Γιώργος Ιορδάνου
Γιώργος Ιορδάνου

Γιώργος Ιορδάνου

Κυπριακό για γερά νεύρα. Του Γιώργου Ιορδάνους

 

Οι επόμενοι μήνες απαιτούν υπομονή, πολιτική διαύγεια και κριτική διάθεση. Πρέπει να αποφύγουμε από τη μια το στείρο απορριπτισμό και από την άλλη την παραχώρηση λευκής επιταγής στους συνομιλητές της πλευράς μας.

Παρόλα αυτά, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι ο Νίκος Αναστασιάδης διαπραγματεύεται εκ μέρους όλων μας. Ιδεολογικοί αντίπαλοι και μη οφείλουμε να κάνουμε υπομονή και να αξιολογήσουμε την κατάληξη της προσπάθειάς του. Η υπονόμευση της διαδικασίας δε βοηθά κανένα, αντιθέτως μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στη διχοτόμηση ως συνέπεια της διαιώνισης της υφιστάμενης κατάστασης που κάθε άλλο παρά παγιωμένη είναι.

Πολλά ακούγονται ήδη. Από τη μια οι οπαδοί του συρματοπλέγματος, των οποίων οι πολιτικές καριέρες εξαρτώνται από το κυπριακό, ξεκίνησαν καμπάνια απόρριψης του όποιου σχεδίου. Από την άλλη οι χειροκροτητές του προεδρικού περιμένουν να αποδεχθούμε πανηγυρικά ότι έρθει, έτοιμοι να στολίσουν με επίθετα τους διαφωνούντες.

Ούτε λευκή επιταγή, ούτε χειροκροτήματα, ούτε εκ προοιμίου απόρριψη της κάθε πιθανής λύσης. Φιλτράρισμα της πληροφορίας που θα ρέει, κριτική σκέψη και εποικοδομητική διάθεση.

Προκαλεί όμως εύλογη απορία πως γίνεται, ενώ θεωρητικά οδηγούμαστε σε λύση, η κυβέρνηση να αμελεί να προετοιμάσει τους πολίτες για το επικείμενο σχέδιο λύσης. Η κυβέρνηση φαίνεται να διστάζει να εμπλακεί δυναμικά στο δημόσιο διάλογο, αφήνοντας έτσι τη δημόσια σφαίρα στο έλεος πολιτικών με αλλότρια συμφέροντα. Του λόγου το αληθές οι πληρωμένες πολιτικές διαφημίσεις που έκαναν πρόσφατα την εμφάνιση τους, προδίδοντας την επιθυμία του πολιτικού που τις μίσθωσε να γίνει πρόεδρος μιας ελληνοκυπριακής δημοκρατίας.

Τι περιμένει δηλαδή ή κυβέρνηση; Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία θα έχουμε, ως πολίτες, μερικούς μήνες, στην καλύτερη, να αποφασίσουμε αν μπορούμε να ζήσουμε ή όχι με το ό,ποιο σχέδιο θα τεθεί προς δημοψήφισμα. Οι μήνες εκείνοι θα είναι χαοτικοί. Και ως γνωστόν, όπου κυριαρχεί το χάος πρυτανεύει το συναίσθημα εις βάρος της λογικής. Γι’ αυτό χρειάζεται προεργασία. Παραδόξως όμως αυτό διόλου φαίνεται να απασχολεί την κυβέρνηση.

Το χθεσινό κοινό ανακοινωθέν, ή όπως τελοσπάντων παρουσιάζεται το έγγραφο που δημοσιεύτηκε χθες, όπου οι δυο ηγέτες μας λένε ότι ακόμα βρίσκονται σε επίπεδο brainstorming στις πιο σημαντικές πτυχές του Κυπριακού παρόλο που αυτές εκκρεμούν εδώ και μισό αιώνα, αφήνει κάποιες ελπίδες. Ο τόνος του εγγράφου είναι τέτοιος που προσδίδει ότι έχει υπάρξει κάποια πρόοδος, αλλά όχι όση άφηνε να εννοηθεί μέχρι πρότινος το προεδρικό. Επίσης, φαίνεται ότι δε βρισκόμαστε προ αδιεξόδου, ότι υπάρχει καλή θέληση και ότι θα μάθουμε κάτι ουσιαστικό μετά τη συνάντηση της Νέας Υόρκης.

Καλή η όποια πρόοδος στις συνομιλίες, όμως παράλληλα απαιτείται η προετοιμασία του εδάφους, να τεθούν δηλαδή οι βάσεις για μια υγιή συζήτηση γύρω από τις πρόνοιες του επερχόμενου σχεδίου, αποφεύγοντας τη δημιουργία κλίματος φόβου και περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Αλλιώς πάμε για ακόμα ένα βατερλό που θα οφείλεται όχι απαραίτητα στην πολιτική μας κρίση, όχι δηλαδή στην πεποίθηση ότι το σχέδιο δεν είναι στα μέτρα μας ή ότι απαιτεί συμβιβασμούς που δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε, αλλά επειδή αφεθήκαμε ως πολίτες στο έλεος των καριεριστών του κυπριακού που πλέον μονοπωλούν το δημόσιο λόγο.

Σταθμισμένη ψήφος, είναι δημοκρατική;

Ένας από τους λόγους που πολλοί αντιτίθενται στη λύση βάση του μοντέλου Διζωνικής, Δικοινoτικής, Ομοσπονδίας, είναι ότι αυτή παραβιάζει την αρχή του “ένας άνθρωπος μια ψήφος” και ως εκ τούτου είναι αντιδημοκρατική.Το σύνηθες επιχείρημα είναι ότι η λύση ΔΔΟ εξισώνει τη μειοψηφία με την πλειοψηφία.
 
Ας δούμε τα δυο αυτά θέματα: την ουσία του αξιώματος “ένας άνθρωπος μια ψήφος” και τον ισχυρισμό ότι δίδοντας περισσότερο βάρος στη ψήφο μειονοτήτων καταργούμε τη δημοκρατία.
 
Σε ομόσπονδα κράτη, όπως και στα ενιαία, κάθε άνθρωπος έχει μια ψήφο. Χώρες που δεν παρέχουν δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πολίτες τους, δεν μπορούν να αποκαλούνται δημοκρατικές. Το ερώτημα είναι κατά πόσο όλες οι ψήφοι θα έχουν την ίδια βαρύτητα.
 
Για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η ψήφος των πολιτών έχει διαφορετική βαρύτητα αναλόγως του πληθυσμού της κάθε πολιτείας. Στις ΗΠΑ οι πολίτες ψηφίζουν αντιπροσώπους που με τη σειρά τους ψηφίζουν τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο. 
 
Για την εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου υπάρχουν 270 διαθέσιμες ψήφοι, οι οποίες κατανέμονται σε κάθε πολιτεία βάση του πληθυσμού της, με τις μικρότερες πολιτείες να παίρνουν περισσότερες ψήφους από αυτές που πληθυσμιακά τους αναλογούν. 
 
Η πολιτεία του Wyoming, για παράδειγμα, έχει περίπου 143,000 ψηφοφόρους και της αναλογούν 3 αντιπρόσωποι, σε αντίθεση με μεγαλύτερες πολιτείες, όπως η Νέα Υόρκη, η Φλώριδα και η Καλιφόρνια, όπου κάθε αντιπρόσωπος χρειάζεται περίπου 500,000 ψήφους για να εκλεγεί. 
 
Ο λόγος είναι απλός: αν όλες οι πολιτείες λάμβαναν την ίδια αναλογία πληθυσμού με ψήφους αντιπροσώπων, τότε οι μικρότερες πολιτείες, λόγω μεγέθους, θα έμεναν χωρίς ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση, έρμαιο στα συμφέροντα των μεγαλυτέρων πολιτειών που θα αποφάσιζαν γι’ αυτές.
 
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του οποίου ευνοείται και η Κύπρος. Αν οι θέσεις στο Ευρωκοινοβούλιο διαμοιράζονταν βάση πληθυσμού -- αν δηλαδή η ψήφος των Κυπρίων και των Γερμανών πολιτών είχαν την ίδια βαρύτητα -- τότε η Κύπρος ενδεχομένως να μην είχε θέση στο ευρωκοινοβούλιο. Το γεγονός ότι έχουμε έξι Κύπριους ευρωβουλευτές οφείλεται στην υιοθέτηση του συστήματος της φθίνουσας αναλογικότητας, όπου δίδεται επιπλέον βαρύτητα στην ψήφο των μικρότερων χωρών. Η ψήφος του καθενός μας έχει περισσότερη βαρύτητα από τη ψήφο του κάθε Γερμανού πολίτη. Ελλείψει αυτού, η Κύπρος δε θα είχε ουσιαστική εκπροσώπηση στο ευρωκοινοβούλιο. 
 
Είναι όμως η στάθμιση αυτή δημοκρατική; Εξαρτάται από τον ορισμό που προσδίδει ο καθένας στη δημοκρατία. Αν ακολουθήσουμε τη σύγχρονη αντίληψη η οποία είναι εναρμονισμένη με τις συνθήκες της εποχής μας, η δημοκρατία είναι αλληλένδετη με τα πολιτικά δικαιώματα. Ο λόγος που επιβάλλεται να υπάρχει η στάθμιση ψήφου στην Κύπρο, όπως και σε πολλές άλλες ομοσπονδίες αλλά και σε διεθνείς οργανισμούς, όπως την ΕΕ, είναι ότι χωρίς αυτή οι μειονότητες και οι μειοψηφούντες ομάδες δε θα είχαν πρόσβαση στα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τις πλειοψηφίες.
 
Χρειάζεται δηλαδή να ληφθούν κάποια επιπλέον μέτρα που θα ισχύουν αποκλειστικά για τις μειονότητες, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι τα μέλη μειοψηφούντων ομάδων απολαμβάνουν την ίδια πρόσβαση στην κουλτούρα τους όπως τα μέλη της δεσπόζουσας κοινωνικής ομάδας, τους οποίους η γλώσσα, τα ήθη, έθιμα και ιστορία λαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης.  
 
Ως εκ τούτου, το “ένας άνθρωπος μια ψήφος” θα μπορούσε να ελεγχθεί ως προς το βάθος της δημοκρατικότητας του,  καθώς αφήνει τις μειονότητες έρμαιο της πλειοψηφίας, όπου «οι πολλοί» αποφασίζουν για τους εαυτούς τους αλλά και για τις ζωές των άλλων.

Είναι η ΔΔΟ ρατσιστική;

Τα επιχειρήματα εναντίον της ΔΔΟ ως συνήθως αναπτύσσονται στα πλαίσια του αντιρατσισμού. Οι υπερασπιστές τους ισχυρίζονται ότι είναι ρατσιστικό να υπάρχουν εθνικοί διαχωρισμοί στις κρατικές δομές. Υποστηρίζουν ότι δεν νοείται εθνικές ομάδες να έχουν αποκλειστικά δικαιώματα με γνώμονα μόνο την εθνική τους ταυτότητα. Έχουν δε ιδιαίτερο πρόβλημα με τη διζωνικότητα, αφού ισχυρίζονται ότι με το να δίδονται εδαφικά δικαιώματα στις δυο κοινότητες, περιορίζονται οι ατομικές ελευθερίες των πολιτών.
 
Τα επιχειρήματα αυτά βασίζονται σε ελλειπείς και λανθασμένες πληροφορίες, καθώς παρανοούν τη φύση των εν λόγω εδαφικών δικαιωμάτων. Οι επικριτές της διζωνικότητας δεν αντιλαμβάνονται ότι η ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης των πολιτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, δεν περιορίζεται, καθώς όλοι οι Κύπριοι θα μπορούν να διακινηθούν και να ζήσουν ελεύθερα στις περιοχές που ελέγχονται από τη μια ή την άλλη εθνική ομάδα. Η μόνη διαφορά είναι ότι  θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης θα άπτονται των αρμοδιοτήτων της μιας ή της άλλης κοινότητας. 
 
Ας εξετάσουμε όμως τον ακρογονιαίο λίθο της αντίθεσης στη Διζωνική, Δικοινωτική, Ομοσπονδία: το επιχείρημα ότι είναι ρατσιστική.
 
Οι θιασώτες αυτής της άποψης παραθέτουν δυο επιχειρήματα εναντίον της ΔΔΟ, την οποία παρουσιάζουν ως ρατσιστική: (α) ότι ο Μαντέλα στον αντιρατσιστικό του αγώνα απέρριψε τις ζώνες καθώς θα διαχώριζαν ρατσιστικά τον πληθυσμό, και (β) ότι δεν νοείται εν έτει 2015 να παρέχουμε πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα βάση εθνικών ταυτοτήτων. Το πρώτο επιχείρημα συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις και ως εκ τούτου είναι λανθασμένο. Το δεύτερο είναι μεν πιο πειστικό, αλλά αγνοεί τις πραγματικότητες και παρουσιάζει μια μη-επιλογή ως την επιδιωκόμενη μορφή (μη-) λύσης. 
 
Ο Μαντέλα απέρριψε τον διαχωρισμό σε ζώνες. Ορθά έπραξε καθώς ήταν ρατσιστικός. Βασιζόταν σε φυλετικές διακρίσεις αποκλείοντας τους μαύρους από τις περιοχές των λευκών. Στην περίπτωση της Κύπρου δεν μιλάμε για τέτοιες παροχυμένες και βιολογικά-ορισμένες ταυτότητες όπως είναι η φυλή, και ως εκ τούτη η σύγκριση με τη Νότια Αφρική είναι άτοπη. Στην Κύπρο, σε αντίθεση με τις ζώνες της Ν. Αφρικής, θα υπάρχουν κοινά πολιτικά δικαιώματα διασφαλισμένα από το κοινό κράτος, και οι εξουσίες που θα έχει η κάθε κοινότητα στις ζώνες που θα ελέγχει, σε καμία περίπτωση δε θα καταπατούν τα ατομικά πολιτικά δικαιώματα των Κύπριων πολιτών. 
 
Η δεύτερη κριτική είναι πιο πειστική. Πως γίνεται εν έτει 2015 να διαχωρίζουμε τις εξουσίες του κράτους και την πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα με βάση τις εθνικές ταυτότητες; Είναι γεγονός ότι οι εθνικές ταυτότητες είναι παρωχημένες. Οι άνθρωποι πλέον έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών και έρχονται σε επαφή με ιδέες και άτομα έξω και πέραν από τον κύκλο της εθνικής τους ομάδας. Ποια είναι όμως η εναλλακτική που προτείνεται; Η εναλλακτική λύση, η οποία όμως είναι ανέφικτη και άρα δεν αποτελεί επιλογή, είναι να επιδιώξουμε ένα ενιαίο κράτος, όπου όλοι οι πολίτες θα ψηφίζουν από κοινού την πολιτική τους ηγεσία. Δηλαδή να επιστρέψουμε σε ένα κράτος παρόμοιο με εκείνο του 1960, το οποίο αφενώς απέτυχε και αφετέρου δεν υπάρχει περίπτωση να το στηρίξουν οι Τουρκοκύπριοι.
 
Οι φόβοι και οι ανησυχίες για το άγνωστο της μελλοντικής λύσης είναι λογικές και οφείλουν να συζητηθούν. Η κάθε συζήτηση όμως πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του τι ενδέχεται να γίνει αποδεχτό από τις δυο κοινότητες, έντιμα και ρεαλιστικά, χωρίς συγκεκαλυμμένες αντιρρήσεις και ανέλπιδους ευσεβοποθισμούς.

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι