυσης της διαφοράς. Παρά το συγκροτημένο πλαίσιο νομικά δεσμευτικών κανόνων, η ΕΕ δεν παρέχει ένα και μοναδικό πλαίσιο λειτουργίας προς το οποίο υπέχουν υποχρέωση συμμόρφωσης όλα τα κράτη μέλη. Μια τέτοια θέση θα δημιουργούσε μια μη ρεαλιστική κατάσταση δυσκαμψίας και δυσλειτουργικότητας για την ίδια την Ένωση, και προφανώς και για τα ίδια τα κράτη μέλη. Παίρνοντας τη θέση ένα βήμα παραπέρα: η ΕΕ δεν δημιουργήθηκε για να επιλυθεί το Κυπριακό, αλλά μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό forum συνύπαρξης και συνεργασίας των δύο κοινοτήτων, όπου οι σκοποί και η ωφέλεια θα εξυπηρετούν τα κοινά τους συμφέροντα.

Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ίδια η ΕΕ είναι το δημιούργημα της πολιτικής κατάστασης που προέκυψε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συνεργασία των πρώην εχθρών κατόρθωσε να δημιουργήσει μια ισχυρή εσωτερική αγορά και να προσδέσει στο οικονομικό της άρμα ένα μακρόπνοο πολιτικό project, που όμοιό του σε σχεδιασμό, αλλά κυρίως απτά αποτελέσματα, δεν υπάρχει σε άλλη περιοχή του κόσμου. Η ίδια η ΕΕ είναι το πολιτικό πείραμα μια πορείας προς τη διαρκή ολοκλήρωση και ομοσπονδιοποίηση κι αυτός είναι ο κατεξοχήν συμβολικός δεσμός με την επιδίωξη μιας ομοσπονδιακής λύσης στο Κυπριακό.

Αντιστρέφοντας τη φενάκη της ευρωπαϊκής λύσης, πρέπει να λεχθεί το εξής: αν υπάρχει κάτι που είναι απαράδεκτο για το ευρωπαϊκό πολιτικό ήθος, αυτό είναι η ίδια η διαίρεση του νησιού και όχι η επιδίωξη λύσης ομοσπονδίας που σκοπό έχει να θέσει ένα τέλος στην ανώμαλη αυτή κατάσταση.

 

  1. Συνεκμετάλλευση φυσικών πόρων

Η ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας προσθέτει μια νέα σημαντική παράμετρο στο κυπριακό πρόβλημα. Ως γενική θέση, μπορεί να ειπωθεί ότι η ανακάλυψη οικονομικά σημαντικών και εκμεταλλεύσιμων φυσικών πόρων μπορούν είτε να αναζωπυρώσουν τη σύγκρουση είτε να χρηματοδοτήσουν την ειρήνη. Η κατεύθυνση που θα αποφασίσουν τα μέρη θα καθορίσει την έκβαση και αυτού του κεφαλαίου.

Τα ζητήματα της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, του είδους που έχουν ανακαλυφθεί στην ΑΟΖ της Κύπρου, εισάγουν συνήθως τρία διακριτά ζητήματα:

1) της ιδιοκτησίας,

2) της διαχείρισης και

3) της συλλογής και αναδιανομής του κέρδους.

Τα πιο πάνω πρέπει να συναρτηθούν με την προ της λύσης και μετά τη λύση εποχή. Στην προ λύσης εποχή που διανύουμε είναι καίριο να υπάρξει ένας τέτοιος χειρισμός που να εξασφαλίζει ότι η αναδιανομή του κέρδους εντός της Κύπρου θα ωφελεί και την τουρκοκυπριακή κοινότητα είτε μέσω της δημιουργίας ενός πάγιου ταμείου όπου θα κατατίθεται το μερίδιο της τ/κ κοινότητας είτε με την εκπόνηση πολιτικών για την ενίσχυση των δράσεων της ΕΕ προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Για την μετά λύση εποχή, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι και τα τρία προαναφερθέντα ζητήματα θα ελέγχονται όχι μόνο από τις δύο κοινότητες από κοινού, αλλά και ότι θα αναληφθούν από διαφορετικά θεσμικά όργανα με σκοπό να αποφευχθούν αχρείαστα συγκεντρωτικές και μονοπωλιακές καταστάσεις, αλλά αντίθετα να διαχέεται η ευθύνη και η λογοδοσία σε περισσότερα όργανα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια το διαρκή αλληλοέλεγχο και τη διασφάλιση της διαφάνειας σε όλα τα στάδια εκμετάλλευσης.

Το ζήτημα των φυσικών πόρων έχει, μαζί με την ευρωπαϊκή προοπτική, τη δυνατότητα να αποτελέσει ακόμα ένα ισχυρό κίνητρο για την καλή τη πίστει συνεργασία εντός της επανενωμένης Κύπρου. Αυτό που προέχει στο παρόν στάδιο είναι να αποφευχθεί και να απορριφθεί η ρητορική και το αίσθημα οικονομικής ανωτερότητας στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Με άλλα λόγια, να μην εδραιωθεί στην κοινωνία η άποψη ότι η αλλαγή των οικονομικών δεδομένων επιτρέπει στην ελληνοκυπριακή πλευρά να καθυστερήσει τη λύση για να προσποριστεί περισσότερα οφέλη από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων ή να θεωρηθεί ότι της δίνουν πλεονέκτημα στις συνομιλίες. Και αντιστρόφως, ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πειθαναγκαστεί στην αποδοχή μιας λύσης, ακριβώς λόγω του ενεργειακού πλούτου που φαίνεται ότι έχει η Κυπριακή Δημοκρατία.

