Νεοκλής Νεοκλέους
Νεοκλής Νεοκλέους

Νεοκλής Νεοκλέους

Η Ομοσπονδιακή επανένωση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Του Νεοκλή Νεοκλέους

Κατά καιρούς έχουν εκφραστεί φόβοι ότι τυχόν αναβάθμιση του ψευδοκράτους σε συνιστώσα πολιτεία θα αποτελέσει αφορμή για την τ/κ κοινότητα ν'αποσχιστεί.

Στην δημοσιογραφική διάσκεψη που έδωσε την Τετάρτη ο Τ/κ ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί αναφέρθηκε στο κοινό ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου, «όπου γίνεται αναφορά ξεκάθαρα σε ομοσπονδία και όχι συνομοσπονδία, με μια διεθνή προσωπικότητα, μία ιθαγένεια και μια κυριαρχία, ένα κράτος και δύο συνιστώσες πολιτείες». Παράλληλα, υπενθύμισε τον «απορριπτικό» «ΥΠΕΞ» Ταχσίν Ερτουγρούρογλου, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αναγνωριστεί το ψευδοκράτος, προσγειώνοντάς τον, μάλλον, ανώμαλα. Για να το κάνει ακόμα χειρότερο για τον κ. Ερτουγρούρογλου, ο κ. Ακιντζί αναφέρει επίσης ότι η λύση συνομοσπονδίας είναι ανέφικτη. Τα πιο πάνω αποτελούν την πιο τρανταχτή απόδειξη ότι οι αναφορές περί δύο ιδρυτικών συνιστωσών πολιτειών από τους Τουρκοκύπριους πολιτικούς δεν σημαίνουν επ’ ουδενί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα υποβαθμιστεί σε πολιτεία, ούτε ότι το ψευδοκράτος θα αναβαθμιστεί σε πολιτεία.

Κατ’ αρχάς, είναι αδύνατο να επικαλεστεί ο Μουσταφά Ακιντζί την υποβάθμισή της ΚΔ καθώς αυτό θα σήμαινε και αποχώρησή της από την ΕΕ, τον ΟΗΕ και γενικώς θα μιλούσαμε για την ίδρυση νέου κράτους που θα χρειαζόταν να ξανά-υποβάλει αιτήσεις για συμμετοχή σε διεθνής οργανισμούς εξ ου και η αναφορά στο ανέφικτο της συνομοσπονδιακής λύσης.

Κατά δεύτερον, στηριζόμενοι στην αρχή της ερμηνείας του Διεθνούς Δικαίου υπέρ της πλευράς που υποβάλλει την ερμηνεία, συμπεραίνουμε ότι το βόρειο τμήμα της Κύπρου αποτελεί μέρος της ΚΔ κατά νόμο αλλά στην πράξη κατεχόμενο έδαφος και συνεπώς μη ελεγχόμενο από αυτή. Άρα, από τη στιγμή που η ΚΔ αποτελεί και θα συνεχίσει μετά τη λύση να αποτελεί μέρος της ΕΕ σημαίνει ότι οι δύο συνιστώσες πολιτείες αποτελούν αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν πρόκειται για δύο ιδρυτικά κράτη αλλά την συνένωση ή επανένωση εδαφών του ίδιου κράτους, και δη, του υφιστάμενου που υπάρχει στη γεωγραφική επικράτεια της Κύπρου.

«Παγίδα» η ομοσπονδία;

Κατά καιρούς έχουν εκφραστεί φόβοι ότι τυχόν αναβάθμιση του ψευδοκράτους σε συνιστώσα πολιτεία θα αποτελέσει αφορμή για την τουρκοκυπριακή κοινότητα να αποσχιστεί ως κράτος πλέον. Αυτό αποτελεί μία εντελώς λανθασμένη εκτίμηση, για λόγο ότι υπάρχουν πολλές άλλες αναφορές του Τ/κ ηγέτη που περιγράφουν ρητώς μία ομοσπονδιακή δομή όπως ένα κράτος με μία κυριαρχία, μία διεθνή εκπροσώπηση, μία εξωτερική πολιτική, μία ιθαγένεια, ένα ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, μία Κεντρική Τράπεζα. Αυτομάτως λοιπόν, χάνει κάθε σημασία η αναβάθμιση ή μη του ψευδοκράτους καθώς ακυρώνεται κάθε περίπτωση ύπαρξής του λόγω της ομοσπονδίας που θα δημιουργηθεί στην Κύπρο.

Συνεπώς, η οποιαδήποτε αποσχιστική πράξη των Τουρκοκυπρίων, κρίνεται εκ προοιμίου ως άκυρη και θα αντιμετωπιστεί από τη διεθνή κοινότητα ακριβώς όπως αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια η «ΤΔΒΚ». Πρωτίστως γιατί θα αποτελεί μονομερή παραβίαση συμφωνίας. Κατά δεύτερον το Διεθνές Δίκαιο δεν έχει αναγνωρίσει την απόσχιση ως νόμιμη ενέργεια, πόσο μάλλον σε μια τέτοια περίπτωση. Ιδιαιτέρως δε, εάν τέτοια ενέργεια γίνει ελλείψει της οποιασδήποτε αφορμής. Τέλος, η πλήρης ένταξη των Τουρκοκυπρίων στην ΕΕ αποτέλεσε ανέκαθεν καθολικό αίτημα αλλά και προοπτική που διαμόρφωσε την πολιτική ατζέντα στην «ΤΔΒΚ». Την ίδια άποψη εξέφρασε διαχρονικά και η Άγκυρα λέγοντας πως «στη Κύπρο υπάρχει αποκλεισμός της μιας κοινότητας από την ΕΕ». Συνεπώς πιθανή απόσχιση γεννά το ερώτημα: «Να φύγουν για να πάνε πού;».

Συνέπεια των πιο πάνω είναι το συμπέρασμα πως το επιχείρημα αναφοράς σε δύο συνιστώσες πολιτείες αποτελεί το έναυσμα αναβάθμισης του ψευδοκράτους παραμένει αστήρικτο. Οι δηλώσεις του Τ/κ ηγέτη από τη μία αποτελούν σημάδι προόδου όσον αφορά το πώς αντιλαμβάνονται οι δύο πλευρές τα συμφωνηθέντα. Από την άλλη, αποδεικνύουν τη διαλλακτικότητα του Τουρκοκύπριου ηγέτη και την κεφαλαιώδη διαφορά του από τους προκάτοχούς του. Έτσι, λίγο οι χειρισμοί του Νίκου Αναστασιάδη και λίγο η εποικοδομητική στάση του Μουσταφά Ακιντζί είναι η απόδειξη ότι ο συνδυασμός των δύο ηγετών αποτελεί και την ιδανική συνταγή λύσης και συνεπώς αυτή πρέπει να έρθει προτού μπούμε στην προεκλογική περίοδο.

Δημοσιεύτηκε και στον Πολίτη

Για δες, ένα λαμπρό φεγγάρι. Των Νεοκλή Νεοκλέους και Κρίτωνα Διονυσίου

Το τελευταίο διάστημα ακούμε με προσοχή πολιτικούς παράγοντες, με κυριότερο τον Νικόλα Παπαδόπουλο, να τονίζουν την αναγκαιότητα διατήρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην μετά την λύση του Κυπριακού εποχή.

 

Αυτή η θέση συνοδεύεται από μια ακατάσχετη κινδυνολογία ότι σε περίπτωση που προκύψουν διαφωνίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες και υπάρξει ενδεχόμενο απόσχισης των ΤΚ, τότε η ΚΔ θα παύσει να υφίσταται και οι ΕΚ θα απολέσουν την βασική ασπίδα διαφύλαξης τους: Την διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική τους οντότητα.

Το ανωτέρω επιχείρημα θα πρέπει να ιδωθεί και να σχολιαστεί μέσα από την νομική και πολιτική του διάσταση.

Το νομικό πλαίσιο

Καταρχάς, η αναγνώριση, η μετεξέλιξη αλλά και η διαδοχή ενός κράτους ρυθμίζονται μέσα από ένα βασικό νομικό πλαίσιο το οποίο συνοδεύεται από διάφορες θεωρίες και διεθνείς πρακτικές, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα ανωτέρω διαμορφώνονται αναλόγως των γεωπολιτικών συνθηκών που διέπουν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Στο ενδεχόμενο επίλυσης του Κυπριακού λοιπόν, τι θα συμβεί με την ΚΔ; Υπάρχουν μια σειρά από παραμέτροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη ούτως ώστε να τεκμηριωθεί η νομική συνέχεια ενός κράτους, που με την απόδειξη της συνέχειας του, εφόσον άλλαξε συνταγματική δομή, να παραπέμπει στην μετεξέλιξη του.

Το Βέλγιο, για παράδειγμα, που από ενιαίο κράτος έγινε ομοσπονδιακό δεν έχει πάψει ποτέ να υφίσταται ως κράτος γιατί απλούστατα δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ η κρατική του υπόσταση. Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση σε ό,τι αφορά την περίπτωση του Βελγίου, είναι ότι η πρόσφατη πολιτική κρίση, που ξέσπασε μεταξύ των δύο μεγαλύτερων εκ των τριών κοινοτήτων, η οποία είχε αποσχιστικά χαρακτηριστικά, δεν εντάθηκε ένεκα και της ενοποιητικής δυναμικής που παρέχει το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και η ιδιότητα της χώρας ως κράτους - μέλους της ΕΕ.

Εν ολίγοις, σε κάθε ανάλογη, με της Κύπρου, περίπτωση αυτά που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ως απόδειξη συνέχισης ή όχι της της ΚΔ είναι η παρουσία και το καθεστώς συμμετοχής της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς και διακρατικές συνθήκες.

Κατά πρώτον, η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας διασφαλίζεται από το κατά πόσον θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε ισχύ οι εκατοντάδες διεθνείς συνθήκες τις οποίες η ΚΔ έχει συνάψει ή είναι μέρος τους. Είναι δεδομένο πως μια ενδεχόμενη συμφωνία θα διασφαλίζει ότι δεν πρόκειται να ακυρωθούν οι υφιστάμενες διεθνείς συμβάσεις που υπέγραψε η ΚΔ ούτε και θα απαιτηθεί εκ νέου κύρωση τους. Ως τέτοια θεωρείται η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η ΚΔ δεν θα κληθεί να επικυρώσει ξανά αλλά η συμμετοχή της σε αυτήν θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Μάλιστα, βάση αυτής, η ΚΔ θα αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, από το Νοέμβριο του 2016 μέχρι το Μάιο 2017, χωρίς να υπάρχουν οι οποιεσδήποτε ενδείξεις για οποιαδήποτε αλλαγή επ’ αυτού του ζητήματος. Η δεύτερη παράμετρος αφορά την συμμετοχή της ΚΔ σε διεθνείς οργανισμούς. Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πλήρες κράτος μέλος στον ΟΗΕ και στην ΕΕ, καθεστώς το οποίο θα συνεχίσει να υφίσταται και μετά τη λύση, την οχυρώνει τόσο νομικά, όσο και γεωπολιτικά έναντι κάθε ενδεχόμενου αποαναγνώρισης της.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο 10 της ΕΕ, σε ολόκληρη η επικράτεια της η ΚΔ είναι de jure (εκ του νόμου) μέλος της ΕΕ με de facto (εκ των πραγμάτων) αναστολή του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, στα κατεχόμενα, μέχρις ότου λυθεί το Κυπριακό. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το εν λόγω Πρωτόκολλο δεν θα πάψει να υφίσταται ούτε πρόκειται να υπάρξει νέο, και κατά συνέπεια οι όροι με τους οποίους η ΚΔ εισήχθη στην ΕΕ δεν πρόκειται να αλλάξουν. Κατά παρόμοιο τρόπο, δε θα αλλάξει ούτε το καθεστώς συμμετοχής της ΚΔ ως πλήρες κράτος-μέλος του ΟΗΕ.

Η ελπίδα

Οι κάθοδος διεθνών παραγόντων στη Κύπρο το τελευταίο διάστημα, ένεκα και της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στις γειτονικές περιοχές αναδεικνύει μια ελπιδοφόρα πραγματικότητα. Η Κύπρος πρέπει και μπορεί να αποτελέσει ένα κράτος σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή, γεγονός που όχι μόνο θα ωφελήσει το λαό της, αλλά θα δημιουργήσει παράλληλα και επιπλέον κίνητρα για τη διεθνή κοινότητα να διαφυλάξει την κρατική μας υπόσταση και ακεραιότητα.

Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα, το ενδεχόμενο αποαναγνώρισης της κρατικής μας οντότητας σε μια απρόβλεπτη κατάσταση , όπως κινδυνολογούν πολιτικοί του Κεντρώου Χώρου, είναι δύσκολο έως αδύνατο να στηριχθεί επιστημονικά αφού εδράζεται κυρίως σε αοριστολογίες. Έχοντας ταυτόχρονα και τη διαχρονική τους στάση όσον αφορά το Κυπριακό πρόβλημα, μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι βρισκόμαστε μπροστά από ένα άλλο ερασιτεχνικό κατασκεύασμα πολιτικαντισμού το οποίο στην προκειμένη αποσκοπεί στην σύγχυση και τον εκφοβισμό του Κυπριακού λαού. Ενόψει των παραπάνω προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του κ. Παπαδόπουλου είναι άνευ αντικρίσματος.

Ένα ερώτημα

Εάν και εφόσον τα πιο πάνω μας διαφωτίζουν σε σημαντικό βαθμό ότι διασφαλίζεται η συνέχιση της ΚΔ, μπορεί ο κ. Παπαδόπουλος να γίνει πιο σαφής ως προς το ποιος ακριβώς είναι η κίνδυνος διάλυσης της; Μήπως παραβλέπει ότι το νομικό πλαίσιο στην προκειμένη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί φορμαλιστικά και νομικίστικα για να ικανοποιήσει την ρητορεία του;

Κατά συνέπεια, δεν θα έπρεπε ως έμπειρος δικηγόρος και πολιτικός να γνωρίζει ή να ερευνά κατά πόσον το υπάρχον νομικό πλαίσιο του διεθνούς δικαίου μας παρέχει επαρκή ασφάλεια ως προς τη συνέχιση της ΚΔ; Εκτός και αν για τις ανάγκες κατανόησης της στάσης του θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κανένα νομικό πλαίσιο δεν μπορεί να κάνει τους πολιτικούς και τους πολίτες ενός κράτους να επενδύσουν σε ένα κοινό μέλλον εάν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση.

Ακόμα περισσότερο, ότι κανένα νομικό πλαίσιο δεν μπορεί να εμποδίσει ανεγκέφαλους να υποσκάψουν την κρατική μας οντότητα όπως, η πρόσφατη ιστορία μας διδάσκει.

Εν κατακλείδι, όσοι έχουν επενδύσει ολόκληρη την πολιτική τους καριέρα στη διαχείριση και όχι την επίλυση του Κυπριακού δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν τα αυτονόητα. Όπως λέει και η λαϊκή σοφία, τους δείχνεις το φεγγάρι και εκείνοι βλέπουν το δάκτυλό σου.


Γράφουν οι Κρίτωνας Διονυσίου και Νεοκλής Νεοκλέους

Εδώ σας θέλω κάβουρες

Είναι λίγες μέρες τώρα που γυροφέρνουν σκέψεις στο μυαλό μου τι να γράψω. Ήρθε το κακό μαντάτο με τη βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα. Σάλεψα. «Τι να γράφω τώρα για το Κυπριακό;». Και όμως, να που μέσα από ακόμη και τον ίδιο το θάνατο το διαολεμένο υπάρχει η δυνατότητα να απομυζήσεις και κάτι θετικό. Σε πρόσφατή μου περιδιάβαση στο Facebook, πέφτει το μάτι μου στη συλλυπητήρια ανάρτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τα θύματα και το Τούρκικο λαό. Τεράστιας σημασίας πράξη από τον κύριο Αναστασιάδη. Συμπορευόμενοι με τον Πρόεδρο πολλοί συμπατριώτες μας Ελληνοκύπριοι, καταδεικνύοντας τα σημεία των καιρών. Και έχουν αλλάξει, το έχω ξαναπεί και είναι ηλίου φαεινότερο. Κρίνοντας το ιδεολογικό παρελθόν πολλών συμπατριωτών μας σε σχέση με τις θέσεις τους σήμερα, έχω περιέλθει σε ένα συμπέρασμα το οποίο ομολογώ ότι μου είχε επιδείξει πρόσφατα ένας αξιόλογος συνομιλητής. Ίσως να έπρεπε να το καταλάβω ιδίοις όμμασι για να το αντιληφθώ πραγματικά.

Είναι λοιπόν πραγματικά αξιοθαύμαστο το πως οι λαοί μέσα από τις πράξεις τους και τα συναισθήματά τους μπορούν να προκαλέσουν τέτοια αλλαγή στην πολιτική ατμόσφαιρα που να επιβάλλει στους ηγέτες να ακολουθήσουν ευλαβικά. Αυτό μου δίνει τεράστια ελπίδα. Ελπίδα ότι η λύση θα είναι όντως η επιθυμητή. Ότι δεν θα επιβληθεί στο λαό από τα υψηλά κέντρα αποφάσεων αλλά το αντίθετο. Εμείς, ο λαός της Κύπρου, αποφασίζουμε τώρα. Ο λαός πρέπει να καθοδηγήσει αυτούς που αναγορεύει με τη ψήφο του ως ηγέτες του. Και αυτό κάνει ο Κυπριακός λαός τώρα. Έχουμε βαρεθεί τα μίση, τα πάθη, τις διενέξεις. Τυφλωθήκαμε. Δε μπορούμε πλέον να δούμε αυτά που μας χωρίζουν. Δεν υπάρχουν. Γιατί είμαστε ένα. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πανέμορφη ομιλία του Τάκη Χάτζηδημητρίου στην αναγόρευση του ως Ευρωπαίου Πολίτη της χρονιάς μαζί με τον Αλί Τουντζάι:

«Ύστερα από χρόνια αλλεπάλληλων κύκλων συνομιλιών γύρω από πολιτικά, οικονομικά και συνταγματικά ζητήματα, η ΕΚ και ΤΚ ηγεσία είδαν την ανάγκη να περιλάβουν μέσα στα πλαίσια των συνομιλιών και τον πολιτισμό. Είναι τότε το 2008 που αποφασίστηκε η ίδρυση της Τεχνικής Επιτροπής Πολιτιστικής Κληρονομιάς (ΤΕ). Οι όροι εντολής που την συνόδευσαν ήταν μεγαλόπνοοι και αποσκοπούσαν σε μια συνολική αναθεώρηση. Όχι πια δύο διαφορετικές και συγκρουόμενες προσεγγίσεις για την πολιτιστική κληρονομιά, αλλά μία και ενιαία και που ν’ αποσκοπεί στον αμοιβαίο σεβασμό και αλληλοκατανόηση. Η ΤΕ από την πρώτη της συνεδρίαση μετακίνησε το θέμα της πολιτιστικής κληρονομιάς από το επίπεδο της σύγκρουσης σε αυτό της συνεργασίας και της επιδίωξης κοινών στόχων.»

Εδώ επίκειται και η ουσία του σημειώματός μου προς τους δύο ηγέτες της Κύπρου. Γιατί έτσι είναι. Η «Τ.Δ.Β.Κ.» δεν είναι κράτος ούτε από πλευράς αναγνώρισης ούτε και θεσμικά, ούτε λειτουργικά ή έμπρακτα σε αντίθεση με την διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Μουσταφά Ακκιντζί επί πρακτέου ηγείται μίας κοινωνίας ατόμων, της έταιρης κοινότητας της Κύπρου, και μαζί με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη αποτελούν τους δύο ηγέτες του νησιού. Εδώ έγκειται το εξής παράδοξο κατά τη γνώμη μου: ενώ ακόμα και σε αυτό το κύμα συναίνεσης, αισιοδοξίας και κοινού στόχου, ο κάθε ηγέτης ξεχωριστά συγκεντρώνει τις ανησυχίες του αποκλειστικά στη δική του κοινότητα. Γίνεται λόγος, κυρίως από την πλευρά μας, για ‘έντιμο’ ή ‘οδυνηρό’ συμβιβασμό. Η απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που έδωσε ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στον Άντρο Κυπριανού στα πλαίσια συζήτησης του Κυπριακού στο Ευρωκοινοβούλιο μόλις τον περασμένο μήνα: «δεν γνωρίζω καμία ειρήνη που δεν είναι έντιμη». Εν αγνοία του όμως έχει τόσο δίκαιο. Γιατί, οι δύο ηγέτες της Κύπρου, που γεωγραφικά παραμένει ένα νησί με ένα πληθυσμό, δε θα μιλούσαν για έντιμο συμβιβασμό, αλλά απλώς, για ειρήνη.

Καλώ λοιπόν τους δύο ηγέτες στην εξής λογική: η πορεία του Κυπριακού έχει πάρει πλέον μια διαδρομή χωρίς γυρισμό. Αυτόν την συμφωνίας και του επικείμενου διπλού δημοψηφίσματος. Είναι προφανές ότι χρειάζεται ένα ισχυρό ΝΑΙ και από τις δύο κοινότητες ούτως ώστε να μπορέσει να εφαρμοστεί η όποια συμφωνία χωρίς να μπορεί να αμφισβητηθεί. Άρα, η εν λόγω πιθανή συμφωνία πρέπει, επίσης προφανέστατα, να ικανοποιεί τις ανησυχίες και των δύο κοινοτήτων. Που και πάλι είναι πασιφανές ότι αυτές θα πηγάζουν από την κοινή θέληση για τη θέσπιση μιας συμφωνίας που να διασφαλίζει την ενότητα, την ειρήνη και την ασφάλεια σε βάθος χρόνου.

Κατά τον γράφοντα η κοινή θέληση λοιπόν, πρέπει να μεταφραστεί ως παράγωγο αναγνώρισης της Κύπρου ως πατρίδας όλων των παιδιών της. Ως παράγωγο ενός αδιαίρετου Κυπριακού λαού. Και ως οι δύο ηγέτες αυτού του λαού πρέπει να δρούν στις διαπραγματεύσεις οι δύο κορυφαίοι πολιτευτές της Κύπρου. Ας βρουν τα ενοποιητικά στοιχεία και τον κοινό δρόμο. Ας καθίσουν μαζί στο τραπέζι οι δύο κύριοι και όχι απέναντι. Ο κάθε ηγέτης σαφώς και αναγνωρίζει τις ανησυχίες της πλευράς του και προχωρά σε κάθε συνάντηση με γνώμονα αυτό. Για αλλαγή όμως, ας γίνει το αντίθετο. Ας εισέρχονται οι δύο ηγέτες στις διαπραγματεύσεις έχοντας κατά νου πρώτα τις ανησυχίες της άλλης πλευράς. Η ενσυναίσθηση και η αλληλεγγύη να αποτελέσει το εργαλείο που θα ωφελήσει τον Κυπριακό λαό στην ολότητά του, ούτως ώστε να βρεθεί η τομή όπου να αντανακλά το κοινό όραμα, τα κοινά συμφέροντα και το κοινό μέλλον. Και όπως δήλωσε πρόσφατα ο Νίκος Αναστασιάδης, άμα υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση, και διορατικότητα προσθέτω εγώ, η συμφωνία που να διασφαλίζει όσα προβληματίζουν τον λαό της Κύπρου είναι θέμα (ελαχίστου) χρόνου. Οψομεθά.

Περί αναγνώρισης ο λόγος

Έχω προσέξει ανάμεσα στις τάξεις των συμπολιτών μας μια τάση φόβου ως προς τη μορφή των συνομιλιών. Λογικό το βρίσκω. Υπάρχει μια μερίδα πολιτικών που από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και εντεύθεν έχουν αναπτύξει μια ρητορική που σε κάθε στροφή που παίρνει η πορεία του Κυπριακού εκφοβίζουν τον λαό για δήθεν κινδύνους αναγνώρισης του ψευδοκράτους. Τέτοιο παράδειγμα είναι οι αντιδράσεις που προέκυψαν από την δήλωση του Νεοκλή Συλικιώτη ότι «αυτό που προσθέτουμε εμείς ως καινούργιο είναι ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί και ένα ταμείο που, εάν υπάρχουν έσοδα πριν από τη λύση, το μέρος που αναλογεί στους Τουρκοκύπριους να καταβληθεί εκεί». Αν και ετεροχρονισμένα, το θεωρώ άκρως επίκαιρο και εξαιρετική ‘πάσα’ για μια νομική ανάλυση για τη φοβία οποιασδήποτε τριβής με τους Τ/κ.

α) Το διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει την απόσχιση. Αν και υπάρχουν περιπτώσεις απόσχισης (βλέπε πρώην Γιούγκοσλαβία) αυτές έγιναν κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή μετά από εθνοκαθάρσεις. Η Επιτροπή Μπάτιντερ όταν αποφάσιζε τότε, τόνισε πως έστω και αν δεν αναγράφεται πουθενά στο διεθνές δίκαιο συγκεκριμένη απαγόρευση για αποσχίσεις. Περαιτέρω συμπεράσματα που εξήγαγε η Επιτροπή συμπεριλαμβάνουν το ότι το διεθνές δίκαιο προτιμά να αποφεύγει την αποδοχή αποσχίσεων ως νόμιμες λόγω του κινδύνου που υπάρχει να δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο. Δημιουργόντας ένα τέτοιο προηγούμενο, σοφά οι εμπειρογνώμονες εν προκειμένω διέγνωσαν πως θα ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου όσον αφορά την νομική υπόσταση της κρατικής κυριαρχίας. Θα καθίστατο νομοτελής η απόσχιση οντότητων από νόμιμα κράτη και άρα θα αποτελούσε βαθιά πληγή στην έννοια της κρατικής υπόστασης. Είναι ενδεικτικό ότι μέχρι και σήμερα τα πιο πάνω ισχύουν και το διεθνές δίκαιο εξακολουθεί να αγνοεί την απόσχιση ως νομοτελή πράξη. Εν τέλη, μια τέτοια εξέλιξη θα ισούτω με την αποδυνάμωση της κρατικής κυριαρχίας, θέμα το οποίο θα δούμε σε μελλοντικά σημειώματα.

β) Για να φτάσει μια οντότητα έστω και κοντά σε αναγνώριση πρέπει να πληρεί κάποια κριτήρια όπως καθορίστηκε και εξακολουθεί να ακολουθείται από τη Σύμβαση του Μοντεβιδέο 1933. Αυτα τα κριτήρια αποτελούν ο μόνιμος πλυθησμός, καθορισμένα εδάφη, λειτουργική κυβέρνηση και τη δυνατότητα σύναψης διπλωματικών σχέσεων. Το ψευδοκράτος όπως καταλάβατε δεν πληρεί αυτά τα κριτήρια καθώς κατά πρώτο δεν έχει τη δυνατότητα να συνάψει διπλωματικές σχέσεις αν και ο όποιος κρατικός μηχανισμός που διαθέτει σίγουρα έχει τα εχέγγυα να το κάνει, η έλλειψη αναγνώρισης όμως το αποτρέπει αυτό. Κατά δεύτερο, το εθιμοτυπικό (customary) διεθνές δίκαιο υπαγορεύει ότι η ύπαρξη κυβέρνησης προϋποθέτει την ανεξαρτησία και λειτουργικότητα αυτής. Βάση των δύο θεωρίων περί δημιουργίας και αναγνώρισης κρατών το ψευδοκράτος δεν μπορεί να υπάρξει επ' ουδενί λόγο στην παρούσα του μορφή. Η μία θεωρία (declaratory theory) τονίζει πως μια οντότητα είναι κράτος μόνο όταν πληρεί τα πιο πάνω κριτήρια, απλά και λιτά. Η άλλη θεωρία (constitutive theory) τονίζει πως ανεξαρτήτου κριτηρίων, μια οντότητα θεωρείτε κράτος όταν τυγχάνει ολικής αναγνώρισης από την διεθνή κοινότητα, δηλαδή τα υπόλοιπα κράτη, διότη μόνο τότε μπορεί να θεωρηθεί ενεργό υποκείμενο του διεθνούς δικαίου. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το ψευδοκράτος ούτε αναγνωρίζεται, ούτε μπορεί, ενώ ούτε και πληρεί τα κριτηρία κρατικής οντότητας στα πλαίσια του διαθνούς δικαίου.

γ) Ο λόγος για τον οποίο το ψευδοκράτος ή απόσχιση αυτού από την Κυπριακή Δημοκρατία δεν αναγνωρίζεται και δεν πρόκειται να αναγνωριστεί από την διεθνή κοινότητα παρά μόνο αν η ε/κ πλευρά δώσει αυτό το δικαίωμα, είναι το λεγόμενο jus cogens. Ο λατινικός αυτός όρος τονίζει ότι υπάρχουν κανόνες του διεθνούς δικαίου οι οποίοι έχουν την μορφή ανωτέρου νόμου, όπως το συνταγματικό δίκαιο επισκιάζει όλα τα άλλα παρακλάδια του νόμου εντός μια εθνικής επικράτειας. Είναι δεδομένο ότι η χρήση βίας από κράτος σε κράτος απαγορεύεται ρητά απο τό διεθνές δίκαιο (άρθρο 2(4) του Καταστατικού Χάρτη ΟΗΕ), με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις (άρθρο 51 πχ). Οι όποιες εξαιρέσεις δεν συγκαταλέγονται στο δικαιολογητικό της Τουρκίας (βλ. δημοσιεύσεις από το Ινστιτούτο Εξωτερικής Πολιτικής της Άγκυρας) για την εισβολή του 1974 ενώ ούτε κατάφερε η Τούρκικη προπαγάνδα να πείσει για τη νομιμότητα της εισβολής. Συνεπάγεται τότε, ότι η αναγνώριση ή απόσχιση του ψευδοκράτους από την Κυπριακή Δημοκρατία θα αποτελούσε και αναγνώριση ότι η Τουρκία παραβίασε ένα από τα κυριότερα jus cogens που διέπουν το διεθνές δίκαιο. Εξού και το γεγονός ότι δεν αναγνωρίσθει ποτέ το ψευδοκράτος για λόγους που δεν είναι του παρόντως σημειώματος εκτός και αν το διεθνές δίκαιο, με τη ρευστότητα που το διακατέχει, αλλάξει άρδην. Η αναγνώριση του ψευδοκράτους από την διεθνή κοινότητα θα έχει δύο πτυχές υπό τα πιο πάνω δεδομένα. Κατά πρώτον, η αναγνώριση ως νομοτελούς μιας οντότητας της οποίας η ύπαρξη είναι αποτέλεσμα έκνομης βίας από τρίτο κράτος εγκαθιδρύει ένα επικίνδυνο νομικό προηγούμενο το οποίο αμφιβάλλω αν οι μεγάλοι παίχτες της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας είναι διατεθημένοι να υπερασπιστούν ανάλογα. Κατά δεύτερο, μια τέτοια αναγνώριση προϋποθέτει την καταστρατήγηση του διεθνούς δικαίου. Αυτόματα, αυτό θα σήμαινε ότι η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να πείσει, πρώτα τον εαυτό της, ότι η ανά τις δεκαετίες στάση απόρριψης της οποιασδήποτε νομιμότητας της Τουρκικής εισβολής από τότε μέχρι σήμερα ήταν λανθασμένη. Μπορεί λοιπόν το διεθνές δίκαιο να είναι κάτι το ρευστό, εντούτοις, σε θέματα που άπτονται τόσο αυστηρής επιτήρησης όπως είναι η χρήση βίας, περιέχει της κατάλληλες δικλείδες που αποτρέπουν αυτή τη ρευστότητα από το να τύχει τέτοιου βαθμού εκμετάλλευσης..

δ) Βάση των πιο πάνω, πράξεις ή προτάσεις όπως αυτές του Συλικιώτη δεν μπορούν να αποτελέσουν αφορμή αναγνώρισης του ψευδοκράτους ούτε αλλάζουν το status quo. Ειδικά όσον αφορά του τι εστί δύο κοινότητες στην Κύπρο. Τονίζω το πιο πάνω, καθώς ακολουθεί τα τεκταινόμενα από το 1960, που αναγνώριζαν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελείτε από δύο κοινότητες. Έτσι, από τη στιγμή που η διεθνής κοινότητα και το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζουν ότι αυτή αποτελεί το μοναδικό νόμιμο κράτος του νησιού πρέπει και να δρα και ως τέτοιο και η πρόταση Συλικιώτη απλώς κινήθηκε σε αυτά τα πλαίσια. Από τη στιγμή δε, που και η Τ/κ κοινότητα συνείσφερε ένα μερίδιο χρυσού για τη δημιουργία αποθέματος, σαν κοινότητα έχουν κάθε δικαίωμα μεριδίου από το ΦΑ. Το ότι η ε/κ πλευρά με δική της πρωτοβουλία ίσως διαχειριστεί και διαφυλάξει το μερίδιο που αναλογεί στην Τ/κ κοινότητα δείχνει περίτρανα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι και έμπρακτα ο νόμιμος και μοναδικός αντιπρόσωπος των ε/κ και τ/κ, δρώντας και αποφασίζοντας ανεξάρτητα για το καλό όλων των νόμιμων πολιτών του νόμιμου κράτους της νήσου όντας καθαρά τέτοιο.

Προτάσεις σαν αυτή του Συλικιώτη αποδυναμώνουν την προσπάθεια της Τουρκίας να αποδείξει ότι ενεργά σαν προστάτης της νόμιμης Τ/κ κοινότητας και κατ’ ουδένα λόγο δεν προμηνύει κινδύνους αναγνώρισης του ψευδοκράτους. Αυτό διαφαίνεται μέχρις ενός σημείου και στα λόγια του Μουσταφά Ακκιντζί όπου αποποιείται της σχέσης ‘μανας και κόρης’ μεταξύ Τουρκίας και Τ/κ, αποστασιοποιώντας τη θέση του από την ρητορική που ακολουθείται ιστορικά από τους προκάτοχούς του.

Όποταν φίλοι μου, παρά να βλέπουμε παντού εχθρούς που θέλουν να μας κατασπαράξουν, ας αναλογιστούμε και λίγο τις δικές μας ευθήνες. Ας ενημερωθούμε σωστά ακόμα και σε αυτά τα βαρετά, νομικά στοιχεία που άπτονται του Κυπριακού ζητήματος και τις προσπάθειες επίλυσης του. Άλλωστε οφείλουμε να το πράττουμε ως ενεργοί και υπεύθυνοι πολίτες και έτσι, ίσως αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Νεοκλής Νεοκλέους διεθνολόγος

Ήγγικεν η ώρα;

Ζούμε σε διαφορετικές εποχές. Το νιώθεις στον αέρα που αναπνέεις. Μέσα στο νέφος της κατήφειας που επέφερε η οικονομική κρίση πνέει ένας νέος άνεμος αισιοδοξίας που δε μπορεί να μη σε παρασύρει στο διάβα του. Η εκλογή Μουσταφά Ακκιντζί είναι η γενεσιουργός αιτία. Η φρεσκάδα που διακρινει το λόγο του σε σύγκριση με ό, τι είδαμε προηγουμένως από τους ηγέτες των τ/κ είναι κάτι περισσότερο από ολοφάνερη. Ο Μουσταφά Ακκιντζί διαθέτει, ως ο συνομιλητής μας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ακόμα ένα προσόν: η ρητορική του παραμένει η ίδια με πριν την εκλογή του, χωρίς ουσιώδεις αποκλείσεις. Κύπριος πάν’ απ’ όλα, ειλικρινείς ως προς τις προθέσεις του για τη λύση. Δε μπορείς να μην το δείς. Είναι ίσως η πρώτη φορά από την γένεση του Κυπριακού προβλήματος, που δύο ηγέτες βρίσκονται στο ίδιο τραπέζι με τον ίδιο ακριβώς σκοπό: τη λύση που θα επανενώσει το νησί μας, μια λύση που να διέπετε από αισθήματα αλλυλεγγύης, ενσυναίσθησης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Χάθηκαν ήδη υπερβολικά πολλές ζωές για το Κυπριακό, πολλοί αθώοι για να καπαρτίζουν μέσα στα γραφεία τους οι πολιτικάντηδες και οι τραπεζίτες. Αρκετό μίσος και αρκετό αίμα χύθηκε για τα συμφέροντα άλλων. Ας βρούμε επιτέλους τον τρόπο να χτίσουμε έστω και πάνω σε μια κακή λύση (που δεν θέλω, δεν επικρότώ και απεύχομαι με όλη τη δύναμη της ψυχής μου). Έχουμε όμως προσδιορίσει τί θα πεί κακή λύση; Γιατί χειρότερη από διαιώνιση του στατους κβο είτε με την υπογραφή μας είτε με την ρητορική της άρνησης, του ψεύδους και του προ πολλών ετών χαμένου ευκταίου, δύσκολα με πείθει κανείς ότι υπάρχει. Και αλήθεια, έχουμε πραγματικά προσδιορίσει τί θα πεί ευκταίο για τον μέσο Κύπριο, Ελληνόφωνα και μη;

Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τον δύσκολο αλλά εφικτό δρόμο. Ας βάλουμε πίσω μας το μίσος και ας δείξουμε την ανθρωπιά μας, ας αναδείξουμε τα θετικά που μας δίδαξε ο αθάνατος κλασσικός Ελληνικός πολιτισμός που τόσο καπιλευόμαστε χωρίς να τον τιμούμε στην πράξη παρά μόνο με πανιά και άδεια συνθήματα. Εγώ δε θέλω να μεγαλώσω τα παιδιά μου σ’ αυτή την Κύπρο. Στην Κύπρο του διαχωρισμού, της μισσαλοδοξίας και της ματαιοδοξίας, την Κύπρο της διαίρεσης, του μίσους και των παθών. Ας κάνουμε την στάχτη πηλό για να ξαναχτίσουμε ένα μέλλον που αξίζει στην Κύπρο μας και στα παιδία της. Σ’ αυτά που γέννησε και αυτά που θα γεννήσει κυρίως. Σ’ αυτά που μιλούν Ελληνικά, σ’αυτά που μιλούν Τούρκικα. Όπως κάναμε το 74 που από τα αντίσκηνα βρεθήκαμε στις οκέλλες, τα εξοχικά και τα Παρίσια. Καιρός να αδειάσουμε τους πνεύμονές μας από το διοξείδιο και ας τα τους γεμίσουμε επιτέλους μ’ οξυγώνο.

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι