Γιώργος Σταματίου
Γιώργος Σταματίου

Γιώργος Σταματίου

Η τουρκοϊσραηλινή προσέγγιση και το Κυπριακό. Του Γιώργου Σταματίου

Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να τονιστεί πως η τουρκοϊσραηλινή συμφωνία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.

Αντιθέτως ήταν αναμενόμενη, αφού σιγά σιγά φτιάχνεται το παζλ μιας ενεργειακής περιφερειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, το οποίο εδώ και καιρό βρίσκεται στα σκαριά.

Με την τουρκοϊσραηλινή προσέγγιση καταρρέει παράλληλα η λανθασμένη εκτίμηση ότι η Κύπρος, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Αίγυπτος, θα μπορούσαν να συνομολογήσουν μια συμμαχία εις βάρος των τουρκικών συμφερόντων με την ψευδαίσθηση ότι αυτή η συμμαχία θα μας οδηγήσει στην ιδανική λύση του κυπριακού που θα ήθελε η ελληνοκυπριακή κοινότητα, αγνοώντας μάλιστα τις ανησυχίες της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Η Τουρκία είναι μια μεγάλη δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου και δεν μπορεί να μείνει εκτός των γεωπολιτικών εξελίξεων και των συνεργασιών στην περιοχή. Εξάλλου η Τουρκία λόγω και της γεωπολιτικής της θέσης είναι η χώρα εκείνη που μπορεί να προσφέρει την απαραίτητη υποδομή για εξαγωγή του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου στην Ευρώπη. Παράλληλα είναι από μόνη της μια τεράστια αγορά για την πώληση του φυσικού αερίου της περιοχής.

Παρόλα αυτά η συμφωνία Ισραήλ – Τουρκίας μας δίνει μια ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τα «εμπλεκόμενα συμφέροντα» για να οδηγηθούμε σε σωστή λύση του κυπριακού στη βάση της δικοινοτικής ομοσπονδίας, η οποία θα απελευθερώσει το νησί και παράλληλα θα καθησυχάσει τις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων. Ο λόγος είναι απλός. 

Ο πιο εύκολος δρόμος μεταφοράς του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου προς την Τουρκία και από εκεί στην Ευρώπη, είναι η Κύπρος. Ουσιαστικά η Κυπριακή Δημοκρατία και η Κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του παζλ της περιφερειακής ενεργειακής συνεργασίας στην περιοχή. Τα «εμπλεκόμενα συμφέροντα» μπορούν να αξιοποιηθούν υπό την εξής μορφή: Λόγω του ότι η όποια συνεργασία Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου-Ελλάδας-Τουρκίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με λύση του κυπριακού, για πρώτη φορά συμφέρει στην Τουρκία να λυθεί το πρόβλημα. Παράλληλα συμφέρει και σε μας αφού θα απελευθερωθεί το νησί μας.

Η ανεύρεση των υδρογονανθράκων στην λεκάνη της Λεβαντίνης διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για σύγκλιση των συμφερόντων της Κύπρου με την Τουρκία. Το γεγονός αυτό δίνει στην Τουρκία την επιλογή να εξετάσει τη δυνατότητα μιας νέας πολιτικής περιφερειακής οικονομικής συνεργασίας με σημαντικές χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, οι οποίες έχουν ενεργειακά αποθέματα, σε αντίθεση με αυτήν. Οι συμφωνίες της Κυπριακής Δημοκρατίας με Ισραήλ, Αίγυπτο και Ελλάδα δίδουν στην Τουρκία δύο επιλογές. Είτε αυτό της σύγκρουσης με όλους, τη στιγμή που έχει ήδη ανοικτά μέτωπα στη Μέση Ανατολή, είτε της συνεργασίας με όλους. Με απλά λόγια η Τουρκία μπορεί να επιλέξει κατά πόσο θα ιεραρχήσει τις ενεργειακές της ανάγκες και τη γεωπολιτική της αναβάθμιση ως ενεργειακού κόμβου πιο πάνω από το να κατέχει παράνομα το 38% μια χώρας μέλους της ΕΕ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Τουρκία βγαίνει κερδισμένη και με τις δύο επιλογές. Η Κυπριακή Δημοκρατία όμως μόνο σε περίπτωση σωστής λύσης και ανατροπής της κατοχής.

Το ζητούμενο βέβαια είναι η σωστή λύση του κυπριακού στη βάση ενός εφικτού στόχου υπό τη μορφή της δικοινοτικής ομοσπονδίας, που θα λαμβάνει υπόψη βασικές αρχές και αξίες της ΕΕ αλλά και την πολιτική ισότητα και τις πραγματικότητες που δημιουργήθηκαν μετά από 42 χρόνια κατοχής και διαχωρισμού.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εύλογα θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς κατά πόσο μια συνεργασία με την Τουρκία μας καθιστά εξαρτώμενους σ’ αυτήν. Αυτό δεν μπορεί να ισχύει. Η ενεργειακή και οικονομική συνεργασία που θα δημιουργηθεί δεν θα είναι μόνο θέμα Κύπρου-Τουρκίας αλλά θα είναι μια ευρύτερη συνεργασία που θα περιλαμβάνει τόσο το Ισραήλ, όσο και την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Πιθανόν και άλλες χώρες της περιοχής. Στην εξίσωση θα προστεθούν οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες υδρογονανθράκων και η ΕΕ, η οποία ουσιαστικά θα διασφαλίζει την σταθερότητα της περιοχής, αφού θα επηρεάζεται και η ίδια. Η αλληλοεξάρτηση όλων υποχρεώνει όλους να ενεργούν μέσα σε πλαίσια ειρηνικής συνύπαρξης έτσι ώστε να διασφαλίζεται ένα ασφαλές περιβάλλον στην περιοχή προς όφελος των οικονομικών προοπτικών που δημιουργούνται. Η Τουρκία είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνη μέσα από αυτή τη συνεργασία και χωρίς τα τουρκικά στρατεύματα στην Κύπρο παρά χωρίς τη συνεργασία αυτή και με τα κατοχικά στρατεύματα μέσα στο σπίτι μας.

Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι καλούνται να αξιοποιήσουν τα «εμπλεκόμενα συμφέροντα» όχι για να πετύχουν την ιδανική λύση που ονειρεύεται η κάθε κοινότητα ξεχωριστά αλλά για να πετύχουμε μια λειτουργική και βιώσιμη λύση ομοσπονδίας που να παρέχει ασφάλεια σε όλους. Μόνο τότε θα βρεθεί και η Τουρκία κάτω από την πίεση μιας τέτοιας συμφωνίας και έχοντας υπόψη αυτά που μπορεί να κερδίσει και η ίδια, να συγκατανεύσει προς την επίτευξη μια σωστής λύσης του κυπριακού.

Έποικοι. Τι κερδίζουμε από τη λύση

Οι έποικοι και η πληθυσμιακή αναλογία των κοινοτήτων στο νησί είναι ίσως η πιο σημαντική πτυχή του κυπριακού - μετά την αποχώρηση του τουρκικού στρατού - που επηρεάζει αρνητικά σύνολο του κυπριακού λαού.

 

Η ανησυχία των Ελληνοκυπρίων αλλά και των Τουρκοκυπρίων βρίσκεται κυρίως στο βάσιμο και πολύ πιθανόν ενδεχόμενο οι έποικοι να αυξηθούν ραγδαία τα επόμενα χρόνια εάν δεν λυθεί σύντομα με σωστή λύση ομοσπονδίας το κυπριακό.

 

Σε περίπτωση μη λύσης και με δεδομένη τη διαρκή ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει διασφάλιση ελέγχου της ροής εποίκων.

 

Τα πράγματα μπαίνουν σε ένα άλλο πλαίσιο σε περίπτωση λύσης. Είναι σχεδόν από όλα τα ελληνοκυπριακά πολιτικά κόμματα αποδεκτό ότι για ανθρωπιστικούς λόγους θα παραμείνει σημαντικός αριθμός εποίκων. Αριθμός που δυστυχώς αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, για ευνόητους λόγους. Σημασία έχει ο αριθμός αυτός, προστιθέμενος με τους Τουρκοκύπριους, να μην είναι τόσο μεγάλος ώστε να αλλοιώνει τη διαχρονική αναλογία πληθυσμού Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στο νησί, δηλαδή το περίπου 80% - 20%.

 

Με λύση του κυπριακού ένας αριθμός εποίκων θα παραμείνει στο νησί αλλά δεν θα έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα θα μπει ένας έλεγχος εισροής πολιτών από Τουρκία και Ελλάδα στο νησί έτσι ώστε για κάθε τέσσερις Έλληνες να δικαιούται να έρθει για μόνιμη εγκατάσταση στο νησί ένας Τούρκος. Αναλογία 4:1, δηλαδή 80%-20%. Πρόκειται για μια παρέκκλιση από το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο που δεν αφορά τους Κυπρίους και παράλληλα τους προστατεύει. Η αναλογία αυτή επιτεύχθηκε στις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ και αποτελεί μια επιτυχία του τέως Προέδρου της ΚΔ. Η πρόνοια αυτή υπάρχει και στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατία. 

 

Ενδεικτικά και υπό μορφή υπερβολής, ακόμα κι αν έρθουν στην Κύπρο όλοι οι Ελλαδίτες, δηλαδή 10 εκατομμύρια, οι Τούρκοι που θα έχουν το δικαίωμα να έρθουν στο νησί δεν θα ξεπερνούν τα 2,5 εκατομμύρια. Αυτό βέβαια δεν πρόκειται να γίνει. Η σημασία αυτής της ρύθμισης είναι ότι αναγνωρίζεται επί της αρχής και διασφαλίζεται συνταγματικά η ιστορική δημογραφική σύνθεση του νησιού, παρά τα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία 41 χρόνια.

 

Σύμφωνα με τα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα στα κατεχόμενα, όπως έχουν τεθεί επίσημα στις συνομιλίες, την «ιδιότητα» του «πολίτη» του παράνομου κράτους έχουν περίπου 220 χιλιάδες Τ/Κ και Τούρκοι Έποικοι μαζί. Στην Κυπριακή Δημοκρατία υπάρχουν περίπου 800 χιλιάδες πολίτες, εξαιρουμένων των Τουρκοκυπρίων. Με απλά λόγια την επομένη της λύσης του κυπριακού θα έχουμε περίπου πληθυσμό 800 χιλιάδες Ε/Κ κι 220 Τ/Κ. Ακόμη κι αν στους Τ/Κ προστεθούν μερικές χιλιάδες, η αναλογία παραμένει πολύ κοντά στα ιστορικούς δημογραφικούς συσχετισμούς.

 

Συμπερασματικά, μη λύση του κυπριακού σημαίνει συνέχιση της ανεξέλεγκτης ροής εποίκων και τον κίνδυνο δημογραφικής αλλοίωσης της Κύπρου να παραμένει μια πραγματική απειλή και για τις δύο κοινότητες. Από την άλλη με λύση του κυπριακού παραμένουν κάποιοι έποικοι για ανθρωπιστικούς λόγους, δηλαδή έποικοι που παντρεύτηκαν Τ/Κ ή έκαναν εδώ και χρόνια οικογένεια στο νησί αλλά την ίδια στιγμή, κι αυτό είναι το σημαντικότερο ως προς το παρόν και το μέλλον, μπαίνει ένας φραγμός στην εισροή εποίκων και στη δημογραφική αλλοίωση της Κύπρου. Ένας φραγμός που η ίδια η ΕΕ έχει κάθε συμφέρον να επιτηρήσει και να διασφαλίσει.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής

Μέλος Ομάδας Κύπρος

Ενιαίο Κράτος ή Ομοσπονδία και γιατί

Ενιαίο Κράτος ή Ομοσπονδία; Δεν υπάρχει καν θέμα συζήτησης. Όλοι οι Ε/κ θα προτιμούσαμε Ενιαίο Κράτος. Το ερώτημα που μπαίνει επιτακτικά όμως είναι κατά πόσο η επίτευξη λύσης Ενιαίου Κράτους είναι εφικτή και με ποιο σχέδιο μπορούμε να την επιβάλουμε στους Τουρκοκύπριους και στην Τουρκία.

 

Η αλήθεια είναι ότι κανείς μέχρι σήμερα δεν εισηγήθηκε ένα εναλλακτικό σχέδιο για το πως μπορεί να επιτευχθεί. Το Ενιαίο Κράτος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ειρηνευτικής διαδικασίας διότι δεν το αποδέχεται η άλλη πλευρά. Ούτε μέσω νικηφόρου πολέμου εναντίον της Τουρκίας διότι κι αν ακόμα βρεθεί ένας μαγικός τρόπος να νικηθεί η Τουρκία, τίθεται ακόμα ένα θέμα. Πως θα επιβάλουμε τη δική μας ιδανική λύση στους Τ/κ; (Το αν μπορούμε να νικήσουμε την Τουρκία ή αν είναι λογικό να μπούμε σε ένα πόλεμο με χιλιάδες θύματα και πλήρη καταστροφή της Κύπρου το αφήνω στην κρίση του αναγνώστη).

 

Βέβαια δικαιολογημένα ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να διερωτηθεί πως γνωρίζουμε ότι οι Τ/κ απορρίπτουν το Ενιαίο Κράτος; Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς είτε με επαφές με Τ/κ διαφόρων τάσεων ή με μελέτη του πολιτικού σκηνικού στα κατεχόμενα ή με γνώση ερευνών της τ/κ κοινής γνώμης.

 

Σύμφωνα με έρευνες κοινής γνώμης, η πλειοψηφία των Τ/κ έχει τη δική της ιδανική λύση. Αυτή των δύο διεθνώς αναγνωρισμένων κρατών. Το Ενιαίο Κράτος που αποτελεί την ιδανική λύση για τους Ε/κ, για τη μεγάλη πλειοψηφία των Τ/κ είναι εντελώς απαράδεκτο.

 

Είναι επίσης ενδιαφέρον να μελετήσουμε το πολιτικό σκηνικό στα κατεχόμενα για να δούμε τι υποστηρίζουν τα Τ/κ κόμματα και ποια στήριξη έχουν από τους Τ/κ. Κανένα τουρκοκυπριακό κόμμα που συμμετέχει στη παράνομη βουλή των κατεχομένων δεν στηρίζει το Ενιαίο Κράτος. Ακόμα και τα πολύ μικρά «εξωκοινοβουλευτικά» προοδευτικά κόμματα που είναι πιο κοντά στις Ε/κ θέσεις, δεν στηρίζουν τη λύση του Ενιαίου Κράτους. Μάλιστα τα κόμματα αυτά όπως η «Ενωμένη Κύπρος» και η «Νέα Κύπρος» το 2004 στήριξαν το Σχέδιο Ανάν.

 

Το κυπριακό είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Και δικαιολογημένα το περιγράφουμε ως τέτοιο. Προοδευτικές δυνάμεις των Τ/κ επιθυμούν εξίσου με μας να λυθεί το κυπριακό για να απεξαρτηθούν από την Τουρκία αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θέλουν να τεθούν κάτω από τον έλεγχο των Ελληνοκυπρίων. Έχουν εξάλλου και εκείνοι τις δικές τους ανασφάλειες. Θεωρούν λοιπόν πως η Ομοσπονδία τους παρέχει τη δυνατότητα να προστατέψουν πιο αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι δεν μπορούμε να πετύχουμε μια λύση που να είναι και βιώσιμη αν αυτή δεν γίνεται αποδεκτή από αυτούς που θέλουμε να ζήσουμε μαζί τους.

 

Η μόνη λύση που μπορεί να γίνει αποδεκτή και από τις δύο πλευρές στα πλαίσια ενός συμβιβασμού είναι αυτή της Ομοσπονδίας, η οποία θα αποτελείται από δύο ομόσπονδες μονάδες υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας σε ένα ομοσπονδιακό, δικοινοτικό κράτος, όπως δικοινοτικό είναι και το σύνταγμα του 1960.

 

Χωρίς να σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδεχτούμε την οποιαδήποτε λύση, είναι σαφές ότι το δίλημμα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι Ενιαίο Κράτος ή Ομοσπονδία αλλά Ομοσπονδία ή Διχοτόμηση, de facto ή de jure.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής

Ομάδα Κύπρος

 

 

Εφ. Σημερινή και Πολίτης, 1/11/2015

Η μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας μύθοι και πραγματικότητες

Η μετεξέλιξη της ΚΔ ή όχι, σε περίπτωση λύσης, είναι ένα ζήτημα που αναδεικνύεται συχνά στο δημόσιο διάλογο. Είναι, λοιπόν, ενδιαφέρον να δούμε τι ισχύει και τι δεν ισχύει από αυτά που λέγονται.

 

Πρώτον θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δύο τρόποι να δημιουργηθεί ένα ομοσπονδιακό κράτος. Είτε με τη συνένωση κρατών όπως για παράδειγμα η Ομοσπονδία των ΗΠΑ, είτε με την αποκέντρωση και μετεξέλιξη ενός ενιαίου κράτους σε ομοσπονδιακό, όπως σχεδόν σε όλες τις σύγχρονες ομοσπονδίες, όπως για παράδειγμα το Βέλγιο.

 

Στην περίπτωση της Κύπρου ισχύει το δεύτερο για τον απλούστατο λόγο ότι υπάρχει μόνο ένα αναγνωρισμένο κράτος, η ΚΔ και παράλληλα το παράνομο κράτος στα κατεχόμενα δεν αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα. Η όποια τουρκική προσπάθεια για να ισχύει το πρώτο δεν μπορεί να σταθεί στο διεθνές δίκαιο και γίνεται κυρίως για λόγους γοήτρου παρά ουσίας.

 

Αν ίσχυε η δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους με συνένωση δύο κρατών, πράγματι θα υπήρχε ο κίνδυνος, έστω και απομακρυσμένος, της απόσχισης και αναγνώρισης ως κράτος της τουρκοκυπριακή ομόσπονδης περιφέρειας. Λέω απομακρυσμένος διότι το ίδιο το σύνταγμα της Ομοσπονδιακής ΚΔ θα απαγορεύει την απόσχιση. Αν όμως επιχειρηθεί παράνομα απόσχιση, τότε οι πιθανότητες αναγνώρισης κρατικής οντότητας σε αυτή την περίπτωση είναι υπαρκτές. Κάτι τέτοιο έγινε στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας. Εκεί για να δικαιολογηθεί μια πράγματι κραυγαλέα παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, η Επιτροπή Μπαντιντέρ (αρχές δεκαετίας 1990) αποφάσισε ότι επειδή η Γιουγκοσλαβία ήταν ομοσπονδιακό κράτος που δημιουργήθηκε ύστερα από συνένωση κρατών, έδινε το νομικό έρεισμα στις αποσχισθέντες ομόσπονδες περιφέρειες να αναγνωριστούν ως κράτη. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση της Κύπρου.

 

Η ΚΔ θα συνεχίσει να υπάρχει και για ακόμα ένα λόγο που έγινε ήδη αποδεχτός και από τα δύο μέρη. Η μετεξέλιξη της ΚΔ διασφαλίζεται και με τη συνέχεια της συμμετοχής του κράτους σε διεθνείς οργανισμούς διακρατικού χαρακτήρα (π.χ. ΟΗΕ, Ευρωπαϊκή Ένωση) καθώς και με τη συνέχιση των διεθνών συνθηκών που δεσμεύουν το κράτος. Με απλά λόγια η Ομοσπονδιακή ΚΔ, εφόσον δεν θα ξανακάνει αίτηση ούτε για να καταστεί μέλος του ΟΗΕ, ούτε για ένταξη στην ΕΕ, αυτόματα επιβεβαιώνεται ότι συνεχίζει να υφίσταται. Το ίδιο ισχύει για όλες τις διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει με άλλα κράτη, οι οποίες θα συνεχίσουν να ισχύουν. Επομένως, ακόμη κι αν η μετεξέλιξη της ΚΔ δεν προβλέπεται ρητώς στη συμφωνία για λύση, αυτή διασφαλίζεται πλήρως μέσα από τις ίδιες τις πρόνοιες της συμφωνίας.

 

Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί πως η αλλαγή ονόματος ή αλλαγή συμβόλων (σημαίας, ύμνου κλπ) ενός κράτους δεν στοιχειοθετούν ίδρυση νέου κράτους. Τόσο το όνομα όσο και τα σύμβολα είναι συμβολισμοί άνευ ουσίας.

 

Συμπερασματικά, είναι προφανές ότι η τουρκική πλευρά για λόγους γοήτρου δεν πρόκειται να παραδεχτεί ότι η λύση του κυπριακού αναπόφευκτα οδηγεί και σε μετεξέλιξη της ΚΔ. Αυτό όμως δεν μπορεί να αλλάξει την ουσία.

Κατά τη δική μου άποψη, αυτό που πρέπει να μας προβληματίζει είναι κυρίως οι κίνδυνοι σε περίπτωση μη λύσης, όπως για παράδειγμα ο κίνδυνος ταϊβανοποίησης των κατεχομένων γεγονός που θα αποτελέσει πράγματι ένα μεγάλο πλήγμα για την ΚΔ.


Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής
Μέλος Ομάδα Κύπρος

Να επενδύσουν στην ειρήνη

Είναι προφανές ότι αυτή τη φορά η διεθνής κοινότητα είναι έτοιμη να συνδράμει οικονομικά για υποστήριξη της λύσης, που όλοι ελπίζουμε να επιτευχθεί σύντομα.

 

Προς αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η δήλωση του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών τη βδομάδα που μας πέρασε. Ο Φίλιπ Χάμοντ αφού τόνισε την ανάγκη για εξεύρεση σημαντικών πόρων για την επίλυση του περιουσιακού, είπε και τα εξής σημαντικά: «Έχουμε αναλάβει το έργο της συνεργασίας με τους εταίρους μας στην ΕΕ, με τις ΗΠΑ, ώστε να διασφαλίσουμε ότι η διεθνής κοινότητα είναι σε θέση να κινητοποιηθεί για να στηρίξει μια λύση με την αναγκαία οικονομική υποστήριξη» και σχολίασε ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό ποσό, αλλά τόνισε ότι υπάρχει συμφωνία πως τα όποια χρήματα θα αξίζουν για τον σκοπό επίλυσης μίας μακροχρόνιας διένεξης.

 

Οι δηλώσεις του Χάμοντ έρχονται σε πλήρη ομοιομορφία με τις τελευταίες προσπάθειες του ειδικού συμβούλου του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Άϊντα να εξασφαλίσει ένα υπολογίσιμο ποσό χρημάτων από κυβερνήσεις με στόχο ακριβώς να υποστηριχτούν οι πρόνοιες της λύσης αλλά και η ίδια η Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Φαίνεται ότι η διεθνής κοινότητα έχει διαπιστώσει την ανάγκη εξεύρεσης οικονομικών πόρων για να δώσει σαφή ώθηση στις συνομιλίες, αφού γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η πιο δύσκολη πτυχή του προβλήματος είναι το περιουσιακό.

 

Την ίδια στιγμή γνωρίζει ότι τα όποια χρήματα δοθούν μόνο χαμένα λεφτά δεν θα είναι. Εκτός από την οικοδόμηση ειρήνης σε μια περιοχή ιδιαίτερα εύφλεκτη, είναι ξεκάθαρο ότι αναμένουν ότι οι ειρηνικές συνθήκες που θα δημιουργηθούν θα βοηθήσουν και την ίδια τη διεθνή κοινότητα, όχι μόνο επικοινωνιακά αλλά και ουσιαστικά.

 

Επίσης γνωρίζουν ότι με λύση του κυπριακού αυξάνονται ραγδαία οι δυνατότητες της κυπριακής οικονομίας για μια νέα ανάπτυξη στηριγμένη αυτή τη φορά σε νέες, πιο υγιείς, βάσεις που έφερε η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας τα τελευταία δυόμιση χρόνια στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.

 

Ασφαλώς η εξεύρεση πόρων για την οικονομική στήριξη της λύσης δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αλλά παράλληλα κανείς δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως το κυπριακό πρόβλημα είναι ένα ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί εύκολα.

 

Θα πρέπει επίσης να τονίσουμε πως το κυπριακό δεν είναι θέμα χρημάτων. Υπάρχει ανάγκη επίλυσής του διότι η επιλογή του συμβιβασμού με τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης δεν είναι καθόλου ακίνδυνη και ανώδυνη, όπως, ίσως, έχουμε την ψευδαίσθηση πως είναι. Η επιλογή της «μη λύσης» αποτελεί μια κάκιστη επιλογή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να δεχτούμε την όποια λύση. Αλλά θα πρέπει να διεκδικήσουμε και να φτάσουμε το συντομότερο δυνατό σε μια σωστή λύση, που να μπορεί να στηριχτεί οικονομικά. Ας ελπίσουμε οι προσπάθειες για οικονομική στήριξη της λύσης να ευοδωθούν με επιτυχία ώστε να συμβάλουν στην επίλυση του κυπριακού και η διεθνής κοινότητα να επενδύσει στην ειρήνη.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής

Ομάδα Κύπρος

Δεν με ενδιαφέρει ο Ακκιντζί, με ενδιαφέρει η λύση

«Φαίνεται ότι έχει εξοπλίσει καλά τον κόσμο κατά του Ακιντζί η μερίδα των πλιατσικολόγων και των καταχραστών δικαιωμάτων. Έχουν γεμίσει για τα καλά τα μυαλά τους ότι θα χάσουν τις περιουσίες. Ό,τι και αν λέει ο Ακιντζί δεν αλλάζει το κλίμα. Έβγαλε η γλώσσα του μαλλιά από το λέγε-λέγε. Ότι δεν γίνεται αποδεχτή μια συμφωνία την οποία δεν εγκρίνει ο λαός. Αλλά δεν θέλουν να το καταλάβουν.
Οι δεξιοί φανατικοί ουδέποτε αποδέχτηκαν τον Ακιντζί και δεν ήθελαν να εκλεγεί. Ούτε μια σημαντική, γνωστή μερίδα της Αριστεράς τον ήθελε. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις η καλύτερη θέση που διδόταν στον Ακιντζί ήταν η τρίτη. Παρά ταύτα κέρδισε. Και είναι καλά που κέρδισε. Ουσιαστικά κάνουν κακό στον εαυτό τους εκείνοι που δεν γνωρίζουν την αξία του. Μπορεί να έχει ατέλειες. Αλλά τα προτερήματά του είναι πολύ περισσότερα από εκείνα των προηγούμενων».

(Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από άρθρο του Σενέρ Λεβέντ που μιλά για μερίδα τ/κ για το πως αντιμετωπίζουν τον Ακκιντζί - Εφημ. Πολίτης 25/09/2015)

 

Λοιπόν...

 

Δεν με ενδιαφέρει ο Ακκιντζί. Ούτε έχω κανένα λόγο να γίνω δικηγόρος του. Εξάλλου δεν έχει ανάγκη την στήριξη των Ε/κ. Αντίθετα η όποια πολεμική δέχεται από τους Ε/κ, αυξάνει τους υποστηρικτές του στα κατεχόμενα. Προσωπικά και πολιτικά του συμφέρει να τον πολεμούν οι Ε/κ. Δεν με ενδιαφέρει, λοιπόν, ο Ακκιντζί. Με ενδιαφέρει όμως η λύση του κυπριακού.

 

Η ανάδειξη Ακκιντζί ως ηγέτη των τουρκοκυπρίων λειτούργησε ευεργετικά στην επανέναρξη των συνομιλιών με αισιοδοξία για θετική κατάληξη. Ο πρότερος βίος του αλλά και η μετριοπάθειά του, δημιούργησε ένα κλίμα αισιοδοξίας στους Ελληνοκύπριους. Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι Ελληνοκύπριοι βλέπουν θετικά τον ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, δείχνοντάς του εμπιστοσύνη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Ακκιντζί πηγαίνει στις διαπραγματεύσεις εκφράζοντας τις ελληνικές θέσεις. Δεν εκφράζει ούτε καν τις δικές του προσωπικές θέσεις. Έχει την υποχρέωση να εκφράζει τις θέσεις εκείνες που θα ικανοποιούν τις προσδοκίες και θα διασκεδάζουν τις ανησυχίες της δικής του κοινότητας. Όπως ακριβώς δηλαδή έχουμε εμείς την ίδια απαίτηση από τον Αναστασιάδη.

 

Όμως ο Ακκιντζί, σε αντίθεση με τον Ντενκτάς και τον Έρογλου, θέλει λύση. Αυτό το δεδομένο είναι πολύ σημαντικό διότι πάντα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στην τ/κ πλευρά ένα ποσοστό τ/κ πολιτικών ηγετών και απλών πολιτών προτιμά ως καλύτερη επιλογή τη μη λύση του κυπριακού, θεωρώντας ότι η συνέχιση της κατοχής και ο εδαφικός και πληθυσμιακός διαχωρισμός εξυπηρετεί καλύτερα την εθνικιστική τους ιδεολογία, τα προσωπικά τους συμφέροντα αλλά και τον απώτερο διαχρονικό σκοπό της Τουρκίας, τη διχοτόμηση.

 

Το να έχεις απέναντι ένα άνθρωπο που θέλει να λύσει το κυπριακό, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει Ε/κ που δεν θέλει λύση, τότε εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι αυτή τη φορά η ειρηνευτική διαδικασία, για την εσωτερική πτυχή του κυπριακού, μπορεί να καταλήξει σε μια σωστή λύση. Διότι πολύ απλά όποιος θέλει λύση αντιλαμβάνεται τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς της άλλης πλευράς και τότε προχωρά σε παραχωρήσεις με στόχο να εξευρεθούν συμβιβαστικές λύσεις. Αν όμως ένας πολιτικός δεν θέλει λύση, τότε επιμένει να καταθέτει θέσεις που ξέρει ότι η άλλη πλευρά αποκλείεται να αποδεχτεί. Αυτό έκανε για παράδειγμα ο Έρογλου.

 

Αν, λοιπόν, υπάρξει μια συμφωνία στην εσωτερική πτυχή του κυπριακού τότε από εκεί και πέρα η πίεση θα μεταφερθεί πάνω στην Τουρκία, η οποία κάτω από την πίεση αυτή ενδεχομένως να κάνει παραχωρήσεις. Όχι γιατί αγαπά την Κύπρο και το λαό της αλλά επειδή για μια σειρά από λόγους, που δεν είναι της παρούσης, της συμφέρει να το κάνει. Της συμφέρει δηλαδή να βάλει στην άκρη το διαχρονικό της στόχο για διχοτόμηση, όπως για παράδειγμα έγινε το 1958-59.

 

Άρα, ο Ακκιντζί είναι ένας σημαντικός κρίκος για να οδηγηθούμε σε σωστή λύση του κυπριακού. Αφαίρεση αυτού του κρίκου αλλά και αποδόμησή του σημαίνει και ακύρωση της προσπάθειας της λύσης. Σημαίνει δηλαδή συνέχιση της τουρκικής κατοχής με όλες τις αρνητικές συνέπειες και κινδύνους για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού για να μην πω για την επιβίωση ολόκληρου του κυπριακού λαού, ανεξαρτήτως εθνικότητας.

 

Τέλος θα έλεγα πως, αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι οι δηλώσεις του Ακκιντζί. Με ενδιαφέρει τι λένε οι δύο ηγέτες στο τραπέζι των συνομιλιών και που τελικά θα συμφωνήσουν. Με ενδιαφέρει πρώτιστα να οδηγηθούμε σε ένα σχέδιο λύση που Ε/κ και Τ/κ να μπορούν να εγκρίνουν σε δημοψήφισμα έτσι ώστε να ανατρέψουμε μαζί την τουρκική κατοχή με μια λύση που να προσφέρει ασφάλεια, ειρήνη και ευημερία, συστατικά που δεν μας προσφέρονται σήμερα σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής

Ιδρυτικό Μέλος Ομάδας Κύπρος

 

 

«Δεν θα νομιμοποιήσουμε τα τετελεσμένα της κατοχής με την υπογραφή μας»

«Δεν θα νομιμοποιήσουμε τα τετελεσμένα της εισβολής με την υπογραφή μας», μου είπε γεμάτος στόμφο και περηφάνια ένας καλός φίλος.


Καθόμουν λοιπόν κι εγώ όλη μέρα και σκεφτόμουν σιγοψιθυρίζοντας...αφού δεν βάζουμε την υπογραφή μας γιατί το παράνομο κράτος των κατεχομένων αναβαθμίζεται, αναπτύσσεται, αυξάνει τα κέρδη του, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην ταϊβανοποίηση[1], ο τουρκικός στρατός παραμένει, οι πρόσφυγες δεν επιστρέφουν στα σπίτια τους, οι έποικοι αυξάνονται και πάει λέγοντας; Μήπως η νομιμοποίηση των τετελεσμένων της κατοχής επιτυγχάνεται και με τη ΜΗ υπογραφή μας;; Αλήθεια η Τουρκία έχει άραγε ανάγκη την υπογραφή μας;



Είχα γράψει ήδη σε προηγούμενο άρθρο ότι η συνεχής μεταβολή της παρούσας κατάστασης επηρεάζει δύο πυλώνες του κυπριακού προβλήματος.

 

Ο ένας πυλώνας είναι οι διάφορες πτυχές του κυπριακού. Ο άλλος πυλώνας είναι η εξέλιξη της υπόστασης του παράνομου κράτους στα κατεχόμενα. Στο άρθρο εκείνο είχα ασχοληθεί με τον πρώτο πυλώνα. Τι γίνεται όμως με το δεύτερο πυλώνα; Αυτόν της συνεχούς αναβάθμισης και ανάπτυξης του παράνομου κράτους στα κατεχόμενα.


Ας δούμε κάποια υπαρκτά παραδείγματα για να κατανοήσουμε που ακριβώς οδηγούμαστε.

 

Είναι γνωστό ότι η Τουρκία προχώρησε στην κατασκευή αγωγού νερού για να μεταφέρει νερό στα κατεχόμενα.


Σύμφωνα, λοιπόν, με την Επίτροπο Περιβάλλοντος κ. Ιωάννα Παναγιώτου πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό φυσικό πόρο, το νερό, το οποίο έχει αξία και καταμετρείται στο επίπεδο των διαπραγματεύσεων και σε οικονομική αξία. «Όταν μια περιοχή μη αρδευόμενη, μετατρέπεται σε αρδευόμενη, πολλαπλασιάζεται η αξία της γης και ο χρήστης θεωρείται ότι προηγείται του ιδιοκτήτη γιατί η αξία της γης είναι μεγάλη λόγω των επενδύσεων που έχει κάνει ο χρήστης και με αυτό τον τρόπο, το έργο αυτό μπορεί να παίξει έναν ρόλο στις διαπραγματεύσεις». (Φιλελεύθερος 8/2/2015)

Από την δική της πλευρά η ΚΥΠ με ενημερωτικό σημείωμα προς τη Βουλή αναφέρει: «Δική μας εκτίμηση είναι ότι η διοχέτευση του νερού στην πεδιάδα της Μόρφου και της Μεσαορίας θα αυξήσει σημαντικά την αξία της γης και αυτό με τη σειρά του θα έχει αντίκτυπο στη συζήτηση του εδαφικού σε περίπτωση έναρξης των συνομιλιών για το κυπριακό πρόβλημα».


Και συνεχίζει: «αν η Τουρκία προσφέρει το νερό στους Τουρκοκύπριους δωρεάν, ή με χαμηλά τέλη, τότε οι Τουρκοκύπριοι θα αναπτυχθούν κατακόρυφα στη γεωργία και στην κτηνοτροφία χωρίς να μπορούμε να τους ανταγωνιστούμε κυρίως στα θέματα των τιμών. Όχι μόνο στις εξαγωγές που θα κάνουν, είτε μέσω της Τουρκίας είτε μέσω εμάς με τον κανονισμό της Πράσινης Γραμμής, αλλά και στο ότι οι τιμές των προϊόντων τους θα είναι πολύ χαμηλές και θα ελκύουν τους Ελληνοκύπριους να επισκέπτονται τα κατεχόμενα για να αγοράζουν φθηνά γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα».

(Αλήθεια 15/7/2014)

 

Παράλληλα με τη διαφαινόμενη μελλοντική γεωργοκτηνοτροφική ανάπτυξη των κατεχομένων, είναι φανερό πως πολύ καλά πάει και το τουριστικό ρεύμα προς το παράνομο κράτος.

 

Στις 7/8/2015 το Sigmalive αναφέρεται σε αύξηση του τουρισμού στα κατεχόμενα. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αύξηση 10% σημείωσε ο αριθμός των ατόμων που επισκέφθηκαν τα κατεχόμενα από τα παράνομα αεροδρόμια και λιμάνια το πρώτο εξάμηνο του 2015, σύμφωνα με τα στοιχεία της γενικής «αστυνομικής» διεύθυνσης».

 

Παράλληλα η αύξηση του τουρισμού έχει άμεση σχέση και με την όλο και μεγαλύτερη αύξηση της κίνησης στο παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου. Όπως αναφέρει δημοσίευμα του Sigmalive στις 7/10/14: «Σύμφωνα με το Γενικό Διευθυντή του υπουργείου Συγκοινωνιών, Αλέκο Μιχαηλίδη, από τον Απρίλιο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2014 παρατηρήθηκε αύξηση της κίνησης κατά 18%. Όπως προκύπτει, ολοένα και περισσότερες αεροπορικές εταιρείες χρησιμοποιούν τους τουρκικούς αερολιμένες και απ’ εκεί, πραγματοποιούν πτήσεις προς τα κατεχόμενα».


Ας σημειωθεί πως αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τυχόν προώθηση του απευθείας εμπορίου με τα κατεχόμενα, οδηγεί ουσιαστικά στην ταϊβανοποίηση των κατεχομένων, αφού το παράνομο μόρφωμα στα κατεχόμενα θα αναπτύξει εμπορικές και τουριστικές σχέσεις με άλλα κράτη.

 

Και δεν είναι μόνο αυτά. Όπως φαίνεται στα κατεχόμενα εξελίσσεται και μια «άνθηση» της οικοδομικής βιομηχανίας. Όπως αναφέρει ο Φιλελεύθερος στις 18/8/2015: «Σχεδόν τέσσερις χιλιάδες άδειες οικοδομών έχει δώσει το κατοχικό καθεστώς τα τελευταία δύο χρόνια, σύμφωνα με δημοσίευμα της τουρκοκυπριακής εφημερίδας «Γενί Ντουζέν». Μεταξύ των ετών 2013-14, 1.306 οικοδομές έχουν ανεγερθεί στο κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας, 1.224 οικοδομές αναγέρθηκαν στην Κερύνεια, 728 στην Αμμόχωστο, 378 στο Τρίκωμο και 314 στη Μόρφου.   Από τις άδειες που δόθηκαν, οι 1.581 αφορούσαν αιτήσεις για οικίες, οι 743 για βοηθητικά κτίσματα σε υφιστάμενες οικίες, 95 περιπτώσεις αφορούσαν εργαστήρια, 310 για ανέγερση διαμερισμάτων, 40 άδειες για ξενοδοχεία και 17 για εστιατόρια».

Παράλληλα το μέλος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Παιδείας, Κ.Χατζηγιάννης, σε άρθρο του στον τύπο αναφέρει ότι «το 2014 φοιτούσαν στα πανεπιστήμια των κατεχόμενων 72.000 φοιτητές, εκ των οποίων οι 15.000 ήταν κάτοικοι των κατεχομένων, οι 27.000 από την Τουρκία, ενώ οι 18.000 από 127 άλλες χώρες του κόσμου. Η αύξηση των φοιτητών για το 2014 από την Τουρκία ανέρχεται στο 105%, ενώ από τις άλλες χώρες, κυρίως από Μέση Ανατολή και Αφρική, η αύξηση ανέρχεται στο 335%. Ο σχεδιασμός του ψευδοκράτους είναι ο αριθμός των φοιτητών για το 2015-2016 να αυξηθεί κατά 30.000, δηλαδή να ανέλθει στις 100.000. Υπάρχουν και λειτουργούν στα κατεχόμενα 12 πανεπιστήμια. Οι 65.000 φοιτητές φοιτούν στα 4 μεγαλύτερα πανεπιστήμια». (Σημερινή, 24/2/2015)

 

Δηλαδή το παράνομο κράτος των κατεχομένων αναβαθμίζεται πολιτικά, αναπτύσσεται οικονομικά, αυξάνει το τουρισμό του, έχει όλες τις προοπτικές ανάπτυξης της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, αυξάνει την επιβατική κίνηση του παράνομου αεροδρομίου του, έχει όλες τις προοπτικές ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων με άλλα κράτη, αναπτύσσει ραγδαία την οικοδομική του βιομηχανία, κάνει άλματα στον τομέα της εκπαίδευσης προσελκύοντας μεγάλο αριθμό φοιτητών και γενικά βρίσκεται σε μια πορεία αναβάθμισης, ανάπτυξης και ενίσχυσης της νομικής του υπόστασης .

Στο μεταξύ η συνέχιση της παρούσας κατάστασης σημαίνει ταυτόχρονα και τη διατήρηση 40000 τουρκικού στρατού, χιλιάδες εποίκους που αυξάνονται μέρα με τη μέρα, δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού ολόκληρης της Κύπρου, σύνορα με την Τουρκία, καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πώληση ε/κ περιουσιών στην Τουρκία και τουρκοποίηση των κατεχομένων, καταστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μη επιστροφή κανενός πρόσφυγα και απώλεια της περιουσίας όλων των προσφύγων, απώλεια του 37% του νησιού μας καθώς επίσης και άλλοι μη προβλέψιμοι, επί του παρόντος κίνδυνοι, λόγω του ότι η παρούσα κατάσταση δεν είναι μια στατική κατάσταση. Αντιθέτως συνεχώς χειροτερεύει εις βάρος μας.

 

Συμπερασματικά είναι ξεκάθαρο ότι η νομιμοποίηση των τετελεσμένων της κατοχής μπορεί να επιτευχθεί τόσο με την υπογραφή μας αλλά κυρίως και σίγουρα με τη ΜΗ υπογραφή μας. Με τη διατήρηση δηλαδή της παρούσας κατάστασης. Με τη μη λύση. Με το κτίσιμο ενός τοίχου ανάμεσα στις ελεύθερες περιοχές και στα κατεχόμενα. Δυστυχώς η Τουρκία δεν χρειάζεται την υπογραφή μας για να πετύχει αυτό που εμείς φοβόμαστε ότι θα πετύχει με την υπογραφή μας. Γι’ αυτό εξάλλου για την Τουρκία η μη λύση είναι επιλογή. Το πρόβλημα είναι ότι για μας είναι κάκιστη επιλογή. Η επιλογή αυτή αποτελεί παραίτηση και αποδοχή των τετελεσμένων της κατοχής. Υιοθέτησης της συγκεκριμένης επιλογής από τον οποιοδήποτε Ε/κ, ασυνείδητα ή ενσυνείδητα, τον καθιστά συνυπεύθυνο για τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της κατοχής ως σαν να έβαλε την υπογραφή του.

 

Εξυπακούεται ότι όλα τα πιο πάνω δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στην αποδοχή της όποιας λύσης. Από την άλλη όμως πρέπει και αποτελεί πατριωτικό και ηθικό μας χρέος να αναζητήσουμε μια λύση του κυπριακού μέσα από τις συνομιλίες με την άλλη πλευρά για να φτάσουμε σε μια λύση που θα διασφαλίζει τα απαραίτητα. Ασφάλεια, ειρήνη και ευημερία.

 

[1] Ταϊβανοποίηση: η μη αναγνώριση ενός μορφώματος ως κράτους πλην, όμως, την ανάπτυξη με αυτό σχεδόν όλων των καθημερινών σχέσεων που συνάπτουν τα κράτη μεταξύ τους χωρίς να υπάρχουν διπλωματικές σχέσεις.

 

«Καλλύττερα να μείνουμε όπως είμαστε. Τζείνοι ποτζεί τζαι ‘μεις ποδά»

Μου έστειλε ένας φίλος τις προάλλες «Φίλε καλλύττερα να μείνουμε όπως είμαστε. Τζείνοι ποτζεί τζαι ‘μεις ποδά». Είναι αλήθεια ότι το ακούω συχνά κυρίως από ανθρώπους που έχουν ειλικρινείς, ανησυχίες για μια ενδεχόμενη λύση του κυπριακού. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, οι οποίοι ακούνε για πρόοδο στο κυπριακό και αντί να χαίρονται φοβούνται.

 

Πολλοί από αυτούς είναι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, οι οποίοι λόγω των τραγικών γεγονότων της τουρκικής εισβολής, της έλλειψης εμπιστοσύνης προς την Τουρκία αλλά την έλλειψη ενημέρωσης θεωρούν εσφαλμένα πως η διατήρηση της παρούσας κατάστασης είναι η δεύτερη καλύτερη επιλογή. Αυτό όμως αποτελεί μια τεράστια ψευδαίσθηση για ένα πολύ σημαντικό λόγο.

 

Η παρούσα κατάσταση δεν είναι μια στατική κατάσταση χωρίς εξέλιξη. Αντίθετα είναι μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κατάσταση που λειτουργεί εναντίον μας. Για να καταλάβουμε του λόγου το αληθές θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε πως εξελίχθηκε η «παρούσα κατάσταση» τα τελευταία 41 χρόνια.

 

Η συνεχής μεταβολή της παρούσας κατάστασης επηρεάζει δύο πυλώνες του κυπριακού προβλήματος. Ο ένας πυλώνας είναι οι διάφορες πτυχές του κυπριακού. Ο άλλος πυλώνας είναι η εξέλιξη της υπόστασης του παράνομου κράτους στα κατεχόμενα.

 

Ας δούμε κάποια παραδείγματα όσον αφορά το πρώτο πυλώνα και συγκεκριμένα τις πτυχές της ασφάλειας, του εποικισμού και του περουσιακού.

 

Είναι σαφές ότι η Τουρκία ανά πάσα στιγμή μπορεί να ενισχύσει και να αυξήσει ακόμα περισσότερο τα τουρκικά στρατεύματα στο νησί. Κάτι τέτοιο φαίνεται για παράδειγμα να έγινε το 2013. Έκθεση του ΚΥΚΕΣΜΕ αναφέρει «τα αριθμητικά δεδομένα στην Κύπρο κατά το 2013 φαίνεται να είναι αισθητά διαφοροποιημένα προς όφελος της τουρκικής πλευράς, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια όταν από 2001 – 2012 παρουσιάζονταν αμετάβλητα. Νέα στοιχεία που αφορούν το συσχετισμό δυνάμενων στο στρατιωτικό τομέα στην Κύπρο το 2013 παρουσιάζουν την Τουρκία σε ακόμη πιο πλεονεκτική θέση και πολύ πιο ενισχυμένη σε στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό κατά 7.000...». Είναι σαφές ότι στην πτυχή της ασφάλειας η «παρόυσα κατάσταση» του 2001-2012 δεν είναι η ίδια με την «παρούσα κατάσταση» του 2013. Είναι χειρότερη.

Είναι επίσης ξεκάθαρο πως ο εποικισμός αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Οι εποικοι του 1975 προφανώς ήταν πολύ πιο λίγοι από τους έποικους του 2015. Αντιγράφω από ιστοσελίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας: «Στις 12 Οκτωβρίου 2004, σαν μέρος της τελευταίας απόπειρας εδραίωσης του ήδη εξαιρετικά μεγάλου αριθμού εποίκων στην Κύπρο, ανακοινώθηκε η υπογραφή ενός ‘πρωτοκόλλου’ μεταξύ της Τουρκίας και της υποτελούς τοπικής διοίκησης, της ούτω-καλούμενης ‘Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου’... Η δημοσίευση του εν λόγω ‘πρωτοκόλλου’ ενίσχυσε τον κατακλυσμό του τουρκοκρατούμενου βορρά με άλλες 40,000 Τούρκους σε ένα μόνο χρόνο». Είναι φανερό πως στο θέμα του επικοισμού, η «παρούσα κατάσταση» του 2003 ήταν καλύτερη από αυτή του 2005 κατά 40000 έποικους!

 

Τέλος το ίδιο ξεκάθαρα είναι τα πράγματα για το περουσιακό. Όσο περνά ο καιρός όλο και περισσότερες ελληνοκυπριακές περιουσίες τυγχάνουν εκμετάλλευσης και σκόπιμης αλλοίωσης από την Τουρκία. Γράφει η ίδια ιστοσελίδα: «Ο εποικισμός της κατεχόμενης περιοχής παραβιάζει τα περιουσιακά δικαιώματα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων, των οποίων οι περιουσίες χρησιμοποιούνται για να στεγάσουν τους έποικους. Σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή εφημερίδα ‘Αβρούπα’, (26.3.2001), από το 1974 έχουν δοθεί 34,000 τίτλοι ιδιοκτησίας σε έποικους από την Τουρκία. Η γη αυτή καλύπτει περισσότερη από τη μισή έκταση της βόρειας Κύπρου, αναφέρει το δημοσίευμα».

Είναι αντιληπτό ότι στο περουσιακό η «παρούσα κατάσταση» του 1975 ήταν σαφώς καλύτερη από την «παρούσα κατάσταση» του 2001 αλλά και του 2010 που είχαμε την κακή για μας απόφαση «Δημόπουλος & Άλλοι εναντίον Τουρκίας». Με την απόφαση αυτή και με την επιτροπή αποζημειώσεων που συστάθηκε στα κατεχόμενα, η Τουρκία αγοράζει ουσιαστικά ελληνοκυπριακές περιουσίες και τις τουρκοποιεί.

Βέβαια ο πιο πάνω φίλος μου θα μου έλεγε «Καλά ρε φίλε θέλουμε λύση με μια χώρα που αυξάνει τα στρατεύματά της, αυξάνει τους εποίκους και παίρνει τις περιουσίες μας»;;

Μα ασφαλώς γι’ αυτό ακριβώς θέλουμε λύση. Για να φύγει ο τουρκικός στρατός από τη γη μας, να σταματήσει η ροή εποίκων και να μπορούν οι πρόσφυγες να αξιοποιήσουν τις περιουσίες τους. Να ανατρέψουμε την κατοχή. Με πόλεμο αυτό είναι αδύνατο. Με μια σωστή λύση όμως του κυπριακού αυτό είναι δυνατό. Θέλουμε επίσης λύση για ένα ακόμα πιο σημαντικό λόγο. Η παρούσα κατάσταση του 2015 δεν θα είναι η ίδια με την παρούσα κατάσταση του 2025, 2045, 2055. Η συνεχής μεταβλητή εξέλιξή της μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές συνέπειες για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού στην πατρίδα μας. Πριν αποφασίσουμε πως είναι «καλλύττερα να μείνουμε τζείνοι ποτζεί τζαι ‘μείς ποδά» θα πρέπει να έχουμε υπόψη την αρνητική εξέλιξη αυτής απόφασης.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής

 

Κάκιστη λύση, η «μη λύση» του κυπριακού. Τι προνοεί; (Β’ Μέρος)

Κάκιστη λύση, η «μη λύση» του κυπριακού. Τι προνοεί; (Β’ Μέρος)

 

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να αναζητήσουμε τι προνοεί η «μη λύση» του κυπριακού. Τι σημαίνει δηλαδή η διατήρηση της παρούσας κατάστασης.

 

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως η παρούσα κατάσταση δεν μας εξασφαλίζει ασφάλεια και εγγύηση για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού στο νησί. Αντιθέτως εμπερικλείει πολλαπλούς κινδύνους. Η παρούσα κατάσταση, η ντε φάκτο διχοτόμηση δηλαδή, προνοεί:

 

  • 40000 τουρκικό στρατό που καμία εσωτερική τουλάχιστον δύναμη δεν μπορεί να τον εμποδίσει να προελάσει στις ελεύθερες περιοχές,
  • μονομερή επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας,
  • χιλιάδες εποίκους που αυξάνονται μέρα με τη μέρα,
  • δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού ολόκληρης της Κύπρου,
  • σύνορα με την Τουρκία,
  • σοβαρό κίνδυνο ταϊβανοποίησης[1] των κατεχομένων με προώθηση του απευθείας εμπορίου με τα κατεχόμενα και άλλες σχετικές ενέργειες,
  • πλήρης οικονομική και ενεργειακή εξάρτηση των κατεχομένων από την Τουρκία,
  • καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο 37% του νησιού,
  • πώληση ε/κ περιουσιών στην Τουρκία και τουρκοποίηση των κατεχομένων,
  • καταστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς,
  • μη επιστροφή κανενός πρόσφυγα και απώλεια της περιουσίας όλων των προσφύγων,
  • απώλεια του 37% του νησιού μας
  • άλλοι μη προβλέψιμοι, επί του παρόντος κίνδυνοι, λόγω του ότι η παρούσα κατάσταση δεν είναι μια στατική κατάσταση. Αντιθέτως συνεχώς χειροτερεύει εις βάρος μας.

 

Παράλληλα, γεωπολιτικά, ωσότου στα κατεχόμενα εδάφη μας υπάρχουν 40 000 τουρκικά στρατεύματα, η Κύπρος αποτελεί όμηρο στα χέρια της Τουρκίας.

 

Είναι εύκολα αντιληπτό ότι η επιλογή του συμβιβασμού με τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης δεν είναι καθόλου ακίνδυνη και ανώδυνη, όπως, ίσως, έχουμε την ψευδαίσθηση πως είναι. Η επιλογή της «μη λύσης» αποτελεί μια κάκιστη επιλογή και εσφαλμένα θεωρείται ως η δεύτερη καλύτερη λύση από ένα μέρος των συμπατριωτών μας.

 

Οι όποιες ανησυχίες, επιφυλάξεις, φοβίες και ανασφάλειες που υπάρχουν στους ελληνοκύπριους μπροστά σε μια ενδεχόμενη λύση είναι απόλυτα κατανοητές και λόγω των τραγικών γεγονότων της τουρκικής εισβολής αλλά και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς την Τουρκία. Παρόλα αυτά η διατήρηση της παρούσας κατάστασης ακριβώς για τους ίδιους λόγους θα έπρεπε να ήταν πηγή ακόμα μεγαλύτερων ανησυχιών, φόβων και ανασφάλειας.

 

Μόνο μια επιλογή πρέπει να υπάρχει και μόνο ένας πρέπει να είναι ο στόχος μας. Η λύση του κυπριακού. Όχι βέβαια μια οποιαδήποτε λύση. Αλλά μια σωστή λύση του που θα ανατρέπει την κατοχή και θα διασφαλίζει ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός, Πολιτικός Αναλυτής

 _________________________________________

[1] Ταϊβανοποίηση: Μη αναγνώριση ενός μορφώματος ως κράτους πλην, όμως, την ανάπτυξη με αυτό σχεδόν όλων των καθημερινών σχέσεων που συνάπτουν τα κράτη μεταξύ τους χωρίς να υπάρχουν διπλωματικές σχέσεις.

 

 

Κάκιστη λύση, η «μη λύση» του κυπριακού. Τι προνοεί; (Α’ Μέρος)

Στην ιστορία του κυπριακού συνήθως αναλώνουμε χρόνο για να αναλύσουμε τι προνοούν τα διάφορα σχέδια λύσης που μας έχουν προταθεί κατά καιρούς. Πολύ σπάνια μπαίνουμε στον κόπο να αναλύσουμε τι σημαίνει, τι «προνοεί» η «μη λύση» του προβλήματος με αποτέλεσμα να μην γίνεται σωστή και ολοκληρωμένη ανάλυση των διάφορων πρωτοβουλιών για το κυπριακό.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Σύνταγμα της Διασκεπτικής, το οποίο προτάθηκε από τους Βρετανούς στους Κύπριους, το 1948. Συνήθως στη βιβλιογραφία για το θέμα αυτό υπάρχει η άποψη ότι το Σύνταγμα εκείνο ορθά απορρίφθηκε από την ελληνοκυπριακή Αριστερά και Δεξιά διότι, ομολογουμένως, δεν ήταν ένα φιλελεύθερο σύνταγμα που να προσφέρει τις ελευθερίες εκείνες που ζητούσαν οι Κύπριοι. Προνοούσε δηλαδή περιορισμένες ελευθερίες. Παρόλα αυτά σπάνια κάποιοι μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν ότι η μη αποδοχή εκείνου του συντάγματος σήμαινε τη συνέχιση του ανελεύθερου καθεστώτος των Βρετανών, που είχαν επιβάλει από την Παλμεροκρατία, το οποίο σήμαινε πλήρη καταστρατήγηση των ελευθεριών των Κυπρίων.

Δεν προσπαθώ να συγκρίνω τη Διασκεπτική με οποιοδήποτε άλλο σχέδιο λύσης. Ούτε είναι σοφό να μπαίνουμε στη διαδικασία συγκρίσεων αφού κάθε ιστορικό γεγονός είναι διαφορετικό. Είναι όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μη ολοκληρωμένης ανάλυσης μιας πρωτοβουλίας του κυπριακού. Ασφαλώς δεν αποκλείεται και το ενδεχόμενο στη ζυγαριά ενός σχεδίου λύσης και της «μη λύσης», η δεύτερη να προνοεί κάτι λιγότερο χειρότερο από το πρώτο.

Στις μέρες μας πολλές φορές ακούμε τον ισχυρισμό πως η «μη λύση δεν είναι λύση» θέλοντας με αυτό τον τρόπο να υποδειχθεί πως η «μη λύση» δεν είναι επιλογή.

Η αλήθεια είναι ότι η «μη λύση» είναι μια κάκιστη επιλογή και δυστυχώς έχει υιοθετηθεί από ένα μέρος του λαού. Αναφέρομαι σε εκείνο το κομμάτι των συμπολιτών μας, το οποίο είναι επηρεασμένο από τα τραγικά γεγονότα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας και τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας που του έχουν δημιουργηθεί και λανθασμένα, θεωρεί τη «μη λύση» ως τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Η στάση αυτή είναι κατανοητή λόγω του βεβαρημένου ιστορικού.

Η δεύτερη μεγάλη αλήθεια, που όμως δεν λαμβάνεται υπόψη από αυτό το μέρος των συμπολιτών μας, είναι ότι η μη λύση είναι μια κάκιστη λύση. Μια κάκιστη λύση που «προνοεί» κάποια συγκεκριμένα αποτελέσματα και τετελεσμένα που δεν είναι τόσο ανώδυνα και ακίνδυνα όσο νομίζουμε. Θα πρέπει λοιπόν πάντοτε να μπαίνουμε στη βάσανο της αναζήτησης των «προνοιών» της «μη λύσης» και στη συνέχεια στη μελέτη των προνοιών ενός σχεδίου λύσης.

 

Συνεχίζεται...

 

 

Από Κύπριους, Για την Κύπρο!

Εκστρατεία συλλογής εισφορών.

Αρθρογράφοι