 

  1. Καταληκτικές σκέψεις

 

Η παρέμβαση αυτή ήταν μια απόπειρα να σκιαγραφηθούν ορισμένες πτυχές της επιλογής για μια ομοσπονδιακή λύση μέσα από την ανάδειξη των ζητημάτων που βρίσκονται πίσω από την καθημερινή πολιτική πρακτική και ρητορική. Είναι η άποψη του γράφοντος ότι ένα μέρος της προσπάθειας για απεμπλοκή από τις επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες προσπάθειες πρέπει να επενδυθεί στην απάντηση των ερωτημάτων που τίθενται σε αυτή την παρέμβαση. Ωστόσο, υπάρχουν δύο ζητήματα που θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ως καταληκτικές σκέψεις.

Το πρώτο είναι ότι πέρα από τους λόγους που προβλήθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο αναφορικά με τα πλεονεκτήματα και τη «μηχανική» της ομοσπονδίας, πρέπει να υπενθυμίζεται ότι μια ομοσπονδιακή λύση μπορεί να δημιουργήσει τους όρους που απαιτούνται για την επίτευξη σοβαρής κοινωνικής αλλαγής και προόδου στο νησί. Χωρίς αυτή, το πολιτικό σύστημα είναι καταδικασμένο να αναπαράγει τον εαυτό του, ειδικά στις συνθήκες κομματικού πατριωτισμού που χαρακτηρίζουν το εκλογικό σώμα, τουλάχιστον στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Κατ’ επέκταση, αυτό θα συντελέσει στη διατήρηση του κοινωνικού status quo, χωρίς σοβαρές αναταράξεις. Είναι αυτή μια επιθυμητή επιλογή; Το βέβαιο είναι ότι θα είναι αναπόδραστη συνέπεια της έλλειψης λύσης.

Το δεύτερο είναι ότι, χωρίς την επίτευξη λύσης, ο γράφων θα διακινδυνεύσει την πρόβλεψη ότι οι πολιτικές ελίτ και τα μέλη των δύο κοινοτήτων θα εξωθηθούν αναπόφευκτα σε πιο ακραίες και πιο συγκρουσιακές μορφές πολιτικών, τόσο έναντι της άλλης κοινότητας, όσο και στα interna corporis της κάθε μιας. Συνθήκες, δηλαδή, που μπορούν να οδηγήσουν σε κυκλικές αναζωπυρώσεις της στάσιμης σύγκρουσης στην Κύπρο, με δυσμενείς συνέπειες και για τις δύο κοινότητες.  

 

Νικόλας Κυριάκου

 

[1] Τα κείμενα των συμφωνιών είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών: http://www.cyprus.gov.cy/moi/pio/pio.nsf/All/0A0E34F65017B4A8C2256D7C0035E364?OpenDocument

[2] Υπό αυτή την έννοια η σχετική αναφορά στην παράγραφο 1 του κοινού ανακοινωθέντος Αναστασιάδη-Έρογλου είναι θετική: «Οι ηγέτες διαβεβαίωσαν ότι η λύση θα έχει θετική επίδραση σε ολόκληρη την περιοχή, πρωτίστως όμως θα είναι επωφελής για τους Τουρκουπρίους και τους Ελληνοκυπρίους, με σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, καθώς και στη διακριτή ταυτότητα και ακεραιότητα αμφοτέρων, διασφαλίζοντας το κοινό τους μέλλον σε μια ενωμένη Κύπρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

[3] Ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του consociationalism είναι ο Arend Lijphart. Τα σημαντικότερα έργα του στα οποία παραπέμπεται ο αναγνώστης είναι: «Democracy in plural societies» (New Haven, Yale University Press, 1977) και «Patterns of democracy: Government Forms and Performance in Thirty-Six Countries» (New Haven, Yale University Press, 1999).

[4] Christine Bell, «On the Law of Peace, Peace Agreements and the Lex Pacificatoria» (Oxford, Oxford university Press, 2008).

[5] Δηλωτικό των ανταγωνισμών σε κάθε επίπεδο είναι και το περιεχόμενο των επιστολών ανάμεσα στους δύο ηγέτες. Βλ. Stella Soulioti, Fettered independence, Cyprus 1878-1964, Vol. Two: The Documents, pp. 379-389.

[6] Ευάγγελος Βενιζέλος, Ιδιομορφίες της συνταγματικής πτυχής του Κυπριακού και προοπτικές μιας ομοσπονδιακής δομής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην έκδοση «Το Κυπριακό Ζήτημα, η κυπριακή συνταγματική τάξη και η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση», σελ. 37

[7] Nikos Skoutaris, «The Cyprus Issue - The four freedoms in a Member State Under Siege» (Hart, 2011).

Rate this item
(0 votes)

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι